Κεφάλαιο 6
Εκείνοι που ζουν ψυχικά, και γι’ αυτό ονομάζονται ψυχικοί, είναι μισοανόητοι και σαν να έχουν παράλυτα μέλη. Δεν προθυμοποιούνται ποτέ να κοπιάσουν για χάρη της αρετής και της εντολής του Θεού, και αποφεύγουν τις αξιοκατάκριτες πράξεις για να έχουν τιμή από τους ανθρώπους.
Υποδουλωμένοι στη φιλαυτία, η οποία τρέφει όλα τα πάθη, δεν παραλείπουν καμιά φροντίδα για την υγεία και απόλαυση της σάρκας. Αποφεύγουν κάθε θλίψη και κόπο και κακοπάθεια για χάρη της αρετής, και περιποιούνται πέρα απ’ ό,τι πρέπει το πολέμιο σώμα. Ζώντας με αυτόν τον τρόπο, ο νους τους γίνεται ολωσδιόλου γη, καθώς παχύνεται από τα πάθη, και δεν μπορούν να δεχτούν τα νοητά και θεία πράγματα, με τα οποία η ψυχή αρπάζεται από την ύλη και περιφέρεται στους νοητούς ουρανούς. Αυτό το παθαίνουν γιατί κατέχονται ακόμη από το υλιστικό πνεύμα, καθώς αγαπούν τη ζωή τους και προκρίνουν να κάνουν τα θελήματά τους. Επειδή λοιπόν είναι άδειοι από Άγιο Πνεύμα, είναι αμέτοχοι και των χαρισμάτων Του. Γι’ αυτο ούτε είναι δυνατό να δει κανείς σ’ αυτούς θεϊκό καρπό, δηλαδή αγάπη προς το Θεό και τον πλησίον, ή χαρά στις θλίψεις και στη φτώχεια, ή ειρήνη ψυχής, ή βαθιά πίστη, ή περιεκτική εγκράτεια, μα ούτε και κατάνυξη ή δάκρυα, ή ταπείνωση και συμπάθεια. Όλα σ’ αυτούς είναι γεμάτα έπαρση και υπερηφάνεια. Γι’ αυτό και δεν μπορούν από μόνοι τους να εμβαθύνουν στα βάθη του Πνεύματος. Γιατί δεν έχουν κανένα φως μέσα τους που να φωτίζει το νου τους να καταλαβαίνει τις Γραφές, αλλά και ούτε ανέχονται να τα ακούνε από άλλους. Δικαιολογημένα λοιπόν γι’ αυτούς ο Απόστολος αποφάνθηκε: «Άνθρωπος ψυχικός δε δέχεται τα του Πνεύματος του Θεού, αφού γι’ αυτόν είναι μωρία· και δεν ξέρει ότι ο Νόμος είναι πνευματικός και επομένως κατανοείται μόνο με τη βοήθεια του Πνεύματος».