Κεφάλαιο 63
Όταν ο νους, έχοντας δεχτεί τη θεία ενοειδή φανέρωση με νοερή ενατένιση, καταφωτίζεται αλλοιωμένος από το Άγνωστο που είναι πάνω και πέρα από κάθε γνώση, και γίνεται αδιαίρετος και απλός και απροσδιόριστος καθώς καταλάμπεται ενιαία στο θείο γνόφο και θεωρεί κάλλος απερίγραπτο λόγω της υπερβολικής απλότητας, άμορφο λόγω της υπεροχής του ως προς κάθε μορφή, άναρχο λόγω της υπερβάσεως όποιας αρχής, απερίληπτο το ίδιο ενώ περιέχει όλα τα πέρατα και όποια περιοχή, να γεμίζει τα πάντα ως υπερπλήρες μα το ίδιο να είναι άπειρο· και γενικά, όταν ο νους, παραβλέποντας όλα τα όντα και βλέποντας το Ένα μόνο, θεωρήσει τα πάντα με ανείπωτη δύναμη νοερότητας που υπερβαίνει τη νόηση, τότε είναι καιρός να σωπαίνει και μυστικά και υπερκόσμια, ή μάλλον, να πω έτσι, χωρίς όραση και χωρίς λαλιά ν’ απολαμβάνει την απλή απόλαυση της αλήθειας με θειότερο τρόπο μυήσεως. Όταν όμως όσα ειπώθηκαν δε βρίσκονται στο νου κι εμφανίζεται γύρω από αυτόν διαίρεση, τότε είναι καιρός να μιλά. Πλην όμως να λέει εκείνα που είναι άξια να ξαναοδηγήσουν στη σιωπή. Γιατί είναι καλύτερη, με μεγάλη διαφορά, από κάθε λόγο η υπέρλογη, που θα λεγόταν πολύ εύλογα και έγκαιρη σιγή. Όπως και ο Σολομών που την προτάσσει πάρα πολύ, λέει ότι είναι καιρός να σωπαίνει κανείς και έπειτα είναι καιρός να μιλά(Εκκλ. 3, 7). Άριστο και μάλιστα πρώτης τάξεως είναι η σιωπή στην ώρα της. Αν δεν γίνεται αυτό, ούτε ο νους προσεγγίζει ενοειδώς τα πάνω από το λόγο, τότε δεύτερο ας είναι το να μιλά στον κατάλληλο καιρό. Και για να είναι η ομιλία συγγενής και κοντά με τη σιγή, έτσι κι αυτό ας γίνεται στον καιρό που πρέπει, σαν να βιάζεται να επιστρέψει στη σιγή, με την ομιλία και την αδιάκοπη νόηση των θείων και με το να βλέπει την κτίση με όλη του τη δύναμη να καθρεφτίζει μέσα της τον Κτίστη, για τον οποίο αυτή διηγείται. Αυτό είναι το να μιλά κανείς στον καιρό που πρέπει. Πρέπει όμως να το υπογραμμίσω, αναπτύσσοντάς το και ως εξής.