Κεφάλαιο 80
Όσους λένε πνευματικά λόγια χωρίς να τα γευθούν και να τα δοκιμάσουν, αυτούς τους παρομοιάζω με έναν άνθρωπο που μέσα στο καλοκαίρι και ακριβώς το καταμεσήμερο περνά έναν τόπο έρημο και άνυδρο, και έπειτα, από την πολλή και φλογισμένη δίψα φαντάζεται ότι κοντά είναι μιά πηγή με κρύο, γλυκό και καθαρό νερό, και ότι πίνει από αυτήν χωρίς να τον εμποδίζει κανείς, όσο θέλει. Ή ακόμη με άνθρωπο που δεν έχει γευθεί ποτέ μέλι και προσπαθεί να δώσει στους άλλους να εννοήσουν τι είδους είναι η γλυκύτητά του. Τέτοιοι είναι πράγματι όσοι δε δοκίμασαν στην πράξη και με εσωτερική πληροφορία τα σχετικά με την τελειότητα και τον αγιασμό και την απάθεια και θέλουν να μιλούν γι’ αυτά στους άλλους. Γιατί αν τους δώσει ο Θεός να λάβουν μικρή αίσθηση για κάτι από όσα λένε, τότε θα εννοήσουν οπωσδήποτε ότι δεν ήταν τα πράγματα όπως τα έλεγαν, αλλά η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Κινδυνεύει δηλαδή κάπως ο Χριστιανισμός λίγολίγο να ξεφεύγει από τον κανονικό του δρόμο και να πέφτει σε αθεΐα. Έτσι ο Χριστιανισμός είναι σαν φαγητό και ποτό, και όσο περισσότερο τον γεύεται κανείς, τόσο ανάβει την επιθυμία για περισσότερα Και γίνεται ο νους αχόρταστος και ακατάσχετος. Είναι σαν να δώσει κανείς σ’ έναν διψασμένο ένα γλυκό ποτό και να τον κάνει όχι μόνο από τη δίψα, αλλά και από την ηδονή του ποτού να το επιθυμεί πιό άπληστα. Αυτά όμως, όπως είπαμε, δεν τα νοούμε μόνο με λόγια χωρίς πείρα, αλλά επιτελούνται με μυστική νοερή εργασία του Αγίου Πνεύματος, και έτσι λέγονται.