Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

29. «Ὁ Ὅσιος Δαυΐδ καί ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος, ἦρθαν νά μέ βοηθήσουν»

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 59 από 214

Στίς 2 Ὀκτωβρίου 1967 μέ πήγανε στήν κλινική τοῦ κ. Σούλα. Μοῦ κάνανε τέσσερις ἐγχειρήσεις σοβαρές σ’ ἕνα σημεῖο πολύ σοβαρό.

Προτοῦ ὅμως νά μέ βάλουν στό χειρουργεῖο, ἐγώ ἔκανα προσευχή στόν Ἅγιο Δαυΐδ:

– Ἅγιέ μου Δαυΐδ, τοῦ λέγω, νά ἀσφαλίσεις τό Μοναστήρι σου καί σέ ἕνα τέταρτο νά φθάσεις στή Χαλκίδα νά μέ βοηθήσεις, γιατί θά μπῶ στό χειρουργεῖο καί εἶμαι πολύ σοβαρά. Νά ’ρθεῖς Ἅγιέ μου στή Χαλκίδα νά μέ βοηθήσεις. Μή ξεχνᾶς, ὅπως θά περνᾶς ἀπό τό Προκόπι Εὐβοίας –νόμιζα πώς ἦταν κανένας ἄνθρωπος καί θά περνοῦσε ἀπό ἐκεῖ, ἔτσι πίστευα γιά τόν Ἅγιο– πέρασε καί ἀπό τό σπίτι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Ρώσσου καί νά τοῦ πεῖς νά ’ρθεῖ νά μέ βοηθήσει. Ἐσᾶς τούς δύο γιατρούς καλῶ, ὅσο καλός κι ἄν εἶναι ὁ κύριος Καλοχέρης, ὁ χειρουργός, εἶναι ἄνθρωπος, ἀλλά ἐσεῖς εἶστε Ἅγιοι. Ἐγώ πιστεύω στή Χάρη σας, θά μέ βοηθήσετε. Σᾶς παρακαλῶ, Ἅγιέ μου Δαυΐδ, σέ ἕνα τέταρτο νά φθάσεις.

Ἐνῶ ἔκανα τήν προσευχή μου ἦρθαν ὁ Γέροντας π. Νικόδημος, ὁ π. Χριστόδουλος, ὁ κύριος Ἰωάννου και κάτι ἄλλοι καθηγητές, ἀπό τήν Χαλκίδα, πού μέ γνωρίζανε καί καθίσανε στό δωμάτιο.

Στό δωμάτιο ἤμουν μόνος μου. Σέ πέντε λεπτά τῆς ὥρας μπαίνουν δύο ρασοφόροι, ἕνας Γέροντας, σάν τόν π. Σεραφείμ μέ γενειάδα λευκή, μέ τό κουκούλι του καί ἱδρωμένος καί ἕνα παλληκάρι, ἕνας Ἱερεύς, σάν τόν π. Χριστόδουλο μέ τό ράσο του, μέ τό καλυμμαύχι του καί μοῦ λέει ὁ Γέροντας:

Τί ἔχεις, Ἰάκωβέ μου;

Τί νά ’χω, πάτερ μου; Σοβαρά ἄρρωστος εἶμαι. Πρόκειται νά μέ πᾶνε στό χειρουργεῖο.

Ἄκουσε, μοῦ λέει, ποιούς κάλεσες; Αὐτούς πού κάλεσες ἦρθαν νά σέ βοηθήσουν. Μήν ντρέπεσαι, μή φοβᾶσαι, ἐμεῖς ἤρθαμε νά σέ βοηθήσουμε. Ἀπό ἐδῶ ὁ Γέροντας Δαυΐδ καί ἔδειξε τόν ἑαυτό του. Ἀπό δῶ ὁ Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος καί Ὁμολογητής. Μᾶς κάλεσες καί ἤρθαμε νά σέ βοηθήσουμε.

Τί νά πῶ ἐγώ! Λέω στούς πατέρες.

Πατέρες μου, βλέπετε; Ἀπό δῶ ὁ Ὅσιος Δαυΐδ καί ἀπό δῶ ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος ὁ Ὁμολογητής, ἦρθαν νά μέ βοηθήσουν.

