Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Ἐπιστολὴ πρὸς Θωμᾶν

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Τα αίτια της πολεμικής κατά της ασκητικής ζωής

Έκθεση των παραγόντων που οδήγησαν στην εσφαλμένη θεώρηση του μοναχισμού, όπως το σαρκικό θέλημα, η απειρία περί την ασκητική πολιτεία και οι κακές συναναστροφές.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 4 από 5

Ἀρκετά, φαίνεταί μου, εἶναι αὐτὰ τὰ λόγια, ὁποὺ ἀπήντησα κατὰ τὴν ὀλίγην μου δύναμιν, νὰ παραστήσουν εἰς κάθε φρόνιμον καὶ φίλον τῆς ἀληθείας νοῦν, πόσον εἶναι ἀσύμφωνα μὲ τὸν ὀρθὸν λόγον τὰ παρὰ σοῦ κατὰ τῆς ἀσκητικῆς προτεινόμενα ζωῆς. Τώρα δὲ καιρὸς εἶναι νὰ εἰπῶ καὶ τίνα εἰσὶ καὶ ὁποῖα τὰ αἴτια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα παρακινούμενος ταῦτα ἔγραψες, καθὼς ὑπεσχέθην εἰς τὰς ἀρχάς, καὶ οὕτω νὰ δώσω τέλος εἰς τὴν ἐπιστολήν.

α) Πρῶτον μὲν οὖν αἴτιον ἐσωτερικὸν φαίνεταί μου νὰ εἶναι τὸ θέλημα τῆς σαρκός, ἐπειδὴ καὶ αὐτό, ἢ διατὶ ἠσθένησε μετὰ τὴν παράβασιν τοῦ Ἀδάμ, ἢ διατὶ οὕτως ἐσυνήθισεν ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας, φυσικῷ τινι τρόπῳ τοὺς μὲν πόνους καὶ μόχθους μισεῖ, τὴν δὲ ἀνάπαυσιν καὶ ῥᾳστώνην τοῦ βίου φιλεῖ, τὴν μὲν στενοχωρίαν ἀποστρέφεται, τὸ δὲ πλάτος τῶν ἡδονῶν ἀγκαλίζεται· καὶ ἐπειδὴ εἶναι φυσικόν, ἐκεῖνο ὁποὺ μισεῖ τινάς, τοῦτο καὶ νὰ κατηγορῇ, καὶ ἐκ τοῦ ἐναντίου ἐκεῖνο ὁποὺ ἀγαπᾷ τοῦτο καὶ νὰ ἐπαινῇ, διὰ τοῦτο καὶ τὸ σαρκικὸν αὐτὸ θέλημα, ἐπικρατοῦν ἐν σοί, καθὼς καὶ εἰς ὅλους τοὺς υἱοὺς τοῦ Ἀδάμ, τὴν μὲν ἀσκητικὴν ζωὴν κακίζει καὶ μουντζώνει καὶ ἀποστρέφεται, ὡς ἐπίπονον καὶ μοχθηρὰν καὶ τὰς ὀρέξεις αὐτοῦ ἀποκόπτουσαν, τὴν δὲ κοσμικὴν καὶ σαρκικὴν ζωὴν ἀποδέχεται καὶ ἐπαινεῖ, ὡς ἀναπαυτικήν, ὡς πλατεῖαν καὶ συγχωροῦσαν μετὰ ἀδείας ἀπολαύειν τῶν ἐδικῶν του ἡδονῶν, ἵνα μὲ τοῦτον τὸν τρόπον κατασιγάζῃ τὸν ἔλεγχον τῆς ἔνδον συνειδήσεως καὶ μὴ ἑαυτῷ ἀσύμφωνον φαίνηται, ἐπαινοῦν μὲν ὅπερ μισεῖ, κατηγοροῦν δὲ ὅπερ ἀγαπᾷ καὶ πράττει μετὰ χαρᾶς. β) Δεύτερον δέ, ἡ ἀπειρία τῆς μοναδικῆς πολιτείας.

