Κεφάλαιο 50
Αν εμείς, που με τη χάρη του Πνεύματος αξιωθήκαμε να γίνομε οίκος Θεού(Εβρ. 3, 6), οφείλομε να δείχνομε τόσο μεγάλη υπομονή στα παθήματα προς χάρη της δικαιοσύνης για καταδίκη της αμαρτίας, και σαν να είμαστε κακούργοι να υπομένομε πρόθυμα τον επονείδιστο θάνατο, ενώ είμαστε αγαθοί, τότε ποιό θα είναι το τέλος εκείνων που απειθούν στο Ευαγγέλιο του Θεού(Α΄ Πέτρ. 4, 17); Δηλαδή ποιό θα είναι το τέλος, η καταδίκη, εκείνων οι οποίοι όχι μόνον διατήρησαν με προθυμία ζωντανή και ενεργό στην ψυχή και στο σώμα με την προαίρεση και τη φύση τους ως το τέλος την με ηδονή γένεση της φύσεως που οφείλεται στον Αδάμ και που κυριάρχησε στη φύση, αλλά και δε δέχθηκαν μήτε το Θεό Πατέρα που τους καλούσε κοντά Του διά μέσου του σαρκωθέντος Υιού Του, μήτε πάλι τον ίδιο τον Υιό και μεσίτη που ήρθε απεσταλμένος του Πατέρα(Α΄ Τιμ. 2, 5); Ο οποίος Υιός, για να μας συμφιλιώσει με τον Πατέρα, παρέδωσε θεληματικά και με τη βούληση του Πατέρα τον εαυτό Του στο θάνατο για χάρη μας, έτσι ώστε να δοξάσει εμάς με τον εαυτό Του, καταλαμπρύνοντάς μας με το κάλλος της θεότητάς Του τόσο, όσο Αυτός για χάρη μας καταδέχθηκε να περιφρονηθεί για τα παθήματά μας.