Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Ἐγκώμιον εἰς τὸν ὅσιον Σίμωνα τὸν Ἀθωνίτην

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Θείες αποκαλύψεις, ίδρυση του κοινοβίου και κοίμηση

Αναφορά στις ουράνιες οπτασίες του οσίου, στην οικοδόμηση της μονής, στη θαυματουργική προστασία της από επιδρομείς και στην υποδοχή της ψυχής του από τις επουράνιες δυνάμεις.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 3 από 5

Ἦλθε, λοιπόν, ὁ καιρὸς νὰ τεθῇ τὸ φῶς ἐπὶ τὴν λυχνίαν, ὁ δόκιμος μαθητὴς νὰ γένῃ διδάσκαλος ἐκλεκτός, ὁ πρίν ὑποτακτικὸς νὰ γένῃ προεστὼς πολλῶν Μοναχῶν, καὶ ὁ ἐν σπηλαίοις κρυπτόμενος νὰ κατασταθῇ ἐν κοινοβίῳ μεγάλῳ ἡγούμενος, διὰ νὰ λάμπῃ ὡς λαμπρὸς ἀστὴρ καὶ νὰ φωτίζῃ πολλοὺς ἐσκοτισμένους μὲ τὰ λαμπρά του ἔργα καὶ τὰς ἀρετὰς καὶ νὰ ὁδηγῇ πρὸς σωτηρίαν ψυχὰς κοσμικῶν τε καὶ μοναχῶν. Καὶ ἀρχινᾷ ὁ ἱερώτατος οὗτος Σίμων νὰ ἀναβαίνῃ εἰς ἀποκαλύψεις καὶ ὀπτασίας θαυμαστάς, ἐπειδὴ καὶ εἰς μίαν νύκτα ἐκεῖ ὁποὺ προσηύχετο, ἀκούει μίαν φωνὴν ὁποὺ ἔλεγεν ἔτζι· «Σίμων, Σίμων, φίλε πιστὲ καὶ λάτρα τοῦ Υἱοῦ μου, εἰς φῶς τέθεικά σε μέγα». Καὶ πάλιν, εἰς ἄλλην νύκτα βλέπει θέαμα φοβερόν, ἤγουν τοῦ ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἐξεκόπτετο ἕνας ἀστὴρ οὐράνιος, καὶ ἐστέκετο ἐπάνω τῆς πέτρας ταύτης, ὁποὺ εἶναι τὸ μοναστήριον. Καὶ ἐκ τρίτου πάλιν, εἰς ἄλλην νύκτα, ἀκούει τὴν αὐτὴν φωνήν. Ὢ τῆς ἁγνείας! ὢ τῆς ἁγιότητος! ὢ τῆς καθαρότητος τοῦ ἁγίου, διὰ μέσου τῆς ὁποίας ἠξιώθη νὰ ὁμιλῇ πρὸς αὐτὸν ἡ παναγία Παρθένος καὶ νὰ τὸν ὀνομάζῃ τρεῖς φορὰς δοῦλον πιστὸν καὶ λάτρην τοῦ Υἱοῦ της τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὢ τῆς ἐλλάμψεως τοῦ νοός του, διὰ μέσου τῆς ὁποίας ἦλθεν εἰς ὀπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις Κυρίου, κατὰ τὸν μέγαν Παῦλον.

Καὶ καθὼς ἐκεῖνος ἡρπάγη ἕως τρίτου οὐρανοῦ καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι, οὕτως καὶ ὁ πατὴρ ἡμῶν Σίμων, ἐν τῇ κυρίᾳ νυκτὶ τῶν Γενεθλίων τοῦ Χριστοῦ, γενόμενος ἐν ἐκστάσει, τοῦ ἐφαίνετο πὼς εὑρέθη εἰς τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας καὶ ἤκουσε μελῳδίαν ἀγγελικήν. Ἐγὼ ἀπορῶ: ἐν σώματι τάχα εὑρέθη εἰς τὴν Βηθλεὲμ ἢ ἐκτὸς τοῦ σώματος;