Ἕνας τυφλὸς ἐκ γενετῆς πῶς ἠμπορεῖ νὰ ἡδυνθῇ εἰς τὴν θεωρίαν τῶν διαφόρων χρωμάτων, ἢ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ τερπνότατον θέαμα τοῦ φωτός; Οὐχὶ καὶ ὡς μάταια ταῦτα κρίνει καὶ περιττά; Ἢ ποίαν ἡδονὴν ἠμπορεῖ νὰ ἀπολαύσῃ εἰς τὴν ἁρμονίαν τῶν φωνῶν ἕνας κωφὸς ἐξ ἀρχῆς; Ἤ, πῶς ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ τὴν γλυκύτητα τοῦ μέλιτος, ἐκεῖνος ὁποὺ διὰ τῆς γεύσεως δὲν τὸ ἐδοκίμασεν; Οὕτω καὶ ὅποιος δὲν ἐγεύθη τὸ μέλι τῆς ἡσυχίας, δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ γνωρίσῃ τὴν γλυκύτητα ὁποὺ ἔχει. Ἄχ, ἀδελφέ μου! Πίστευσόν μοι, ἐξ ἀγάπης καὶ ἀληθείας λέγοντι, ὅτι ἂν ὁ Θεὸς ἤθελέ σε καταξιώσῃ νὰ ἔλθῃς νὰ καθίσῃς, ὄχι πολύ, ἀλλὰ μόνον δύω χρόνους, καὶ ὁπωσοῦν νὰ ἔλθῃ ὁ νοῦς σου εἰς ἑαυτὸν ἐκ τοῦ κάτωθεν διασκορπισμοῦ καὶ τῆς περιπλανήσεως, βεβαιότατα ἤθελες εὐχαριστῇς κάθε ὥραν μὲ γλυκύτατα δάκρυα τὸν ἅγιον Θεόν· ἤθελες ἐλεεινολογήσῃς τοὺς χρόνους ὁποὺ ἀπέρασες εἰς τὴν ματαιότητα, καί, ὁμοῦ μὲ τὸν ἱερὸν Αὐγουστῖνον, ἤθελες εἰπῇς, «οὐαί, οὐαὶ τῷ χρόνῳ ἐκείνῳ, ἐν ᾧ οὐκ ἠγάπησά σε», ἐπειδή, καὶ τί ἄλλο ποθεινότερον, ὡσὰν τὸ νὰ μιμῆται τινὰς ἐπὶ γῆς τῶν ἀγγέλων τὴν πολιτείαν;

Τί ἄλλο ἐρασμιώτερον ἢ μακαριστότερον, ὡσὰν τὸ νὰ εἶναι τινὰς ἑνωμένος μὲ τὸν ἀγαπητόν του Θεὸν διὰ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀδιαλείπτου ἐν καρδίᾳ προσευχῆς, ἥτις ἠξεύρει νὰ ἀποκτᾶται διὰ μέσου τῆς ἡσυχίας; καὶ ποτὲ μὲν νὰ φωνάζῃ μὲ τὸν Παῦλον «τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλῖψις, ἢ στενοχωρία, ἢ λιμός, ἢ διωγμός, ἢ γυμνότης, ἢ μάχαιρα;» καὶ τὰ ἑξῆς, ποτὲ δὲ μὲ τὸν θεοφόρον Ἰγνάτιον, «ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται, καὶ οὐχ ἥδομαι τροφῇ φθορᾶς, οὐδὲ ἡδοναῖς τοῦ βίου τούτου· ἄρτον οὐράνιον θέλω, ἄρτον ζωῆς», ὅ ἐστιν ἀγάπη ἀένναος καὶ ἀθάνατος ζωή; Καὶ ὅμως, τὸ τόσον ποθεινόν, τὸ τόσον μακαριστὸν ἔργον, ἡ ἡσυχία, ἰδοὺ πόσον ὑβρίζεται καὶ κατηγορεῖται· διατί; ὅτι κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν ἐκείνην, οὗτινός τις τὴν γνῶσιν ἀφῄρηται, τούτου κατηγορεῖ προχειρότατα. γ) Τρίτον δὲ καὶ τελευταῖον μὲν τῇ τάξει, πρῶτον δὲ τῇ δυνάμει, αἴτιον, ὁποὺ σὲ παρακινεῖ τὰ τοιαῦτα νὰ γράφῃς, εἶναι ἡ τοῦ τόπου μεταβολή, καὶ ἡ μετὰ τῶν ἐκδεδιῃτημένων ἀνθρώπων συναναστροφή.

