Κεφάλαιο 135
Εκείνος που βίασε τον εαυτό του μόνο στην προσευχή —όπως πριν λίγο είπαμε—, ενώ στην ταπεινοφροσύνη, στην αγάπη, στην πραότητα και στον ορμαθό των άλλων αρετών δεν ασκεί και δε βιάζει τον εαυτό του, έχει την εξής κατάληξη: Καμιά φορά, εκεί που προσεύχεται, επιφοιτά η θεία χάρη. Γιατί ο Θεός είναι αγαθός και γι’ αυτό ικανοποιεί με φιλανθρωπία τα αιτήματα όποιων ζητούν. Αν όμως αυτός δεν έχει εθίσει τον εαυτό του και δεν τον έκανε έμπειρο και γυμνασμένο στις αρετές, ή χάνει τη χάρη που έλαβε και πέφτει από υπερηφάνεια, ή την διατηρεί ίσως, αλλά δεν προοδεύει σ’ αυτή, ούτε αυξάνει. Ώστε μπορούμε να πούμε ότι η κατοικία και η ανάπαυση του αγαθού Πνεύματος είναι η ταπεινοφροσύνη, η αγάπη, η πραότητα και όλες οι άλλες άγιες εντολές του Χριστού. Εκείνος λοιπόν που θέλει να φτάσει μέσω όλων αυτών στην τελειότητα, ας κάνει σύντροφό του την πρώτη αρετή, την προσευχή, και ας βιάζει τον εαυτό του να την αγαπά, και αν η καρδιά του αντιστέκεται και φιλονεικεί, ας φροντίζει να την κάνει υποχωρητική και πειθήνια στο Θεό. Γιατί σ’ εκείνον που εφάρμοσε πρώτα τέτοια βία στον εαυτό του και κατά κάποιο τρόπο εξημέρωσε την αντίσταση της ψυχής του και με τον καλό εθισμό την έκανε ολότελα υπάκουη, και έτσι ζητά και παρακαλεί με τέτοια ψυχική κατάσταση, αυξάνει και ακμάζει μέσα του το χάρισμα της προσευχής το δωρημένο σ’ αυτόν από το Πνεύμα, το οποίο αναπαύεται στη μετριοφροσύνη· το χάρισμα αυτό το επιδίωξε σε συνδυασμό με την αγάπη και την αγαπητική πραότητα. Και τότε το Πνεύμα τού χαρίζει και αυτά και τον διδάσκει την αληθινή ταπεινοφροσύνη και τη γνήσια αγάπη και την πραότητα, τα οποία και είχε επιδιώξει πρωτύτερα ασκώντας βία στον εαυτό του. Και αφού έτσι προχωρήσει και γίνει τέλειος κατά το θέλημα του Κυρίου, αποδεικνύεται άξιος της βασιλείας.
Γιατί ο ταπεινός δεν πέφτει ποτέ. Πού δηλαδή να πέσει εκείνος που έχει τον εαυτό του κάτω απ’ όλους; Ώστε η υψηλοφροσύνη είναι μεγάλη κατάπτωση, ενώ αντίθετα μεγάλη εξύψωση και σίγουρο αξίωμα είναι η ταπεινοφροσύνη.