Κεφάλαιο 47
Όταν, Μοναχέ, σου συμβούν αυτά, έχεις όμως στην ψυχή σου μεγάλο ζήλο και πόθο για την τελειότητα, ώστε να επιθυμήσεις να εκπληρώσεις κάθε εντολή του Θεού, και να μην πέφτεις και αμαρτάνεις ούτε ακόμη και σε μάταιο λόγο, και να μην υπολειφθείς κανένα από τους παλιούς Αγίους στην πράξη, στη γνώση και στη θεωρία· και παρ’ ολα αυτά βλέπεις τον εαυτό σου να εμποδίζεται από εκείνον που σπέρνει τα ζιζάνια της αθυμίας και δε σε αφήνει να φτάσεις σε τέτοιο ύψος αγιοσύνης υποβάλλοντάς σου λογισμούς αθυμίας και λέγοντας: «Αδύνατο μέσα στον κόσμο να σωθείς και να φυλάξεις απαρασάλευτα όλες τις εντολές του Θεού»· τότε εσύ κάθισε μόνος σε μιά γωνιά, περιόρισε τον εαυτό σου, συγκέντρωσε το λογισμό σου, πάρε καλή απόφαση στην ψυχή σου και πες: «Γιατί, ψυχή μου, είσαι περίλυπη; Γιατί με συνταράζεις; Στήριξε την ελπίδα σου στο Θεό, γιατί σ’ Αυτόν θ’ ανοίξω την καρδιά μου. Σωτηρία μου δεν είναι τα έργα μου, αλλά ο Θεός μου. Με τα έργα του νόμου ποιος μπορεί να σωθεί; Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να δικαιώσει τον εαυτό του ενώπιον του Θεού. Πιστεύοντας όμως στο Θεό μου, ελπίζω να μου χαρίσει Αυτός τη σωτηρία ένεκα της ανέκφραστης ευσπλαχνίας Του. Φύγε πίσω μου, σατανά. Εγώ προσκυνώ τον Κύριο και Θεό μου και Τον λατρεύω από τη νεότητά μου. Αυτός μπορεί να με σώσει με μόνο το έλεός Του. Απομακρύνσου λοιπόν από μένα. Ο Θεός που με έκανε κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του, θα σε καταργήσει.»