Ψυχωφελές κείμενο
Κατέστρεψαν καὶ τὰ ἅγια ἐρημικά μέρη
Μὲ Πόνο καὶ Ἀγάπη γιὰ τὸν Σύγχρονο Ἄνθρωπο
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
Μὲ Πόνο καὶ Ἀγάπη γιὰ τὸν Σύγχρονο Ἄνθρωπο
Το ανήσυχο κοσμικό πνεύμα της εποχής μας κατέστρεψε, δυστυχώς, με τον δήθεν πολιτισμό του ακόμη και τα άγια ερημικά μέρη, που γαληνεύουν και αγιάζουν τις ψυχές. Ο ανήσυχος άνθρωπος δεν ησυχάζει ποτέ. Δεν άφησαν πουθενά τόπο ήσυχο. Ακόμη και τους Αγίους Τόπους τους έχουν κάνει τώρα!... Όπως αναφέρεται και στον βίο της Ερημίτιδος Φωτεινής⁹³, στην έρημο, όπου είχε ασκητέψει, έκαναν μετά περίπτερα, καντίνες!... Μέσα στα ασκητήρια, όπου ασκήτεψαν τόσοι μοναχοί, τόσοι Άγιοι, πουλούσαν αναψυκτικά οι Άγγλοι! Πάει η έρημος! Σπίτια, ραδιόφωνα, μαγαζιά, ξενοδοχεία, αεροδρόμια! Έγινε αυτό που λέει ο Άγιος Κοσμάς: «Εκεί που κρεμούν τώρα τα παλληκάρια τα καριοφίλια, θα 'ρθή καιρός που θα κρεμούν οι γύφτοι τα όργανα!». Θέλω να πώ, έτσι καταντήσαμε και εμείς, εκεί που ασκήτευαν, που είχαν τα κομποσχοίνια οι μοναχοί, τώρα έχουν ραδιόφωνα, αναψυκτικά!... Έ, φαίνεται, μετά από λίγα χρόνια δεν θα χρειάζωνται αυτά. Όπως δείχνουν τα πράγματα, γενικά, φαίνεται η ζωή πλησιάζει στο τέλος. Τελειώνει η ζωή, τελειώνει και αυτός ο κόσμος. [Υποσημείωση 93] Η Ερημίτις Φωτεινή γεννήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 1860 στην Δαμασκό της Συρίας από Έλληνες γονείς. Το 1884 περίπου ανεχώρησε για την έρημο πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό. Το 1915, εξ αιτίας του Ά' Παγκοσμίου Πολέμου, αναγκάσθηκε να πάη στα Ιεροσόλυμα, όπου έμεινε μέχρι το τέλος του πολέμου. Στην συνέχεια πήγε στην δυτική έρημό της Νεκράς Θάλασσας, όπου και ασκήτεψε μέχρι τον θάνατό της. (Βλ. Αρχιμ. Ιωακείμ Σπετσιέρη, Η Ερημίτις Φωτεινή, Ι. Καλύβη Άγ. Αναργύρων, Νέα Σκήτη, Άγ. Όρος 1994).
– Γέροντα, στο Άγιον Όρος υπάρχει τώρα τόπος ήσυχος;
– Που τόπος ήσυχος και εκεί τώρα; αφού ανοίγουν συνέχεια δασικούς δρόμους! Αυτοκίνητα από εδώ, αυτοκίνητα από εκεί! Ακόμη και στα πιο ερημικά και ησυχαστικά μέρη έχουν πάρει αυτοκίνητο. Απορώ τί ζητάνε αυτοί οι άνθρωποι στην έρημο! Ο Μέγας Αρσένιος⁹⁴ στην έρημο άκουγε τα καλάμια που σείονταν, όταν φυσούσε γλυκά, και έλεγε: «Τί θόρυβος είναι αυτός; Σεισμός γίνεται;». Που να έβλεπαν οι Άγιοι Πατέρες αυτά που γίνονται σήμερα! [Υποσημείωση 94] Βλ. Το Γεροντικόν, Αββάς Αρσένιος κε΄, σ. 7
Παλιά οι διακονητές⁹⁵ στα Κοινόβια, ιδίως ο τραπεζάρης και ο αρχοντάρης, πολύ κουράζονταν. Έπρεπε να πλύνουν τα πιάτα, να τρίψουν τα μπακιρένια σκεύη... Σήμερα έχουν ευκολίες, έχουν διάφορα σύγχρονα μέσα και τα περισσότερα κάνουν θόρυβο. Θυμάμαι, εμείς στο Κοινόβιο με τα δοχεία κουβαλούσαμε το νερό από μία πηγή και με το μαγγάνι το ανεβάζαμε σιγά-σιγά στον τρίτο όροφο. Τώρα φέρνουν το νερό με την μηχανή και ακούς συνέχεια ντούκου-ντούκου. Τα ντουβάρια σείονται, τα τζάμια τρίζουν! Τουλάχιστον να βάλουν έναν σιγαστήρα. Στον στρατό, με τον ανταρτοπόλεμο, με έναν σιγαστήρα φόρτιζα την μπαταρία του ασύρματου, και απέναντι δεν με άκουγαν. [Υποσημείωση 95] Ο υπεύθυνος μοναχός ενός διακονήματος.
