Κεφάλαιο 20
Όταν ο νους βρίσκεται μέσα σε πολλά ή έστω και σε δύο, είναι φανερό ότι δε βλέπει το απλώς Ένα. Γι’ αυτό και είναι περιορισμένος και πεπερασμένος και θαμπός, γιατί τέτοια είναι όσα δεν είναι απολύτως απλά. Όταν όμως έρθει σε ανέπαφη επαφή με το πραγματικά Ένα, ατενίζοντάς το με τη χάρη του Πνεύματος νοερά και χωρίς αισθητά μάτια, τότε γίνεται άναρχος, άπειρος, αόριστος, ασχημάτιστος και άμορφος, περιβάλλεται την αφωνία και ασκεί σιωπή μέσα σε έκπληξη· γεμίζει από ευχαρίστηση και «πάσχει» τα ανεκλάλητα. Μην πεις όμως ότι λέω πως ο νους γίνεται άναρχος και άπειρος και αόριστος κατά την ουσία του· όχι, αλλά γίνεται κατά την ενέργεια, αφού εκείνο που αλλάζει στο νου δεν είναι η ουσία του αλλά η ενέργεια. Γιατί αν άλλαζε κατά την ουσία με το να δει και να «πάθει» τη θέωση, δηλαδή να θεωθεί από τη θεωρία του Θεού, θα ήταν θεός κατά την ουσία. αλλά το να είναι θεός κατά την ουσία δεν το έχει ούτε και κανένας από τους Αγγέλους, εκτός από τον μόνο και ύψιστο και ένα Θεό. Αν λοιπόν είναι άτοπο να πούμε ότι ο νους θεώνεται κατά την ουσία του, απομένει να πούμε ότι αυτό το πάσχει με την ίδια την δράση. Άρα ο νους έχει στη φύση του να αλλοιώνεται όχι στην ουσία του, αλλά στην ενέργειά του. Εξάλλου αν μεταβάλλεται από τη φύση του ο νους, όπως είπαμε, ανάλογα με αυτά που θεωρεί, και αφού θεωρεί όχι τη θεία ουσία αλλά τη θεία ενέργεια, άρα ούτε ο ίδιος δεν αλλοιώνεται κατά την ουσία, αλλά κατά την ενέργεια.