Κεφάλαιο 82
Κάθε νόηση εμπεριέχει οπωσδήποτε την έννοια του πλήθους, ή τουλάχιστον της δυάδας, γιατί αποτελεί τη μέση σχέση δύο άκρων, καθώς ενώνει μεταξύ τους αυτό που νοεί και αυτό που νοείται (το νοούν και το νοούμενο)· και κανένα από τα δύο αυτά δε διασώζει την τέλεια απλότητα. Το νοούν είναι ένα υποκείμενο, καθώς συνεπινοείται μαζί του η δύναμη να νοεί. Και το νοούμενο είναι πάντως υποκείμενο, και ή έχει συνεπινοουμένη μέσα στο νοούν υποκείμενο τη δύναμη να νοείται, ή έχει ως προϋπάρχουσα την ουσία εκείνου του οποίου είναι δύναμη. Γιατί κανένα ον δεν είναι εντελώς αυτό καθ’ αυτό απλή ουσία ή νόηση για να είναι και μονάδα αδιαίρετη. Ο Θεός όμως, είτε ουσία Τον πούμε, δεν έχει φυσικώς συνεπινοούμενη μαζί Του τη δύναμη να νοείται, γιατί διαφορετικα θα ήταν σύνθετος· είτε νόηση Τον πούμε, δεν έχει φυσικώς ουσία επιδεκτική νοήσεως, αλλά ο Θεός είναι νόηση κατ’ ουσίαν. Και είναι όλος νόηση, και μόνο νόηση, και ο ίδιος είναι κατά τη νόηση ουσία, και όλος ουσία και μόνον ουσία, και όλος πάνω από ουσία, [και όλος πάνω από νόηση,] γιατί είναι και μονάδα αδιαίρετη και χωρίς μέρη και απλή. Εκείνος λοιπόν που έχει με οποιοδήποτε τρόπο νόηση, δεν βγήκε ακόμη από τη δυάδα· εκείνος όμως που την άφησε ολότελα, μπήκε οπωσδήποτε στη μονάδα, εγκαταλείποντας με την υπέρβαση τη δύναμη της νοήσεως.