Κεφάλαιο 61

Πολλά μού έρχονται, Κύριε, στο νου, αλλά δεν υπάρχει κανένα που να το κατανοώ με σιγουριά ως το τέλος, και γενικά ανάμεσα σε όλα δεν υπάρχει ούτε ένα που να μη με προδίδει κάπου η γνώση του. Γι’ αυτό ακριβώς, όπως είναι φυσικό, έχω αποδειχθεί πασίδηλα φτωχός στη γενική και πλήρη γνώση. Τον ουρανό τούτον εδώ και τη γη βέβαια τα βλέπω, τί είναι όμως αυτά και που εδράζονται και πώς κρατούν τη συνοχή τους και τα άλλα τα πάμπολλα γύρω από αυτά και τη φύση τους, τ’ αγνοώ ολοφάνερα. Τον αέρα, το νερό και τη φωτιά μπορώ πολύ εύκολα να τα δείξω σ’ όποιους θέλουν ποια όμως είναι η φύση του καθενός, αν ερωτήσει κανείς, και πώς το ένα κυλάει προς τα κάτω και το άλλο πηγαίνει προς τα επάνω, ενώ ο αέρας προς κάθε κατεύθυνση, γι’ αυτά ούτε το στόμα δεν μπορώ ν’ ανοίξω για να ψελλίσω κάτι. Αλλά τα παραλείπω αυτά, καταλαβαίνοντας ότι δεν έχω τι να πω. Και μία τρίχα, το ευτελέστατο αυτό πράγμα, ελάχιστα πέφτει στην αντίληψή μας από πού προέρχεται και πώς, και ποιά σειρά χρονική ακολουθούν και ποιά τάξη. Και τί αξίζει να γνωρίζεις πώς είναι οι τρίχες;

Γι’ αυτό σε παρακαλώ, Δέσποτα, ελευθέρωσέ με από το φρόνημα της οιήσεως, που γίνεται αιτία να κρίνω και να κατακρίνω τον πλησίον και κάθε άλλον. Έπειτα, πάρε με κάτω από τη σκέπη του κραταιού βραχίονά Σου, γιατί είμαι απλοϊκός και πολύ βραδύς στην αντίληψη. Ποιος άραγε γνωρίζει την έκταση του ουρανού και τον τόσο όγκο και το τόσο βάρος της γης και τον ταχύτατο και ακούραστο δρόμο του ηλίου που γίνεται με θαυμαστή τέχνη και ακρίβεια; Ποιος θα κατανοήσει τη δύναμη που διευθύνει με τόση σοφία όλα αυτά; Πώς να τα μάθει αυτά ο άνθρωπος που δεν έχει ούτε για το κουνούπι μια σχετική γνώση; Και από που να τα μάθει; Εγώ είμαι πολύ ανόητος και ανίσχυρος να εννοήσω τη δύναμη της σοφίας Σου. Και θαρρώντας μόνο στη χάρη Σου πρέπει να μιλώ είτε για τη θέωση, είτε για την υπερφυσική ένωση με το Θεό, που εκτελεί ο ίδιος ο Θεός και η υπερέχουσα νόησή Του.