Κεφάλαιο 97
Σ’ εκείνους που μελετούν με μεγάλη επιμέλεια τις θείες Γραφές, ο Κύριος παρουσιάζεται να έχει δύο μορφές. Η μία είναι κοινή και πιο δημώδης και [όχι] σε λίγους θεατή, και σ’ αυτήν αναφέρεται η φράση: “Τον είδαμε και δεν είχε ωραιότητα ούτε κάλλος”(Ησ. 53,2). Η άλλη είναι πιο μυστική και λίγοι τη φτάνουν, όσοι έχουν γίνει ήδη όμοιοι με τους αγίους αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη, μπροστά στους οποίους μεταμορφώθηκε ο Κύριος με λαμπρότητα που υπερβαίνει την αίσθηση(Ματθ. 17,2· Β΄ Πετρ. 1, 17-18). Με τη μορφή αυτή είναι ωραίος περισσοτερο απ’ όλους των υιούς των ανθρώπων(Ψαλμ 44,3). Από αυτές τις δύο μορφές η πρώτη είναι κατάλληλη για τους αρχαρίους, η δεύτερη για εκείνους που έγιναν τέλειοι στη γνώση, ο καθένας ανάλογα με τη δυνατότητά του. Η μία μορφή είναι εικόνα της πρώτης παρουσίας του Κυρίου· σ’ αυτήν, που καθαρίζει με τα παθήματα τους πρακτικούς, αντιστοιχεί το γράμμα του Ευαγγελίου. Η άλλη είναι προεικόνιση της ένδοξης δευτέρας παρουσίας Του· σ’ αυτή νοείται το πνεύμα του Ευαγγελίου, και αυτή μεταμορφώνει προς τη θέωση με τη σοφία τους γνωστικούς καθώς, με τη μεταμόρφωση του Λόγου που γίνεται μέσα τους, αυτοί αντανακλούν με ακάλυπτο πρόσωπο τη λαμπρότητα του Κυρίου(Β΄ Κορ. 3, 18).