Κεφάλαιο 135

Έχει ο Θεός και κάτι που δεν είναι ουσία. Αλλά βέβαια επειδή δεν είναι ουσία, δε θα πει πως είναι συμβεβηκός. Γιατί εκείνο που όχι μόνο δε χάνεται, αλλά ούτε επιδέχεται ή προξενεί οποιαδήποτε αύξηση ή μείωση, δεν είναι δυνατό να συμπεριληφθεί στα συμβεβηκότα. Κι επειδή δεν είναι ούτε συμβεβηκός, ούτε ουσία, δε σημαίνει πώς είναι από τα εντελώς ανύπαρκτα, αλλά υπάρχει, και υπάρχει αληθινά. Δεν είναι συμβεβηκός, γιατί είναι εντελώς αμετάβλητο. Και δεν είναι ούτε ουσία, γιατί δεν είναι από αυτά που υπάρχουν καθ’ εαυτά. Γι’ αυτό και λέγεται συμβεβηκός κατά κάποιο τρόπο από μερικούς Θεολόγους, που θέλουν να δείξουν τούτο μονάχα, ότι δηλαδή δεν είναι ουσία. Καθένα από τα υποστατικά γνωρίσματα και κάθε μία υπόσταση δεν είναι μήτε ουσία μήτε συμβεβηκός σχετικά με το Θεό. Τί λοιπόν, γι’ αυτό το λόγο είναι από τα εντελώς ανύπαρκτα; Άπαγε! Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν και η θεία ενέργεια του Θεού, ούτε ουσία είναι, ούτε συμβεβηκός, μα ούτε και είναι από τα εντελώς ανύπαρκτα. και για να πω εκείνο που δέχονται όλοι οι Θεολόγοι· αν ο Θεός δημιουργεί επειδή το θέλει κι όχι γιατί το έχει στη φύση Του, άρα άλλο είναι το ένα και άλλο το άλλο, και επομένως αν είναι έτσι, άλλο είναι η θεία βούληση και άλλο η θεία φύση. Επειδή λοιπόν η βούληση του Θεού διαφέρει από τη φύση Του και δεν είναι ουσία, γι’ αυτό είναι και εντελώς ανύπαρκτη; Όχι βέβαια. Αλλά υπάρχει και ανήκει στο Θεό, ο οποίος δεν έχει μόνο ουσία, αλλά και βούληση, σύμφωνα με την οποία δημιουργεί. Και αν θέλει κανείς, ας την ονομάσει είτε συμβεβηκός από μία άποψη, αφού δεν είναι ουσία, είτε μη συμβεβηκός, αφού δεν προξενεί καμία σύνθεση ή αλλοίωση. Επομένως ο Θεός έχει και αυτό που είναι ουσία και αυτό που δεν είναι ουσία, κι ας μην ονομάζεται συμβεβηκός, δηλαδή τη θεία βούληση και ενέργεια.