Ἆρά γε μὲ τὰς αἰσθητὰς ἀκοὰς ἤκουε τὰς ἀγγελικὰς ἐκείνας φωνὰς ἢ μὲ τὰς νοητάς; Ἀληθῶς, μέγα θαῦμα ἦτον καὶ ἐκεῖνο ὁποὺ ἔγινεν εἰς τὸν Ἀββακούμ, ὅταν τὸν ἥρπασεν ὁ Ἄγγελος Κυρίου ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὸν ἐπῆγε εἰς τὴν Βαβυλῶνα εἰς μίαν στιγμήν, διὰ νὰ δώσῃ τροφὴν εἰς τὸν προφήτην Δανιήλ, καὶ πάλιν τὸν ὑπέστεψεν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἂν καὶ τοῦ Παύλου ἡ ἁρπαγὴ νὰ ἐστάθη μεγάλη καὶ θαυμαστή, ὁμοίως καὶ τοῦ προφήτου Ἀββακούμ, ὅμως καὶ τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Σίμωνος ἡ ἔκστασις δὲν εἶναι κατωτέρα. Διατί, εὑρισκόμενος εἰς τὸ ὄρος τοῦ Ἄθωνος, εὑρέθη ἐν ἐκστάσει εἰς τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, καὶ ἤκουσε τοὺς ἀγγελικοὺς ὕμνους καὶ τὰς δοξολογίας. Καὶ ἂν ὁ μακάριος Παῦλος δὲν ἤξευρε τὴν ἁρπαγήν του, ἂν ἦτον μὲ τὸ σῶμα ἢ ἐκτὸς τοῦ σώματος, πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς οἱ εὐτελεῖς καὶ ἀνάξιοι νὰ καταλάβωμεν τὴν ἔκστασιν τοῦ ἁγίου τούτου; Θαῦμα μέγα ἔδειξαν οἱ ἅγιοι ἀρχάγγελοι Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ, ὅταν εἰς μίαν στιγμήν, ἁρπάζοντες ἀπὸ τὰ βάθη τῆς θαλάσσης τὸ παλληκάρι ἐκεῖνο, τὸ ἔφεραν εἰς τὸ μέσον τῆς ἁγίας ἐκκλησίας τῆς βασιλικῆς Μονῆς τοῦ Δοχειαρίου, ὁμοῦ μὲ τὴν δεδεμένην πέτραν εἰς τὸν λαιμόν του, ὅμως δὲν εἶναι μικρότερον θαῦμα καὶ τοῦτο τοῦ ἁγίου, ὅταν ὁ μοναχὸς ὁποὺ ἐγκρεμνίσθη ἀπὸ τόσον ὕψος, κερνώντας τοὺς μαστόρους, ἐφυλάχθη ἀβλαβής.

Καὶ τὸ μὲν παλληκάρι ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸν φόβον του δὲν ἐδύνετο νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὸν καθηγούμενον ὁποὺ τὸν ἐρωτοῦσεν, ὁ δὲ μοναχὸς οὗτος, δυναμωθεὶς ἀπὸ τὰς εὐχὰς τοῦ ἁγίου, οὐ μόνον δὲν ἐφοβήθη, ἀλλὰ ἐρχόμενος ἀπὸ τὸ μέγα χάος ἐτοῦτο ὑγιὴς καί, βαστώντας εἰς τὸ ἒν χέρι τὸ κροντήρι καὶ εἰς τὸ ἄλλο τὸ ποτήρι, κερνᾷ πάλιν τοὺς μαστόρους μὲ χαριέστατον πρόσωπον. Ὢ τῆς ὀξυτάτης βοηθείας τοῦ ἁγίου! Καὶ ποῖος νὰ μὴ θαυμάσῃ; ποῖος νὰ μὴν ἐκπλαγῇ; Θαῦμα, ἀληθῶς, ἦτον μεγάλο καὶ ἐκεῖνο, ὁποὺ ἐτέλεσεν ὁ ἅγιος Νικόλαος καὶ ἐλύτρωσεν ἀπὸ τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης ἐκεῖνον τὸν χριστιανόν, ὁποὺ εἰς καιρὸν φουρτούνας, ἐμπερδευθεὶς ἀπὸ τὰ σχοινία, ἔπεσεν εἰς τὴν θάλασσαν, μὰ καὶ τοῦτο τοῦ ἁγίου Σίμωνος δὲν εἶναι μικρότερον.

Κτίζεται, λοιπόν, τὸ ἱερὸν τοῦτο Μοναστήριον, ἡ νέα Βηθλεέμ, μὲ τοιαύτας ἀποκαλύψεις, μὲ τοιαῦτα θαύματα· λάμπει ὡς πύρινος στύλος ὁ ἅγιος Σίμων· συνάζονται μοναχοὶ πολλοί· διδάσκονται τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς καὶ ζῶσιν ὁμοῦ μὲ τὸν ὁδηγόν τους ὡς Ἄγγελοι ἐπὶ γῆς: μὲ νηστείας, μὲ ἀγρυπνίας, προσευχὰς καὶ ἄλλας ἀρετάς, φυλάττοντες τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν ἀλώβητον, ἀπαράτρεπτον, ἄβλαπτον.

