Κεφάλαιο 126
Οι Ευνομιανοί, κάθε τί που λέγεται περί Θεού, το λένε ουσία, για να δογματίσουν ότι η αγεννησία είναι ουσία κι έτσι να υποβιβάσουν —όσο μπορούν— τον Υιό σε κτίσμα, ως διαφορετικό από τον Πατέρα. Αυτό που προφασίζονται είναι να μη γίνουν, όπως λένε, δύο θεοί, ο πρώτος ο αγέννητος, και ο άλλος ο δευτερεύων, ως γεννητός. Αυτούς μιμούνται και οι αντίθετοι και λένε ουσία κάθε τί που λέγεται περί Θεού, με σκοπό να υποβιβάσουν ασεβώς σε κτίσμα τη θεία ενέργεια, η οποία ενώ δε χωρίζεται, διαφέρει από την ουσία του Θεού, ως προερχόμενη από αυτήν, και μετέχεται από τα δημιουργήματα —γιατί όλα μετέχουν στην πρόνοια που πηγάζει από τη θεότητα, την αιτία των πάντων. Και η πρόφασή τους είναι, όπως λένε, να μη γίνουν δύο θεότητες, δηλαδή η πάνω από κάθε όνομα και αιτία και μέθεξη τρισυπόστατη Ουσία και η από αυτήν προερχόμενη ενέργεια του Θεού, η οποία μετέχεται και ονομάζεται. Δεν καταλαβαίνουν όμως ότι όπως ο Θεός και Πατέρας λέγεται Πατέρας αναφορικά προς τον Υιό, κι έχει άκτιστα το ότι είναι Πατέρας, αν και το «Πατέρας» δε σημαίνει ουσία, έτσι ο Θεός έχει άκτιστα και την ενέργεια, αν και η ενέργεια διαφέρει από την ουσία. Κι όταν λέμε μία θεότητα, περιλαμβάνομε όλα όσα είναι ο Θεός, και την ουσία και την ενέργεια. Εκείνοι λοιπόν είναι που διχοτομούν ασεβώς τη μία θεότητα του Θεού σε κτιστά και άκτιστα.