Κεφάλαιο 70

Αν από τα έργα του Νόμου δε θα δικαιωθεί κανένας άνθρωπος ενώπιον του Θεού(Γαλ. 2, 16), κατά τον Απόστολο, τότε ποιος θα τελειωθεί ενώπιον του Θεού μόνον με τους αγώνες και τους κόπους της ασκήσεως; Με την πράξη παίρνομε τα στοιχεία για την έξη της αρετής και σταματούμε την ενέργεια των παθών, δεν αποκτούμε όμως, μόνο με αυτή, την τελειότητα που μέτρο της είναι ο Χριστός. Ποιο είναι λοιπόν εκείνο που μας ανεβάζει στην τελειότητα; Είναι η συνειδητή πίστη στο Θεό, η οποία κάνει χειροπιαστά αυτά που ελπίζομε(Εβρ. 11, 1). Με τέτοια πίστη πρόσφερε ο Άβελ καλύτερη θυσία στο Θεό και του δόθηκε η μαρτυρία ότι είναι δίκαιος(Εβρ. 11, 4), και ο Αβραάμ υπάκουσε στην κλήση του Θεού και έφυγε από τη χώρα του για να ζήσει σαν ξένος στη γη της επαγγελίας(Εβρ. 11, 8). Αυτή ανυψώνει, εκείνους που το θέλουν αληθινά, στις μεγάλες ελπίδες των υψηλών δωρεών του Θεού, και από εκεί, στη γνώση των όντων, και γεμίζει την καρδιά τους με ανεξάντλητους θησαυρούς του Πνεύματος, ώστε να βγάζουν από εκεί καινούργια και παλαιά(Ματθ. 13, 52) μυστήρια του Θεού και να δίνουν σ’ όσους έχουν ανάγκη. Εκείνος λοιπόν που αξιώθηκε να έχει τέτοια πίστη, ανέβηκε με την αγάπη και έγινε τέλειος στη γνώση του Θεού, και πέρασε στον τόπο αναπαύσεως που δίνει ο Θεός, όπου αναπαύθηκε και αυτός απ΄ όλα τα έργα του, όπως από τα δικά Του ο Θεός(Εβρ. 4, 10).