Κεφάλαιο 109
Απ’ όσα μετέχεται η ουσία, τόσες έχει και τις υποστάσεις. Όπως όσες λαμπάδες ανάψει κανείς από μιά λαμπάδα, τόσες υποστάσεις της φωτιάς έκανε. Αν λοιπόν, σύμφωνα με τη γνώμη των αντιπάλων μας, μετέχεται η ουσία του Θεού, και μάλιστα απ’ όλα, συμβαίνει τότε να μην είναι τρισυπόστατη, αλλά μυριοϋπόστατη. Ποιος όμως απ’ όσους έχουν γαλουχηθεί με τα θεία δόγματα δε γνωρίζει ότι αυτό είναι δάνειο από τους Μασσαλιανούς; Ότι δηλαδή μετέχουν στην ουσία του Θεού εκείνοι που έφτασαν στο άκρον της αρετής —όπως βέβαια την καταλαβαίνουν αυτοί. Τη βλασφημία τούτων, οι αντίπαλοί μας φιλοτιμούνται να ξεπεράσουν και ισχυρίζονται ότι όχι μόνο όσοι ξεχώρισαν στην αρετή, αλλά όλοι γενικά μετέχουν στη θεία ουσία, με την ανοητότατη πρόφαση, ότι αυτή είναι παρούσα παντού. Ο μέγας όμως Θεολόγος Γρηγόριος, ανασκευάζοντας από τότε τις φρενοβλαβείς γνώμες και αυτών και εκείνων, λέει: «Ο Χριστός ονομάστηκε έτσι για τη θεότητά Του, η οποία είναι χρίση της ανθρώπινης φύσεώς Του. Η χρίση αυτή αγιάζει όχι με την ενέργεια, όπως γινόταν (στην Π. Διαθήκη) με τους άλλους χριστούς, αλλά με την παρουσία όλου Εκείνου που χρίει». Και οι θεόσοφοι Πατέρες, σε σύνοδό τους, αποφάνθηκαν ότι ενοικεί βέβαια η θεότητα σ’ εκείνους που έχουν καθαρθεί όσο πρέπει, αλλά όχι κατά τη θεία φύση Της. Ούτε λοιπόν κατά την ουσία, ούτε κατά κάποια υπόσταση γίνεται κανείς μέτοχος του Θεού. Κανένα από αυτά τα δύο δε μερίζεται καθόλου, ούτε μεταδίδεται καθόλου σε κανένα. Γι’ αυτό και ως προς αυτά ο Θεός είναι τελείως αχώρητος σε όλους, αν και είναι, ως προς αυτά, παρών παντού. Η κοινή όμως ενέργεια και δύναμη της τρισυπόστατης φύσεως μερίζεται κατά διαφόρους τρόπους ανάλογα με τους μετέχοντες, και γι’ αυτό γίνεται χωρητή σ’ όσους έχουν τη χάρη. Γιατί το Άγιο πνεύμα —για να χρησιμοποιήσομε τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου—, δε μετέχεται στον ίδιο βαθμό από τους άξιους, αλλά διαιρεί την ενέργειά Του ανάλογα με την πίστη τους, και είναι απλό κατά την ουσία, ποικίλο όμως κατά τις δυνάμεις.