Κεφάλαιο 44

Η φύση του νου είναι να νοεί, και η νόηση εκδηλώνεται με κίνηση και μετάβαση. Επειδή όμως ο νους όταν φτάσει στο Θεό είναι πάνω από νόηση και κίνηση, εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι ο νους υπερβαίνει τη φύση του με το να φαντάζεται απόλυτα το Θεό. Γιατί είναι γνωστό ότι κάθε νόημα γίνεται από κάποιο πράγμα. Όπου όμως δε θεωρείται ένα πράγμα, νόημα ούτε γεννιέται, ούτε καν βρίσκεται. Ο Θεός λοιπόν, επειδή με κανένα τρόπο δεν είναι δυνατόν να γίνει ορατός πραγματικά, δημιουργεί στο νου την πρέπουσα φαντασία από τα σχετικά με Αυτόν, από εκείνα δηλαδή που ενεργεί· αυτά έχουν θέση δυνάμεως που προέρχεται από κάποιο δυνατό. Εφόσον λοιπόν ο νους σε όλα τα άλλα συνηθίζει να θεωρεί τις δυνάμεις μαζί με τα δυνατά, το ίδιο επιδιώκει να αισθανθεί κι όταν πρόκειται για το Θεό. Κι επειδή του είναι τελείως αδύνατο, γιατί αυτό υπερβαίνει τη φύση κάθε κτιστού νου, θεωρεί τα σχετικά με το Θεό και φαντάζεται χωρίς όραση, όπως λέγεται, το Θεό με απλή και άμεση ενατένιση. Και αφού ησυχάσει κι επιτύχει θεία ευμένεια κι ενεργήσει μέσα του το θείο και προσκυνητό Πνεύμα, από τη συνεχέστερη νόηση αρπάζεται σε μια κατάσταση άμορφη και χωρίς ποιότητα και απλή, εισδύοντας το ταχύτερο μέσα στην καρδιά με την υπερφυσική δύναμη του Πνεύματος και σταματώντας στη φαντασία του Θεού χωρίς να νοεί τίποτε, αλλά υπερβαίνοντας τη νόηση. Από το να νοεί επομένως τα σχετικά με το Θεό, υψώνεται στη φαντασία του Θείου, όπως είπαμε, αφού αποκατασταθεί η απλότητά του, και λέγεται ότι είναι πάνω από τη φύση του, γιατί ξεπερνά τη νόηση.