Κεφάλαιο 38

Αν οι λόγοι από τη φύση τους κάνουν το νου να προχωρεί και να προοδεύει, άρα όταν προκόψει τον ανεβάζουν εκεί όπου δε φτάνει λόγος, δηλαδή σε κάτι που τελείται στη σιωπή. Αν οι λόγοι ήταν πάντοτε στο νου κι αν η ψυχή έχει πάντοτε την ανάγκη τους, εγώ δε βλέπω ποια είναι η νοερή προκοπή από το λόγο. Γιατί ο λόγος δεν είναι ωφέλιμος μόνο στην πράξη, αλλά εξίσου και στη θεωρία. Όταν όμως ο νους ανεβαίνει από τους σχηματισμένους κατά τα όντα λόγους προς το απλό και υπέρλογο και ασχημάτιστο, το απολύτως και κυρίως Ένα, τότε κάθε λόγος φαίνεται περιττός, ή, για να πούμε πιο αληθινά, είναι εμπόδιο. Οι λόγοι αποτελούν γενικά μετάβαση από το ένα νόημα στο άλλο. Αλλά το απλό και απόλυτο και απεριόριστο και ασχημάτιστο και ολωσδιόλου Ένα, με την κύρια και υπέρλογη ύπαρξή Του, πώς θα έχει ανάγκη από λόγους; Για να μεταβεί που; Ή πώς θα περιληφθεί κάπου; Γιατί ο λόγος κατά κάποιο τρόπο περιλαμβάνει. Αυτό όμως είναι απερίληπτο, ως απεριόριστο και ασχημάτιστο. Αν λοιπόν δεν αρμόζει λόγος στο υπέρ νουν κρύφιο Ένα, επειδή είναι απερίληπτο και ασχημάτιστο, άρα του αρμόζει σιωπή. Όσοι άρα προκόψουν με το λόγο, πρέπει να καταλήξουν στη σιωπή, εφόσον έφτασαν στο να θεωρούν απλά, αδιαμόρφωτα και ασχημάτιστα.