Κεφάλαιο 42

Ο διάβολος, ο μεσίτης και πρόξενος της νεκρώσεως, χρησιμοποίησε παλιά, στον Παράδεισο του Θεού(Γεν.3, 1), το φίδι που είναι σκολιό (κινείται ελικοειδώς), επειδή κι ο ίδιος είναι σκολιός στους τρόπους και αφάνταστα δόλιος. Όχι πώς έγινε αυτός φίδι —κάτι τέτοιο μόνο κατά φαντασία μπορεί να κάνει, δίστασε όμως τότε να το δοκιμάσει από φόβο να μη γίνει αντιληπτός. Αλλά, μη έχοντας εμπιστοσύνη στη φανερή συνάντηση, προτίμησε τη δόλια, μέσω του φιδιού, με την οποία πίστευε ότι θα μείνει άγνωστος. Ήθελε, εμφανιζόμενος σαν φίλος, να εισηγηθεί ό,τι εχθρικότερο, και με την παράδοξη προσλαλιά —παράδοξη, γιατί το αισθητό φίδι δεν ήταν λογικό, ούτε μιλούσε ως τότε—, να αιφνιδιάσει την Εύα που θα τον άκουγε, και να την πάρει ολότελα με το μέρος του και να την κάνει υποχείριά του με τα τεχνάσματά του. Κι έτσι να τη μάθει αμέσως να υποτάσσεται στα χειρότερα και να γίνει δούλη σ’ εκείνα, στα οποία της έλαχε επάξια να βασιλεύει, γιατί μόνη αυτή απ’ όλα τα όντα που έχουν αίσθηση έχει τιμηθεί με λόγο κι έχει πλαστεί από το χέρι του Θεού κατ’ εικόνα Του. Παραχώρησε όμως και ο Θεός, για να δει ο άνθρωπος τη συμβουλή που του έδωσε το χειρότερο —πόσο χειρότερο δεν είναι το φίδι από τον άνθρωπο;— και να εννοήσει καθαρά ότι δεν είναι καθόλου ωφέλιμη. Να θεωρήσει τότε τελείως ανάξιά του την υποταγή στο φανερά χειρότερο και να φυλάξει την πίστη του στον Κτίστη, τηρώντας την εντολή Του. Κι έτσι να γίνει εύκολα νικητής εκείνου που ξέπεσε από την πραγματική ζωή, να λάβει δίκαια τη μακάρια αθανασία και να ζήσει αιώνια έχοντας μέσα του το Θεό.