Κεφάλαιο 37
Όταν ο νους ανεβεί στη χώρα της θείας Κρυφιότητας, σωπαίνει φυσικώς, ενοποιημένος με την απλότητα και συνεπώς φωτιζόμενος ενοειδώς από το υπέρ νουν Ένα με τη μετοχή του Πνεύματος.
Τι μπορεί δηλαδή να πει, αφού έχει φτάσει πάνω από τη νοερότητά του και βγήκε έξω από κάθε νόημα κι έμεινε γυμνός, ως ανώτερος πια από τη νόηση; Γιατί βέβαια, αν ακόμη έχει κάτι να πει, είναι φανερό οτι και νοεί, αφού ο λόγος ακολουθεί το νόημα. Και αν νοεί κάτι, πώς στέκεται στη χώρα της Κρυφιότητας; Δεν είναι στην κυριολεξία κρυφό εκείνο που άλλος δεν το βλέπει, το βλέπει εντούτοις ο νους. Έτσι πολλά θα μπορούσαν να ονομάζονται κρυφά, αφού πάμπολλα ή, για να πω έτσι, όλα όσα βλέπει ο νους, τα βλέπει χωρίς να γνωρίζει άλλος ότι τα βλέπει. Έτσι λοιπόν τα κρυφά θα πλησίαζαν και το άπειρο, πράγμα άτοπο. Γιατί Ένα είναι το κρύφιο στην κυριολεξία, στο οποίο ο νους ανεβαίνει ύστερα απ’ όλα, από το οποίο προέρχεται το παν, είτε είναι ορώμενο είτε νοούμενο. Και μάλιστα και αυτός, επειδή ανέβηκε πάνω απ’ όλα τα ορώμενα και λεγόμενα και νοούμενα, φτάνει σε κατάσταση έξω και από τη νόηση και την όραση και το λόγο. Όσο όμως μπορεί και μιλά, δεν έχει ακόμη ανεβεί τόσο πολύ, ούτε έφτασε στη θεία Κρυφιότητα. Γιατί αυτό σημαίνει ότι νοεί· αλλά βέβαια το κρυφό είναι ακατανόητο κι επομένως υπερβαίνει και το λόγο.
Άρα ο νους, όταν ανεβεί στη χώρα της θείας Κρυφιότητας και γίνει ενιαίος, ασκεί σιωπή, όχι θεληματικά, αλλά φυσικά, φωτιζόμενος ενιαία από το υπέρλογο Ένα.