Ἡ μεταβολὴ τοῦ τόπου σοῦ ἐπροξένησε τὴν μεταβολὴν τοῦ τρόπου, καὶ αἱ κακαὶ ὁμιλίαι ἔφθειραν τὰ ἤθη σου τὰ χρηστά· τὸ πρῶτον μᾶς τὸ ἐβεβαίωσεν ὁ μέγας Βασίλειος εἰς τὴν πρὸς Χίλωνα ἐπιστολήν, καὶ τὸ δεύτερον ὁ Ἀπόστολος εἰς τὴν πρὸς Κορινθίους ἐπιστολήν. Ἂν οἱ Ἰσραηλῖται δὲν ἐκατέβαινον εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἂν δὲν ἐπήγαιναν εἰς τὴν Βαβυλῶνα, δὲν ἤθελαν μάθωσι τὰ ἔργα καὶ τὰς εἰδωλολατρίας τῶν Αἰγυπτίων τε καὶ Βαβυλωνίων· «συνεμίγησαν γάρ, φησὶν ὁ προφήτης, ἐν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἔμαθον τὰ ἔργα αὐτῶν».

Καὶ ἂν ἡ ἐλλογιμότης σου δὲν ἐπήγαινες εἰς τὴν Βιέν<ν>αν, δὲν ἤθελες μάθει τὰ τοιαῦτα ὀλέθρια καὶ ψυχοβλαβῆ. Ἐν ὅσῳ καιρῷ ὁ Λὼτ ἦτον ἑνωμένος μὲ τὸν θεῖόν του Ἁβραάμ, ἦτον ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε πειρασμόν, διατὶ ὡδηγεῖτο εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν ἀπὸ τὸ φῶς τῶν τοῦ θείου του συμβουλῶν, ἀφ’ οὗ δὲ ἐχωρίσθη, τότε πειρασμοῖς περιέπεσε ποικίλοις, καὶ ἔκαμε τὴν ἀνήκουστον ἐκείνην παρανομίαν, ὁ πατὴρ γενηθεὶς πατήρ, τὰς θυγατέρας ποιήσας γυναῖκας, καὶ τέκνα τὰ ἴδια ἔγγονα. Οὕτω καὶ σύ, ἀδελφέ μου, ἐν ὅσῳ ἔμενες ἀχώριστος τῶν ἐνταῦθα διδασκάλων σου, «ὁ λύχνος τοῦ Θεοῦ ηὔγει τὴν ὁδόν σου», κατὰ τὸν Ἰώβ, καὶ διὰ τῆς ἐκείνων ὁδηγίας ἀνώτερος διετέλεις κάθε πέτρας σκανδάλου, καὶ παντὸς λίθου προσκόμματος, ἅπαξ δὲ χωρισθείς, ὡς μὴ ὤφειλες, τῆς ἐκείνων συναυλίας, ἰδοὺ εἰς ποίας ἀνοδίας περιεπάτησας, καὶ πόσον τῆς ἀληθείας ἀπεμακρύνθης· καὶ ταῦτα εἰς καιρὸν ὁπού, ὡς λέγεις, ζητεῖς διὰ νὰ μάθῃς τὴν ἀλήθειαν. «Οἷς γὰρ ἂν συνομιλῇ τις, τούτοις ἐξομοιοῦται» καί, «ἂν χωλῷ παροικήσῃς, ὑποσκάζειν μαθήσῃ», κατὰ τὰς παροιμίας.