Κεφάλαιο 42

Η ακροβυστία είναι κάτι φυσικό. Και κάθε τι το φυσικό είναι έργο θείας δημιουργίας και πολύ καλό, σύμφωνα με το ρητό: «Και είδε ο Θεός όλα όσα δημιούργησε και ιδού, ήταν πολύ καλά»(Γέν. 1, 31). Ο Νόμος όμως, με το να διατάζει την αφαίρεση με περιτομή της ακροβυστίας ως ακάθαρτης(Γέν. 17, 10-14), παρουσιάζει το Θεό να διορθώνει με τέχνη το έργο Του, πράγμα που και να το διανοηθεί μόνο κανείς είναι ασεβέστατο. Εκείνος λοιπόν που μελετά από φυσική άποψη τα σύμβολα του Νόμου, γνωρίζει ότι ο Θεός δε διορθώνει τη φύση με την τέχνη, αλλά διατάζει να περιτέμνεται το παθητικό μέρος της ψυχής που οφείλει να υπακούει στο λογικό· αυτό δηλώνεται συμβολικά με το σωματικό μόριο και αποβάλλεται από τη γνώση μέσω της ανδρείας της προαιρέσεως που εκδηλώνεται στην πράξη. Γιατί ο ιερέας που εκτελεί την περιτομή σημαίνει τη γνώση, η οποία έχει για μαχαίρι εναντίον του πάθους την έμπρακτη ανδρεία του λογικού. Σβήνει η παράδοση του Νόμου όταν το πνεύμα υπερτερεί επάνω στο γράμμα.