Ψυχωφελές κείμενο
Ἡ νηστεία κανόνας ἀπαράβατος
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Ὁ Γέροντας παιδιόθεν διδάχτηκε τήν ἀρετή τῆς νηστείας καί πολλές φορές μιλοῦσε γιά τήν ἐξάσκησή της στήν εὐλογημένη οἰκογένειά τους: «Ὅταν ἦταν Μεγάλη Σαρακοστή, νηστεύαμε αὐστηρά. Παρόλη τήν κοπιαστική δουλειά, περιμέναμε πότε θά ἔρθει τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί τῶν Βαΐων, γιά νά φᾶμε λίγο παστό μπακαλιάρο τηγανητό, πού μᾶς φαινόταν νόστιμος σάν παστέλι, ἤ λίγες φρέσκες σαρδέλες, τό μόνο ψάρι πού ἔφτανε στό χωριό ἀπό τή θάλασσα κι αὐτό σπάνια. Ἡ μητέρα μου, γιά νά μέ δοκιμάσει ἄν νηστεύω μέ τήν καρδιά μου, μοῦ ἔλεγε καμιά φορά:
– Παιδί μου Ἰάκωβε, εἶσαι τόσο ἀδύνατος! Φάε ἕνα αὐγουλάκι νά δυναμώσεις.
– Ἄν φάω μητέρα αὐγό, δέ θά καταλάβω Ἀνάσταση. Ἐγώ θέλω νά φάω τό πασχαλινό αὐγό, γιά νά καταλάβω Πάσχα.
Καί ὅταν τελείωνε ἡ Σαρακοστή κι ἐρχόταν τό Πάσχα, μετά τήν Ἀνάσταση δέν ἔτρωγα ἀμέσως τό αὐγό, ἀλλά τό ἔπαιρνα καί ἔβγαινα ἔξω στό ὕπαιθρο, στήν ἐξοχή, ὅπου μέσα στίς ἐρημικές λαγκαδιές ἔψαλλα τό “Χριστός Ἀνέστη” καί τ’ ἀναστάσιμα τροπάρια μ’ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς μου, μέ πόθο καί κατάνυξη, ὥσπου ἔφθανε σχεδόν μεσημέρι. Τότε καθόμουν καί ἔτρωγα τό πασχαλινό αὐγό καί μοῦ φαινόταν ὅτι μοσχοβολοῦσε».
Ὅταν τελειώνοντας τό Δημοτικό σχολεῖο ἀκολούθησε τόν πατέρα του στή δουλειά του, τή χτιστική, ὡς ἐργάτης στό χωριό του ἤ σέ ἄλλα χωριά, σέ περίοδο νηστείας ἤ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος νηστίσιμη προτιμοῦσε νά γυρίζει στό χωριό τους, γιά νά μή φάει τυχόν ἀρτύσιμο φαγητό, πού τούς πρόσφεραν οἱ ἰδιοκτῆτες τῶν σπιτιῶν πού χτίζανε, ἐκτός ἄν ἔβρισκε λίγες ἐλιές, ὁπότε πήγαινε παράμερα καί τίς ἔτρωγε. Αὐτό καί μετά ἀπό χρόνια τό θυμόντουσαν οἱ ἄνθρωποι καί ὅταν πήγαιναν στό Μοναστήρι τοῦ τό ἀνέφεραν καθώς καί ἄλλα περιστατικά τῆς παιδικῆς του ἡλικίας.
«Πόσο ἀλήθεια, διδάσκει τό παράδειγμα! Τί ἀνεξίτηλη σφραγίδα ἀφήνει στίς ψυχές, σέ ἀντίθεση μέ τά λόγια!», σχολίαζε ὁ Γέροντας. «Προτιμοῦσα ἀψηφώντας τήν κούραση, νά γυρίζω πίσω στό χωριό μας, στό σπίτι μας γιά νά μήν ἀρτυθῶ καί τήν ἄλλη ἡμέρα τό πρωί νά γυρίζω πάλι στή δουλειά, ξανακάνοντας τόσο δρόμο. Βέβαια τόσο γρήγορα περπατοῦσα, πού μοῦ φαινόταν ὅτι σχεδόν πετοῦσα. Καθόλου δέ μέ στενοχωροῦσε ὁ δρόμος. Ἄναβα καί τά καντηλάκια στά προσκυνητάρια πού συναντοῦσα στό δρόμο καί στά ἐξωκκλήσια καί χωρίς νά τό καταλάβω, ἔφτανα στό σπίτι μου».
Καί ὅταν πῆγε στό Μοναστήρι, ἀσκήθηκε ὑπεράνθρωπα στήν ἀρετή τῆς νηστείας. Ἀναφερόμενος ὁ Γέροντας στό θέμα αὐτό μεταξύ ἄλλων ἔλεγε:
«Ἡ νηστεία εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ... καί ὁ Χριστός μας ἐνήστευσε. Γι’ αὐτό καί μεῖς νά νηστεύουμε, παιδιά μου. Ἡ μητέρα μου μ’ ἔμαθε νηστεία παιδιόθεν. Δέν μ’ ἔβλαψε ἡ νηστεία μέχρι σήμερα πού εἶμαι ἑβδομήντα χρονῶν κι ἄς ἔχω ἀσθένειες ἐπάνω μου».
«Ἡ νηστεία κι αὐτή ἡ λεπτοδίαιτα πολύ ὠφελοῦν τόν ἄνθρωπο».
«Ὑπάρχουν νηστίσιμα φαγητά πολλά. Ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ’χει τήν ὑγεία του καί τή θέληση νά νηστέψει».
«Καί τά δαιμόνια καί οἱ ἀρρώστιες κι ὅλα τά πάθη μέ τή νηστεία καί τήν προσευχή ἀποβάλλονται».
«Προσευχή, παιδιά μου, καί νηστεία αὐτά ὠφελοῦν τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου». (Βλ. ἐκτενέστερα στήν ἑνότητα «Εἶπε ὁ ὅσιος Γέρων Ἰάκωβος»).
Στίς περιόδους τῶν ἀσθενειῶν του οἱ γιατροί ἐπέμεναν νά μήν κουράζεται, νά μήν ἐξομολογεῖ, νά μή λειτουργεῖ καί νά τρώει καλά, ἐπειδή ἔπαιρνε πολλά φάρμακα. Σ’ αὐτό ἀντιδροῦσε ὁ Γέροντας. Οὔτε τά ἱερά του καθήκοντα μποροῦσε νά σταματήσει, οὔτε τήν ἄσκησή του νά ἐλαττώσει.
Τή Μεγάλη Σαρακοστή τοῦ 1990 νήστεψε αὐστηρά, ὅπως πάντα. Ἐξαντλήθηκε ὅμως τελείως ὁ ὀργανισμός του καί τό στομάχι ἀπό τά φάρμακα πονοῦσε πολύ. Τή Μεγάλη Ἑβδομάδα ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας του χειροτέρευσε. Δέν εἶχε δυνάμεις οὔτε ἀπό τό κελλί νά βγεῖ. Παρόλα αὐτά ἐξακολουθοῦσε τήν αὐστηρή νηστεία. Οἱ Πατέρες τό διακινδύνεψαν. Τοῦ πήγανε στό κελλί λίγα φασόλια μέ δύο σταγόνες λάδι. Μόλις τό κατάλαβε στενοχωρήθηκε ἀφάνταστα. Δέν ἔφαγε καί διαμαρτυρήθηκε: «Μή μοῦ χαλᾶτε τήν ἄσκησή μου!».
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.