Κεφάλαιο 39
Μετά την παράβαση όλοι οι άνθρωποι είχαν την ηδονή να προηγείται φυσικώς από τη γέννησή τους, και απολύτως κανείς δεν υπήρχε φυσικώς ελεύθερος από την εμπαθή με ηδονή γέννηση· όλοι, σαν να κατέβαλλαν φυσικό χρέος, υπέφεραν τους πόνους και το θάνατο εξαιτίας της. Και ήταν τελείως αδύνατο να βρεθεί τρόπος απελευθερώσεως γι’ αυτούς που τυραννούνταν από την άδικη ηδονή και κρατούνταν από τους δίκαιους πόνους και τον ακόλουθο δικαιότατο θάνατο. Ο άνθρωπος, καθώς είχε την αρχή της ζωής του από τη φθορά με την ηδονή και τελείωνε τη ζωή του στη φθορά με το θάνατο, σπαραζόταν με ελεεινό τρόπο πάσχοντας από την αδικότατη ηδονή και τους εξαιτίας της δικαιότατους πόνους. Για την εξάλειψη λοιπόν αυτών, όπως επίσης και για την επανόρθωση της ανθρώπινης φύσεως που έπαθε, έπρεπε να επινοηθεί πόνος και θάνατος άδικος μαζί και αναίτιος· αναίτιος, γιατί δεν θα είχε καθόλου την ηδονή να προηγείται και να τον δημιουργεί, και άδικος, γιατί δεν θα διαδεχόταν καμιά εμπαθή ζωή· έτσι ώστε, αφού βρεθεί, ανάμεσα σε άδικη ηδονή και σε δικαιότατο πόνο και θάνατο, αδικότατος πόνος και θάνατος, να εξαλείψει ολότελα την αδικότατη αρχή που προέρχεται από την ηδονή και το εξαιτίας της ηδονής δικαιότατο τέλος της ανθρώπινης φύσεως με το θάνατο, και να γίνει πάλι ελεύθερο το γένος των ανθρώπων από ηδονή και οδύνη και να πάρει πάλι πίσω την αρχική ευτυχία η ανθρώπινη φύση, χωρίς να τη μολύνει κανένα από τα γνωρίσματα όσων βρίσκονται κάτω από γέννηση και θάνατο.
Γι’ αυτό, ο Λόγος του Θεού, που είναι τέλειος Θεός κατά τη φύση, γίνεται τέλειος άνθρωπος με ψυχή νοερή και σώμα κατά φύση επιδεκτικό παθημάτων παρόμοια μ’ εμάς, μόνο που δεν είχε αμαρτία. Δεν είχε διόλου την ηδονή που προήλθε από την παρακοή να προηγείται της γεννήσεώς Του μέσα στο χρόνο από γυναίκα. Την οδύνη πάλι που προήλθε από την ηδονή και αποτελεί το τέλος της φύσεως, την αναδέχθηκε θεληματικά από φιλανθρωπία, με σκοπό, πάσχοντας αδίκως, ν’ αφανίσει την από άδικη ηδονή αρχή της γενέσεως που κυριαρχεί στην ανθρώπινη φύση —γιατί ο θάνατος του Κυρίου δεν ήταν σαν χρέος που θα πληρωνόταν εξαιτίας της, όπως συμβαίνει με τους άλλους ανθρώπους, αλλά μάλλον ήταν όπλο εναντίον της—, όπως επίσης και να εξαφανίσει το δίκαιο μέσω του θανάτου τέλος της φύσεως, γιατί δεν είχε ως αιτία του είναι Του την παράνομη ηδονή, λόγω της οποίας εισήλθε ο θάνατος και αποτελεί τη δίκαιη τιμωρία της.