Κεφάλαιο 59
Εκείνος που έχει προσβληθεί από κενοδοξία για την αρετή του ή τη γνώση του, αυτός τρέφοντας μάταια σαν τον Αβεσαλώμ τα μαλλιά της οιήσεως, επιδεικνύει τον ηθικό βίο του επιτηδευμένο και μεικτό, σαν διπλής καταγωγής ημίονο, για να εξαπατά όσους τον βλέπουν. Και πετώντας εξαιτίας του στα σύννεφα, πιστεύει ότι θα υποτάξει τον πνευματικό του πατέρα που τον γέννησε με τη διδασκαλία του λόγου, θέλοντας, όλη τη δόξα της αρετής και της γνώσεως που έχει ο πνευματικός του πατέρας από το Θεό,σαν υπερήφανος που είναι να την τραβήξει με τυραννικό τρόπο στον εαυτό του. Βγαίνοντας όμως αυτός στο πλάτος της πνευματικής θεωρίας της φύσεως για τον λογικό πόλεμο υπέρ της αλήθειας, και επειδή η αίσθησή του είναι ακόμη ζωντανή, πιάνεται στο δάσος από την κοσμική βελανιδιά των υλικών θεαμάτων, έχοντας την ίδια την κούφια οίηση σαν δεσμό θανάτου να τον κρεμάει ανάμεσα στον ουρανό και στη γή(Β΄ Βασ. 18, 9). Γιατί ο κενόδοξος δεν έχει γνώση που να τον έλκει σαν ουρανός από την οίηση που τον σέρνει προς τα κάτω· ούτε πάλι έχει γη, εννοώ τη βάση της πράξεως που στηρίζεται στην ταπείνωση, η οποία να τον έλκει κάτω από κει που τον ανεβάζει η έπαρση. Αυτόν, από φιλανθρωπία, τον πενθεί και πεθαμένο ο διδάσκαλος που τον γέννησε(Β΄ Βασ. 18, 33) πνευματικά, ως φιλόθεος και μιμούμενος το Θεό, γιατί δε θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού, όσο το να μετανοήσει και να ζήσει(Ιεζ. 33, 11).