Κεφάλαιο 57

Ποιος είμαι, άκτιστε Κύριε, εγώ η στάχτη και το χώμα, και πόσες είναι οι μέρες μου εμένα που περνώ σαν ίσκιος(Ψαλμ. 143, 4) και σαν σύντομο όνειρο, Άναρχε, μπροστά σ’ Εσένα που στα μάτια Σου τα χίλια χρόνια είναι σαν τη χθεσινή ημέρα που πέρασε, ή και όση η διάρκεια μιας φρουράς τη νύχτα(Ψαλμ. 89, 4); Και τί γνωρίζω εγώ μπροστά σ’ Εσένα που έκανες τους ουρανούς με γνώση(Ψαλμ. 135, 5) και τη γη και το σύμπαν με σοφία, και μάλιστα όλα μαζί και αυτοστιγμεί;Ποιος είμαι λοιπόν για να σταθώ καν μπροστά Σου, πανεύσπλαχνε, και να με κρίνεις;

Μη, παρακαλώ, μη, σε ικετεύω Δέσποτα· από τα βρέφη οι γονείς δε ζητούν λόγο για ό,τι κάνουν, ούτε καν ζητούν κάποιο έργο, αλλά με καλή καρδιά, με στοργή και ενδιαφέρον τα φροντίζουν με μαλακό τρόπο σε όσα χρειάζονται και τα τρέφουν όσο μπορούν και τα περιθάλπουν. Γι’ αυτό, Άγιε, ο πραγματικά αιώνιος προσφιλέστατος Πατέρας μας, ως Δημιουργός όλων των δικών μας κόσμων από το μηδέν, μη θυμώνεις για τις αμαρτίες και τις ανομίες μου, παρακαλώ, μήτε να ζητάς από εμένα έργα, Φιλάνθρωπε, ανάλογα της χάρης Σου, μη, Αγαθέ, μη. Αλλά όπως αρμόζει σε νήπια, έτσι και πολύ περισσότερο και χωρίς τέλος Εσύ συγχώρησε τα παραπτώματά μου και αύξανε την άχραντη δωρεά Σου σ’ εμένα, επειδή ως ασθενής στη φρόνηση έχω πολύ μεγάλη ανάγκη από βοήθεια. Ναι, Συ που με δημιούργησες και με έπλασες και με αναγέννησες, υπερύμνητε, με σκοπό πάντως υπεράγαθο: αφού δηλαδή με ευεργετήσεις υπερβολικά και με καταστολίσεις με θεουργικά κάλλη σαν γνήσια εικόνα Σου, να με δοξάσεις ανάλογα με την αιώνια και υπέρτατη δόξα· άλλωστε, ήρθες όχι για να κρίνεις, αλλά για να σώσεις τον κόσμο(Ιω. 3, 17). Αμήν.