Κεφάλαιο 67

Θέλω να εξετάσω ένα λεπτό και βαθύ λόγο, ανάλογα με τη δύναμή μου. Παίρνει σώμα ανθρώπου ο άπειρος και ασώματος Κύριος από άπειρη αγαθότητα και μικραίνει —μπορεί να πει κανείς— τον εαυτό Του, ο μέγας και υπερούσιος, για να μπορέσει να ενωθεί με τα νοερά κτίσματά Του, δηλαδή με ψυχές Αγίων και Αγγέλων, ώστε να μπορέσουν και αυτές να γίνουν μέτοχοι της αθάνατης ζωής της θεότητάς Του. Επειδή και το καθένα, σύμφωνα με τη φύση του, είναι σώμα, ο άγγελος, η ψυχή, ο δαίμονας. Και αν είναι λεπτά, ωστόσο το καθένα κατά την υπόσταση, τη μορφή και την εικόνα που αναλογεί στη λεπτότητα της φύσεώς του, είναι σώμα λεπτό. Όπως λοιπόν το σώμα τούτο κατά την υπόσταση είναι παχύ, έτσι και η ψυχή που είναι σώμα λεπτό, πήρε και φόρεσε τα μέλη αυτού του σώματος. Φόρεσε τα μάτια, με τα οποία και βλέπει, τα αυτιά, με τα οποία ακούει, τα χέρια, τη μύτη, και γενικώς όλο το σώμα και τα μέλη του τα φόρεσε η ψυχή και ενώθηκε μ’ αυτό, με το οποίο και ενεργεί όλα όσα συνδέονται με τη ζωή. Κατά τον ίδιο τρόπο και η ανεκλάλητη και ακατανόητη αγαθότητα του Χριστού μικραίνει τον εαυτό Της και παίρνει σώμα και ενώνεται με τις πιστές και αγαπητές σ’ Αυτόν ψυχές και τις αγκαλιάζει και γίνεται ένα πνεύμα με αυτές σύμφωνα με το λόγο του Παύλου(Α΄ Κορ. 6, 17). και γίνεται, μπορούμε να πούμε, ψυχή στην ψυχή και υπόσταση στην υπόσταση, ώστε μιά τέτοια ψυχή να ζήσει και να υπάρξει μέσα στη θεότητά Του, να φτάσει στην αθάνατη ζωή και να απολαύσει άφθαρτη ηδονή και ανέκφραστη δόξα.