Κεφάλαιο 2
Εκείνοι λοιπόν που διεξάγουν νοητό αγώνα, οφείλουν να εκλέγουν από τις θείες Γραφές εργασίες πνευματικές και να τις βάζουν πάνω στο νου σαν υγιεινά επιθέματα. Και από το πρωί, με ακριβή μνήμη του Θεού και αδιάλειπτη μέσα στην ψυχή την ευχή του Ιησού Χριστού, πρέπει να στεκόμαστε με ανδρεία και αποφασιστικότητα στην πύλη της καρδιάς και να θανατώνομε με τη φρούρηση του νου όλους τους αμαρτωλούς της γης (Ψαλμ. 100,8), όπως λέει ο Δαβίδ, δηλαδή τους λογισμούς, και με την έκσταστη και έκταση της πιστής μνήμης του Θεού να κόβομε για τον Κύριο τα κεφάλια των τυράννων (Αββ. 3,14) και τις αρχές των εχθρικών λογισμών. Γιατί βέβαια γνωρίζομε ότι και στους νοητούς αγώνες υπάρχει κάποια θεϊκή εργασία και τάξη. Έτσι πρέπει να κάνομε βάζοντας τον εαυτό μας, έως ότου έρθει ο παρών καιρός του φαγητού. Κατόπιν, αφού ευχαριστήσομε τον Κύριο, ο οποίος από φιλανθρωπία και μόνο μας χορταίνει διπλά, και με πνευματική και σωματική τροφή, να αφιερώνομε το χρόνο μας στη μνήμη και μελέτη του θανάτου και την άλλη μέρα να συνεχίζομε με δύναμη την πρωινή μας εργασία. Όταν τα κάνομε αυτά κάθε μέρα, μόλις που θα μπορέσομε να ξεφύγομε με τη βοήθεια του Κυρίου τα δίχτυα του νοητού εχθρού. Καθώς αυτά πολυκαιρίζουν μέσα μας, γεννούν τα τρία τούτα, πίστη, ελπίδα και αγάπη. Η πίστη μάς προδιαθέτει να φοβόμαστε το Θεό αληθινά. Η ελπίδα, αφού υπερπηδήσει το δουλικό φόβο, ενώνει τον άνθρωπο με την αγάπη του Θεού. αφού βέβαια η ελπίδα δεν καταισχύνει (Ρωμ. 5,5), επειδή γεννά τη διπλή αγάπη, από την οποία εξαρτώνται όλος ο Νόμος και οι Προφήτες (Ματθ. 22,40). Η αγάπη τέλος, δε χάνει ποτέ την αξία της (Α΄ Κορ. 13,8), αλλά αφού γίνει αιτία να εκπληρώνει στον παρόντα αιώνα τους θείους νόμους εκείνος που την έχει, τον συνοδεύει και στον μέλλοντα.