Κεφάλαιο 137
Ο θείος Απόστολος Παύλος έκανε φανερό με μεγαλύτερη ακρίβεια και καθαρότητα ότι το τέλειο μυστήριο του Χριστιανισμού γίνεται γνωστό με την πείρα σε κάθε πιστή ψυχή διά μέσου θείας ενέργειας, η οποία είναι η έλλαμψη του επουράνιου φωτός με την αποκαλυπτική δύναμη του Πνεύματος. Έτσι δε θα νομίσει κανείς ότι ο φωτισμός του Πνεύματος γίνεται μόνο με τη γνώση των θείων νοημάτων, ώστε να κινδυνέψει από άγνοια και ραθυμία να στερηθεί το τέλειο μυστήριο της χάρης. Γι’ αυτό και έφερε το παράδειγμα της λαμπρότητας του Πνεύματος που ακτινοβολούσε στο πρόσωπο του Μωυσή(Εξ. 34, 29), για να παραστήσει με σαφήνεια τη γνώση. Λέει λοιπόν: «Αν η διακονία του γραπτού νόμου, χαραγμένου σε λίθινες πλάκες, ο οποίος οδηγούσε στο θάνατο, συνοδεύτηκε από τόση λαμπρότητα, ώστε να μην μπορούν οι Ισραηλίτες να κοιτάξουν κατά πρόσωπο το Μωυσή εξαιτίας της λάμψεως του προσώπου του, αν και αυτή ήταν παροδική, πόσο περισσότερο ένδοξη θα είναι η διακονία του Πνεύματος; Γιατί αν η διακονία της καταδίκης είχε λαμπρότητα, πολύ περισσότερη είναι η λαμπρότητα της διακονίας που οδηγεί στη δικαιοσύνη.
Πράγματι, είναι τόσο μεγάλη αυτή η λαμπρότητα, ώστε σε σύγκριση μ’ αυτήν, η πρώτη να μην είναι λαμπρότητα. Γιατί, αν το καταργούμενο είχε λαμπρότητα, πολύ μεγαλύτερη λαμπρότητα συνοδεύει το μόνιμο»(Β΄ Κορ. 3, 7-11). Είπε “καταργούμενο” γιατί η λαμπρότητα του φωτός ακτινοβολούσε στο θνητό σώμα του Μωυσή. Και προσθέτει: «Επειδή λοιπόν έχομε μια τέτοια ελπίδα, ενεργούμε με πολλή παρρησία»(Β΄ Κορ. 3, 12). Λίγο παρακάτω έδειξε ότι η άφθαρτη και αθάνατη εκείνη λαμπρότητα του Πνεύματος που συνοδεύεται με αποκάλυψη, από τώρα λάμπει στους άξιους αθάνατα και ακατάλυτα, στο αθάνατο μέρος του έσω ανθρώπου. Λέει λοιπόν: «Όλοι εμείς —όσοι δηλαδή γεννήθηκαν από το πνεύμα με τέλεια πίστη—, με ακάλυπτο πρόσωπο (της ψυχής, εννοείται) κοιτάζομε σαν σε καθρέφτη την λαμπρότητα του Κυρίου και μεταμορφωνόμαστε σ’ αυτή τη λαμπρή εικόνα Του, ανεβαίνοντας από λαμπρότητα σε λαμπρότητα με την ενέργεια του Πνεύματος, το οποίο είναι ο Κύριος.»(Β΄ Κορ. 3, 18). Λέει ακόμη: «Μόλις επιστρέψει κανείς στον Κύριο, αφαιρείται το κάλυμμα. Λέγοντας Κύριο εννοώ το Πνεύμα»(Β΄ Κορ. 3, 16-17). Με αυτά έδειξε φανερά ότι ένα κάλυμμα σκοτεινό έχει τοποθετηθεί πάνω στην ψυχή, το οποίο από την παράβαση του Αδάμ βρήκε πέρασμα να εισχωρήσει στην ανθρωπότητα. Τώρα όμως πιστεύομε ότι με την έλλαμψη του Πνεύματος αφαιρείται από τις πραγματικά πιστές και άξιες ψυχές. Γι’ αυτό το λόγο έγινε εξάλλου και η έλευση του Χριστού. Και ευδόκησε ο Θεός να φτάσουν σε τέτοια μέτρα αγιότητας εκείνοι που πιστεύουν αληθινά.