Εἰς τὸν καιρὸν τῆς θείας μεταστάσεως τῆς Παναγίας Παρθένου, ὡς ἐπρόπεμπον εἰς τὴν ταφὴν τὸ πανάγιον ἐκεῖνο καὶ θεοδόχον σῶμα οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, μὲ ὕμνους καὶ ᾠδὰς πνευματικάς, ἀκούσαντες οἱ φθονεροὶ Ἑβραῖοι τοὺς ἀγγελικοὺς ἐκείνους καὶ ἀποστολικοὺς ὕμνους, ὁρμήσαντες ὡσὰν θηρία ἄγρια, ἐζήτουν νὰ ἐγκρεμνίσουν τὸν κράββατον. Ἕνας δέ, τῶν ἄλλων ὁ αὐθαδέστερος, —φεῦ τῆς τόλμης!—ἐπειδὴ ὥρμησε καὶ ἐπίασε τὸν ἱερὸν κράββατον νὰ τὸν ἐγκρεμνίσῃ, παρευθὺς ἀοράτως Ἄγγελος Κυρίου ἀπέκοψε τὰς χεῖράς του, αἱ ὁποῖαι καὶ ἔμειναν κρεμάμεναι εἰς τὸν κράββατον, τοὺς δὲ λοιποὺς ἐπάταξεν ἀορασίᾳ. Παρόμοιον ἐσυνέβη καὶ πρὸς τοὺς Σαρακηνοὺς ἐκείνους, ὁποὺ ἦλθον νὰ κακοποιήσουν τὸν ἅγιον· οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ ὥρμησαν κατὰ τοῦ ἁγίου καὶ εἷς ἐξ αὐτῶν, ὁ φονικώτερος τῶν ἄλλων καὶ αὐθαδέστερος, ἐπειδὴ ἐγύμνωσε τὸ ξίφος διὰ νὰ κόψῃ τὴν ἱερὰν ἐκείνην κεφαλήν, εὐθὺς ἡ μὲν χεὶρ τοῦ αὐθάδους ἔμεινε κατάξηρος, κρεμαμένη, οἱ δὲ λοιποὶ ἐτυφλώθησαν ἅπαντες. «Οἶδε γάρ Κύριος, οἶδε δοξάζειν τοὺς αὐτοῦ θεράποντας». Καὶ «φυλάσσει ὁ Κύριος τὰς ψυχὰς τῶν ὁσίων αὐτοῦ».

Οὕτω, λοιπόν, καλῶς καὶ θεαρέστως ποιμάνας τὴν λογικήν του ποίμνην ὁ ἅγιος καὶ διδάξας τοὺς μαθητάς του, καὶ εἰς τελειοτάτην ἀρετὴν καταστήσας, ἀπῆλθεν εἰς τὰς οὐρανίους μονάς, εἰς τὴν μητρόπολιν τῶν πρωτοτόκων, τηρήσας τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν καθαρὸν καὶ ἀλώβητον, καὶ ψάλλων μετὰ παρρησίας, «ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός». Ἡ δὲ μακαρία του ψυχὴ ἀπῆλθε συνοδευμένη μὲ τοὺς ἁγίους Ἀγγέλους, ὧν καὶ τὸν βίον ἐπὶ γῆς ἐμιμήσατο, τὴν ὁποίαν ὑπεδέχθησαν οἱ Ἀπόστολοι, προϋπήντησαν οἱ Προφῆται, τὴν ἐσυγχάρηκαν οἱ Διδάσκαλοι, οἱ Ἱεράρχαι, οἱ Μάρτυρες, οἱ Ὅσιοι, οἱ Δίκαιοι. Ὤ, πανήγυρις πνευματικὴ καὶ χαρμόσυνος, ὁποὺ ἔγινε τὴν σήμερον εἰς τὸν οὐρανόν, εἰς τὴν ἀνάβασιν τῆς μακαρίας ψυχῆς τοῦ ἁγίου Σίμωνος! Ὅλα τὰ τάγματα τῶν ἐπουρανίων Ἀγγέλων ἐσκίρτησαν, ὅλαι αἱ τάξεις τῶν ἁγίων ἑώρτασαν, ὧν τὸν βίον, κατὰ τὸ δυνατόν, ἐμιμήθη.