Πάτερ μου, λέει ὁ π. Νικόδημος, σοῦ ἔστριψε τό μυαλό καί βλέπεις φαντασίες μπροστά σου, παπάδες καί καλογέρους καί ζαλίστηκες; Θά σέ πᾶνε στό χειρουργεῖο νά σέ ξεντύσουν, νομίζεις ὅτι θά σέ πᾶνε ὅπως εἶσαι ντυμένος;

Ἐγώ ἤμουν ντυμένος μέ τό ἀντερί, δέν ἤξερα τί ἐστί ἐγχείρηση καί χειρουργεῖο.

Ὄχι, πάτερ μου, μέ συγχωρεῖτε, λέω στό Γέροντα. Δέ ζαλίστηκα, πάτερ μου, οὔτε φαντασίες βλέπω. Δέν τούς βλέπετε, πάτερ μου; Δέν τούς βλέπετε ἐσεῖς; Ἐγώ τούς βλέπω.

Καί ἐνῶ μιλοῦσα μέ τόν πάτερ Νικόδημο οἱ δύο Ἅγιοι παρέμειναν ἐκεῖ στήν πόρτα τοῦ δωματίου τῆς κλινικῆς. Ἦταν 4 ἡ ὥρα τό ἀπόγευμα, στίς 4 Ὀκτωβρίου τοῦ 1967.

Ὁ Γέροντας π. Νικόδημος μοῦ λέει:

Πάτερ μου, ἐγώ δέν τούς βλέπω.

Πάτερ μου, τοῦ λέγω, προτοῦ νά ’ρθεῖτε ἐσεῖς, ἔκανα προσευχή, τούς κάλεσα τούς Ἁγίους νά ’ρθοῦν, νά μέ βοηθήσουν, καί ἦρθε ὁ Ὅσιος Δαυΐδ καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος, δέν τούς βλέπετε, πού εἶναι ζωντανοί μπροστά μου; Δέν τούς βλέπετε ἐσεῖς. Ἐγώ τούς βλέπω, πάτερ μου!

Ἄντε τώρα ἄστα αὐτά, πάτερ Ἰάκωβε, λέει, μή λές ἀνοησίες, ποῦ εἶναι οἱ παπάδες καί ποῦ εἶναι οἱ καλόγεροι; Τί σ’ ἔπιασε, πάτερ μου, καί σ’ ἀκούει κι ὁ κόσμος ἐδῶ πέρα!

Ἐγώ δέ μίλησα, ἔκανα τό σταυρό μου καί ἀκούω καί μοῦ λέει ὁ Γέροντας Δαυΐδ:

Μή στεναχωρεῖσαι, πάτερ μου, ἐμεῖς ἤρθαμε νά σέ βοηθήσουμε.

Τή στιγμή ἐκείνη φύγανε.

Δέν ἦταν, παιδιά μου, φαντάσματα, δέν ἦταν δαιμονικά πράγματα.

Ἔρχεται μετά ἕνα παιδί καί μοῦ λέει:

Πάτερ, σήκω νά πᾶμε κάπου.

Παιδί μου, ποῦ νά πάω, μέ συγχωρεῖτε, ἐγώ εἶμαι ἄρρωστος, πάσχω.

Μοῦ εἶπε ὁ κύριος Καλοχέρης νά σέ συνοδεύσω, νά σέ πάω πάνω στό χειρουργεῖο, νά σέ ἐγχειρήσουν, πάτερ, μοῦ λέγει.

Πῆγα κι ἐγώ μέ τό παιδί. Ἦταν ἕνα ἀπό τό χειρουργεῖο. Ἀνέβηκα πάνω σέ ἕνα τραπέζι, ἦταν ἐκεῖ ἕνας νέος ἄνθρωπος, γιατρός ἦταν καί μοῦ ἔκανε κάτι στά χέρια καί μετά μία ἔνεση, γιά νά κοιμηθῶ.

Λοιπόν, παιδιά μου, τούς εἶδα τούς Ἁγίους, ἦταν δίπλα οἱ Ἅγιοι καί οἱ δύο. Ξαφνικά ἀκούω τό γιατρό πού λέγει: «σύντομα κίνδυνος θάνατος». Μοῦ κόψανε τά ροῦχα μου, γιατί πῆγα μέ τά ροῦχα στό χειρουργεῖο. Ἀντί γιά μία ἐγχείρηση πρέπει νά κάνουμε τέσσερις ἐγχειρήσεις, λέει ὁ κύριος Καλοχέρης. Μετά ἀπό 15 μέρες βγῆκα ἀπ’ τό νοσοκομεῖο.