Κεφάλαιο 127

Ρήτορας είναι, κατά τους αληθινά σοφούς, εκείνος που με τη γενική επιστήμη περιλαμβάνει με συντομία όλα τα όντα και, σαν ένα σώμα, και τα διαιρεί και τα συνενώνει, αποδεικνύοντας τα ομοδύναμα και κατά την ετερότητα και κατά την ταυτότητα. Ή εκείνος που αληθινά λέγεται αποδεικτικός. Ή πάλι, ρήτορας είναι κυρίως ο πνευματικός, αυτός που τις διαιρεμένες πέντε γενικές ιδιότητες των όντων, τις οποίες συνένωσε ο ενανθρωπήσας Λόγος, τις διαιρεί και τις συνενώνει περιλαμβάνοντας το σύνολο με έναν περιληπτικό λόγο, σαν ρήτορας. και δεν τ’ αποδεικνύει αυτό σε άλλους μόνο με ξερές αποδείξεις όπως οι εκτός του χριστιανισμού ρήτορες, αλλά μπορεί από τις θεωρίες που του εμφανίζονται πνευματικά μέσα στα όντα να φωτίζει και άλλους. Αληθινός φιλόσοφος είναι εκείνος που γνωρίζει από τα όντα την Αιτία των όντων ή που γνωρίζει τα όντα από την Αιτία τους, αφού έφτασε στην υπέρνοη ένωση με το Θεό και στην άμεση πίστη και δεν έμαθε μόνο, αλλά και έπαθε τα θεία. Ή, πάλι, φιλόσοφος είναι κυρίως ο νους που έγινε και πολιτεύεται σαν πρακτικός και θεωρητικός. Τέλειος φιλόσοφος είναι ο νους που κατόρθωσε την ηθική και φυσική και θεολογική φιλοσοφία, ή μάλλον φιλοθεΐα, αυτός δηλαδή που διδάχθηκε από το Θεό τις πράξεις της ηθικής φιλοσοφίας, τους λόγους της φυσικής και τη θεωρία και την ακρίβεια των δογμάτων της θεολογικής. «Ή πάλι, θείος ρήτορας στα θεία είναι εκείνος που ξεχωρίζει τα κυρίως όντα από τα όντα ή τα μή όντα, και δείχνει τους λόγους των πρώτων από αυτά, και σε αυτά πάλι θεωρεί τους λόγους εκείνων, κυριαρχούμενος τελείως από το Πνεύμα του Θεού. Ακόμη, συγκρίνει τον αισθητό και ορατό κόσμο με τον νοητό και αόρατο και αντίστροφα, συμπεραίνοντας ότι ο ορατός είναι εικόνα του αοράτου και ο αόρατος αρχέτυπο του ορατού. Γιατί, όπως λένε, στα ατύπωτα προτάσσονται οι τύποι, και τα σχήματα στα ασχημάτιστα.

Έτσι, καθώς ο ορατός και ο αόρατος κόσμος φανερώνονται πνευματικά ο ένας μέσω του άλλου, βλέπει καθαρά τον ένα στον άλλο και τον κάνει φανερό με το λόγο της αλήθειας. Όχι πως πλάθει την σαν ήλιο λαμπερή γνώση της αλήθειας με αναγωγικούς ή αλληγορικούς λόγους, αλλά με πνευματική επιστήμη και δύναμη διατρανώνει τους αληθινούς λόγους και των δύο κόσμων και τους αποδεικνύει με πολλή έμφαση, ότι ο ορατός κόσμος είναι παιδαγωγός μας, ενώ ο αόρατος αιώνια θεία κατοικία που έγινε ολοφάνερα για μας. Φιλόσοφος θείος είναι εκείνος που μέσω της πράξεως και της θεωρίας ενώθηκε κατά τρόπο άμεσο με το Θεό και έγινε και λέγεται φίλος του Θεού, καθώς επεδίωξε και αγάπησε την πρώτη και δημιουργική και αληθινή σοφία περισσότερο από κάθε άλλη φιλία και σοφία και γνώση.

Φιλόλογος τώρα κι όχι καθαυτό φιλόσοφος (αν και η δόξα σφετερίστηκε κρυφά το όνομα της φιλοσοφίας, όπως λέει ο μέγας Γρηγόριος), είναι εκείνος που αγαπά και ερευνά τη σοφία της δημιουργίας του Θεού ως το έσχατο απήχημά της, δεν ασκεί όμως επιδεικτικά τη φιλοσοφία αυτή για έπαινο και ανθρώπινη δόξα, για να είναι όχι φιλόϋλος, αλλά φιλόσοφος της σοφίας του Θεού για τη φύση. Γραμματέας που μαθήτευσε στη βασιλεία του Θεού(Ματθ. 13, 52), είναι καθένας που με την πράξη σχολάζει στη θεωρία του Θεού και παραμένει καρτερικά στην ησυχία· αυτός βγάζει από το θησαυρό της καρδιάς του διδάγματα καινούργια και παλαιά, δηλαδή ευαγγελικά και προφητικά, ή από Καινή και Παλαιά Διαθήκη, ή διδασκαλικά και πρακτικά, ή νομικά και αποστολικά. Αυτά είναι τα καινούργια και τα παλαιά μυστήρια, τα οποία ο πρακτικός γραμματέας φανερώνει, όταν μαθητεύσει στη θεάρεστη ζωή. Γραμματέας, για να συνοψίσομε, είναι κάθε πρακτικός που ασχολείται ακόμη με τις πράξεις σωματικώς. Ρήτορας θείος είναι εκείνος που στέκεται κατά φύση ανάμεσα στις γνώσεις και τους λόγους των όντων και τα αποδεικνύει όλα, φωτιζόμενος από το Πνεύμα, με τη διαιρετική δύναμη του λόγου. Φιλόσοφος αληθινός είναι εκείνος που αισθάνεται μέσα του την υπερφυσική ένωση με το Θεό, με τρόπο συνειδητό και άμεσο.