Κεφάλαιο 45

Ο,τιδήποτε ονομάζεται κρύφιο, είναι ανάγκη να έχει κάτι φανερό, που να υποδηλώνει την κρυφιότητά του. Αν όχι, είναι όμοιο με το μη ον. Γιατί εκείνο που δε δίνει ολότελα κανένα σημείο της υπάρξεώς του, μπορεί να νομιστεί ίσο με το ολότελα ανύπαρκτο. Και βέβαια, και στην κρυφιότητα του Θεού συνυπάρχουν μερικά σημεία φανερά, που ιχνηλατώντάς τα, θα λέγαμε, ο νους, αισθάνεται τη θεία αποκρυφιότητα, και από το καταληπτό του Θεού ανεβαίνει στο ακατάληπτο. Κι όταν φτάσει σ’ αυτό, γνωρίζει με ακρίβεια ότι υπάρχει κάτι, το οποίο διαφεύγει τη φυσική του αντιληπτικότητα και, ως υπέρφωτο, είναι πάνω από κάθε δυνατότητα κατανοήσεως, ακόμη και αγγελικής. Είναι αίτιο και αρχή και πέρας κάθε φύσεως και ουσίας και όντος, ενώ το ίδιο είναι υπερφυσικό και υπερούσιο, άπειρα υψηλότερο από κάθε ύπαρξη, αγέννητο και άναρχο και απεριόριστο και γενικά απερίληπτο στη φύση και στον τόπο και στο χρόνο. Αυτό είναι το απόκρυφο υπέρ νουν Ένα. Και η θεία κατανόηση, που προέρχεται από Αυτό, είναι φυσικά άφθονη και μας ελκύει και πάλι προς Αυτό και κατά κάποιο τρόπο μας ανακυκλώνει με νοερές χειραγωγίες και επιστροφές και ανυψώσεις προς το αρχικό απόκρυφο υπερφυσικό Ένα.. Μας ενώνει μαζί Του, στο βαθμό μόνο που θα νοήσομε ότι υπάρχει και ότι είναι Ένα, κι ακόμη ότι είναι οπωσδήποτε αδιανόητο να μάθομε τι είναι στην ουσία Του αυτό το απόκρυφο Ένα. Εκείνο που είναι πάνω από το νου και ξεφεύγει τη διάνοια, πώς θα μπορούσε ο λόγος να το περιγράψει; Το νοητό όμως που δεν μπόρεσε ο λόγος να περιγράψει, το ατενίζει ο νους άφωνα και ανείπωτα και σιωπηλά με τρόπο ενοειδή και πέρα από έννοια, ως απόκρυφο, και χαίρεται γι’ Αυτό που είναι ο Αίτιος και ο Προνοητής και καταλαμβάνεται από έκπληξη γιατί είναι υπέρφωτο και υπεράγαθο, υπέρσοφο και υπερδύναμο, και απολαμβάνει έτσι θεία αγαλλίαση, επειδή είναι άπειροι και απεριόριστοι όλοι εκείνοι από τους οποίους βλέπεται το υπερούσιο απόκρυφο Ένα· αυτό είναι βεβαιότατα κάτι το ακόλουθο στη λογική φύση. Το ανακόλουθο είναι, ενώ βρίσκεται σε αυτά ο νους, να χρησιμοποιεί λόγια και να εκφράζεται μεταβαίνοντας από νόημα σε νόημα. Εκείνος λοιπόν που δεν ασκεί τη σιωπή αλλά χρησιμοποιεί τα λόγια, στερείται από την κορυφαία κατάσταση του νου. Αυτή η κατάσταση, όπως θα ομολογούσαν κι εκείνοι που δε βάζουν στο νου τους διόλου την αλήθεια, είναι ότι ο νους έχει φτάσει στο ακρότατο όριο της ενέργειάς του. Και ακρότατο όριο είναι η ενατένισή του προς το Ακρότατο, η οποία, όπως λένε, γίνεται χωρίς όραση και πολύ περισσότερο χωρίς λόγια.