Κεφάλαιο 58

Όπως βλέπεις κι Εσύ, Κύριε, που γνωρίζεις τα μυστικά της καρδιάς, κατακρίνω ο ίδιος τον εαυτό μου. Δε χρειάζομαι, υπέρσοφε, κανένα άλλο δικαστή. Μόνο για όποια υπάρχει αμφιβολία, υπεράγαθε, γίνεται κρίση από δικαστήριο. Όταν όμως ο κρινόμενος καταδίκασε από πριν μόνος του τον εαυτό του και βλέπει και ομολογεί αληθινά τον εαυτό του όχι μονάχα πως είναι απλώς αμαρτωλός, αλλά ότι αμαρτάνει κάθε ημέρα και ώρα, λυπήσου τον, φιλάνθρωπε Κύριε, και μη τον δικάσεις. Ζητώ έλεος και επαιτώ χάρη, ώ άφθονη Πηγή του ελέους και των ευεργεσιών. Εσένα παρακαλώ, που ευδόκησες να γίνεις άνθρωπος για μένα και που από άφθονη αγαθότητα δε μας τιμωρείς ανάλογα με τις ανομίες μας και από υπερβολική αγάπη δε μας ανταποδίδεις σύμφωνα με τις αμαρτίες μας(Ψαλμ. 102, 10)· αλλά μάλλον σε νικά η έμφυτη αγάπη Σου και απομακρύνεις από μας τις αμαρτίες μας όσο απέχει η ανατολή από τη δύση(Ψαλμ. 102, 12). Σε ικετεύω λοιπόν, ανεξίκακε Κύριε Ιησού Χριστέ, εύσπλαχνε Δέσποτα, και σε παρακαλώ, αν και ανάξια, να παραβλέψεις κάθε μου ανομία και κάθε μου αμαρτία και να χαρίσεις στην καρδιά μου τέλεια τη σφραγίδα του παναγίου Σου Πνεύματος, την πραγματικά αγία δωρεά, με τη δύναμη και τη σοφία Σου, για να πράττω έτσι με σοφία και φρόνηση πνευματική, με τη δύναμη της χάρης Σου, όσο είναι δυνατό, τα ευάρεστα ενώπιόν Σου, ώστε να τρέξουν πάλι στ’ αλήθεια οι πνευματικοί ποταμοί της άχραντης σοφίας Σου από την καρδιά μου με γνώση της αλήθειας και με το κατάλληλο φως κι έτσι να βρεθώ μ’ Εσένα, κοινωνός των μυστηρίων Σου, στους αιώνες των αιώνων, δηλαδή φωτισμένος από το υπερένδοξο φως Σου από τώρα, με το ανείκαστο έλεος και την ανέκφραστη χάρη Σου.

Αμήν.