Ήρθαν μία μέρα στο Καλύβι μοναχοί από ένα Μοναστήρι και μιλούσαν δυνατά. «Πιο σιγά, λέω στον έναν, μας ακούνε πιο πέρα!». Τίποτε αυτός. «Πιο σιγά», του ξαναλέω. «Ευλόγησον, Γέροντα, μου λέει, συνηθίσαμε να φωνάζουμε στο Μοναστήρι, γιατί έχουμε την γεννήτρια και μιλάμε δυνατά, για να ακούμε». Ακούς εκεί; Αντί να λένε την ευχή και να μιλούν σιγά, φωνάζουν, γιατί έχουν την γεννήτρια! Και το κακό είναι ότι, όπως μερικά παιδιά αφήνουν την εξάτμιση, για να ακούνε ντούκου-ντούκου..., φθάνει αυτό το πνεύμα τώρα και στον Μοναχισμό. Εκεί πάμε τώρα, το χαίρονται δηλαδή.
Είδα μία αδελφή σήμερα το πρωί, ήταν σαν τους αστροναύτες! Κατέβαινε από πάνω τον κατήφορο με την ψάθα στο κεφάλι, την μάσκα στην μύτη, το χορτοκοπτικό στο χέρι, και καμάρωνε. Οι αστροναύτες δεν καμάρωναν τόσο, όταν κατέβαιναν από το φεγγάρι! Ακούω σε λίγο βού... β... β... Κοιτάζω, έκοβε χόρτα με το χορτοκοπτικό! Να μην μείνη ένας χώρος που να μην ακούγεται βού... Τελείωσε αυτή, έρχεται μετά και ο άλλος με το πιο «βού», να οργώση! Έτρεχε από 'δω, έτρεχε από 'κει. Μετά παίρνει άλλο μηχάνημα, να σιάξη το χώμα. Βρέ, τί πάθαμε!
– Επειδή όμως, Γέροντα, υπάρχουν αυτά τα μέσα που διευκολύνουν...
– Ώ, ξέρετε πόσα μέσα υπάρχουν! Όσο μπορείτε, τα βουητά, τους θορύβους να τα αποφεύγετε. Το βουητό μας βγάζει έξω από το Μοναστήρι. Τί την έχετε μετά κάτω στην πόρτα την ταμπέλα να γράφη «Ησυχαστήριο»; Γράψτε καλύτερα «Βουηστήριο» ή «Ανησυχαστήριο!». Τί να το κάνω το Μοναστήρι, αν δεν έχη ησυχία; Κοιτάξτε εκεί πέρα, όσο μπορείτε, να τα περιορίσετε αυτά. Ακόμη αυτήν την γλυκειά ησυχία δεν την καταλάβατε. Αν την καταλαβαίνατε, θα μπορούσατε να με καταλάβετε καλύτερα και να καταλάβετε μερικά πράγματα. Αν θα γευόσασταν από τους πνευματικούς καρπούς της ησυχίας, θα υπήρχε ασφαλώς και η καλή ανησυχία και θα επιδιώκατε περισσότερο την αγία ησυχία της πνευματικής ζωής.
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.