Κεφάλαιο 47
Ο Θεός, κατά τη Γραφή, δε δημιούργησε το θάνατο(Σ. Σολ. 1, 13). Αλλά ακόμη εμπόδισε και να δημιουργηθεί τούτος, όσο χρειαζόταν και όσο επιτρεπόταν από τη δικαιοσύνη Του να εμποδίζει εκείνους που ο Ίδιος έκανε αυτεξούσιους. Τους είπε δηλαδή από πριν το θέλημά Του που οδηγούσε στην αθανασία, και για να τους προφυλάξει όσο το δυνατόν περισσότερο, έκανε εντολή Του την ζωοποιό συμβουλή. Και προείπε φανερά και απείλησε ότι η αθέτηση της ζωοποιού εντολής Του θα ήταν θάνατος, ώστε, ή από πόθο του Θεού ή από τη γνώση Του ή από φόβο, να αποφύγουν το θάνατο. Γιατί ο Θεός επιζητεί, γνωρίζει και μπορεί να κάνει αυτό που συμφέρει σε κάθε κτίσμα. Αν μόνο το γνώριζε, αλλά δεν το επιζητούσε, τότε θα εμπόδιζε και δε θ’ άφηνε να γίνει εκείνο που γνώριζε καλά. Αν το αγαπούσε μόνον, αλλά δεν το ήξερε ή δεν μπορούσε να το κάνει, τότε, παρόλο που θα το ήθελε, το ποθούμενο και γνωριζόμενο θα έμενε απραγματοποίητο. Αφού λοιπόν πάρα πολύ επιζητεί και γνωρίζει και μπορεί το συμφέρον μας, ό,τι μάς έρχεται από Εκείνον, έστω και χωρίς να το θέλομε, οπωσδήποτε για το συμφέρον μας έρχεται· σ’ όποιο όμως δοθούμε εκούσια, ως αυτεξούσιοι, υπάρχει μεγάλος φόβος μήπως είναι ασύμφορο. Όταν δε, με πρόνοια του Θεού, έχει απαγορευτεί ένα μόνο απ’ όλα, όπως στην περίπτωση του Παραδείσου(Γέν. 2, 16-17), είτε στο Ευαγγέλιο από τον Κύριο, είτε στους Ισραηλίτες από τους Προφήτες, είτε στο νόμο της χάρης από τους Αποστόλους του Κυρίου και τους διαδόχους τους, τότε είναι φανερά ανωφελέστατο και όλεθριότατο να το ποθεί κανείς από μόνος του και να σπεύδει προς αυτό. Κι αν κανένας άλλος μάς το προτείνει αυτό και μάς οδηγεί να σπεύδομε προς αυτό, είτε παρακινώντας μας με λόγια, είτε παρασύροντας με φιλικό σχήμα, αυτός είναι φανερά αντίπαλος της ζωής μας και εχθρός.