Κεφάλαιο 2

Ν’ αποφεύγεις τις αισθήσεις, και θα αδρανοποιήσεις την ηδονή των αισθητών. Ν’ αποφεύγεις τις φαντασίες των ευχαρίστων πραγμάτων κατά τη διάνοια, και θα καταργήσεις την ηδυπάθεια των λογισμών. Κι όταν ο νους μένει χωρίς φαντασίες, γιατί δεν επιτρέπει ούτε στους τρόπους της ηδονής, ούτε στους λογισμούς της επιθυμίας να του αποθέτουν το εκτύπωμα και τη σφραγίδα τους, τότε βρίσκεται στην καθαρότητα. Και αφού ανεβεί πάνω απ΄ όλα τα αισθητά και τα νοητά, ανεβάζει την έννοια στο Θεό. Και με τη συνεχή μνήμη, φωνάζει από τα βάθη της ψυχής του το όνομα του Κυρίου και τίποτε άλλο, όπως το βρέφος φωνάζει το όνομα του πατέρα του. «Θα καλέσω, λέει στη Γραφή, με το όνομά μου τον Κύριο ενώπιόν σου»(Εξ. 33, 19). Κι όπως ο Αδάμ, αφού πλάστηκε από χώμα με το χέρι του Θεού, έγινε ψυχή ζώσα με το θείο εμφύσημα(Γεν. 2, 7), έτσι κι ο νους, αφού διαπλαστεί με τις αρετές, προφέροντας αδιάκοπα την επίκληση του Κυρίου με καθαρή διάνοια και θερμή διάθεση, υφίσταται τη θεία αλλοίωση, καθώς ζωογονείται και θεοποιείται, επειδή γνωρίζει και αγαπά το Θεό.