Κεφάλαιο 39

Το σώμα, όταν μιά φορά πυρωθεί στη φωτιά της ασκήσεως και βαφεί στο νερό των δακρύων, δεν αμβλύνεται πια από τους κόπους, γιατί καταπαύει τους πολλούς αγώνες, επειδή έγινε ανώτερο από την πρακτική άσκηση. Αλλά αφού δεχτεί μέσα του γαλήνη και σιωπή ειρήνης, γεμίζει μάλλον από μιά άλλη δύναμη, άλλη ευτονία, άλλη ισχύ του Πνεύματος. Όταν τέτοιο σώμα αποκτήσει συνεργό η ψυχή και δει την κατάστασή του ότι είναι ανώτερη από τη σωματική άσκηση, αλλάζει τις φυσικές της κινήσεις και τις στρέφει σε νοητούς αγώνες και, εργαζόμενη με δύναμη τη νοερή εργασία, φυλάει για τον εαυτό της τους καρπούς των αθανάτων φυτών μέσα στο νοητό Παράδεισο.

Απ’ όπου σαν ποταμοί τρέχουν οι πηγές των θεοπρεπών νοημάτων και μέσα στον οποίο βρίσκεται το δένδρο της γνώσεως του Θεού, που παράγει καρπούς σοφίας, χαράς, ειρήνης, χρηστότητας, αγαθοσύνης, μακροθυμίας και ανέκφραστης αγάπης(Γαλ. 5, 22). Και καθώς έτσι εργάζεται με σπουδή και έτσι φυλάει(Γεν. 2, 15), απομακρύνεται από το σώμα και εισδύει στο γνόφο της θεολογίας. Φεύγει με την έκσταση απ΄ όλα, επειδή δεν την κρατάει τίποτε από τα ορατά, και αφού ενωθεί με το Θεό, σταματά ν’ αγωνίζεται και να ποθεί.