Κεφάλαιο 57

Ό,τι αγάπησε κανείς αυτού του κόσμου, αυτό και βαραίνει τη διάνοιά του και κατά κάποιο τρόπο τη σύρει προς τα κάτω και την πιέζει και δεν την αφήνει να ανασηκωθεί. Γιατί αυτών των ανθρώπων τα σταθμά και η κλίση και η ζυγαριά του θελήματος είναι σαν να κρέμονται από την καρδιά τους, και από εδώ γίνεται έλεγχος και εξέταση όλου του ανθρώπινου γένους, δηλαδή των Χριστιανών που κατοικούν στις πόλεις ή στα όρη, στα μοναστήρια, στην ύπαιθρο ή στις ερήμους.

Αν δηλαδή κάποιος δελεάζεται θεληματικά από κάτι που αγαπά, αποκαλύπτεται ότι δεν παρέδωσε ακόμη όλη την αγάπη του στο Θεό. Αγάπησε ένας ας πούμε κτήματα, άλλος χρήματα, άλλος την κοιλιοδουλεία ή το να χαρίζεται στις επιθυμίες της σάρκας, άλλος αγάπησε τη σοφία των λόγων για πρόσκαιρη δόξα, άλλος τα αξιώματα, άλλος τις τιμές των ανθρώπων, άλλος την οργή και τη μνησικακία —γιατί το να παραδώσει κανείς τον εαυτό του στο πάθος, σημαίνει ότι το αγαπά.

Άλλος αγάπησε ανώφελες συζητήσεις, άλλος γενικά να αφήνει το νου του εδώ κι εκεί, ή να δίνει προσοχή σε λόγια μάταια ή να κάνει το δάσκαλο για ανθρώπινη δόξα. Άλλος πάλι κλίνει προς τη χαύνωση και την αμέλεια, άλλος ευχαριστείται να στολίζεται με ωραία ενδύματα· αυτός με τον ύπνο, εκείνος με την αστειολογία, και άλλος είναι δεμένος και κρατείται με κάποιο μικρό ή μεγάλο πράγμα του κόσμου και δεν έχει την ευχέρεια να ανασηκωθεί. Γιατί όποιο πάθος δεν πολεμά κανείς γενναία και δεν του αντιστέκεται, μ’ αυτό οπωσδήποτε ευχαριστείται. Και αυτό το πάθος τον κατέχει και τον σύρει προς τα κάτω και του γίνεται σαν αλυσίδα και βαρύς κλοιός της διάνοιάς του που δεν την αφήνει να ανυψώνεται προς το Θεό, μήτε μόνον Αυτόν να λατρεύει(Δευτ. 6, 13). Γιατί η ψυχή που αληθινά έστρεψε την ορμή της προς τον Κύριο, δίνει όλη την επιθυμία της σ’ Αυτόν και απαρνείται τον εαυτό της και δεν ακολουθεί τα θελήματα του νου της.