Ἔργον
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Ἐξομολογητάριον
Πρακτική εξέταση των εξομολογουμένων βάσει των Δέκα Εντολών
Εκτενής οδηγός με συγκεκριμένες ερωτήσεις του Πνευματικού προς τους πιστούς, χωρισμένος ανά εντολή, για την πλήρη εξαγόρευση των πεπραγμένων.
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ἔργον
Πρακτική εξέταση των εξομολογουμένων βάσει των Δέκα Εντολών
Εκτενής οδηγός με συγκεκριμένες ερωτήσεις του Πνευματικού προς τους πιστούς, χωρισμένος ανά εντολή, για την πλήρη εξαγόρευση των πεπραγμένων.
Ἐὰν δὲ ποθῇς, Πνευματικέ, νὰ δείχνῃς ἀληθινὴν καὶ πατρικὴν ἀγάπην εἰς τὰ πνευματικὰ τέκνα σου, σπούδασε νὰ καταστήσῃς τὸν ἑαυτόν σου εὐκολοκατάνυκτον καὶ δακρυώδη, εἰς τρόπον ὅτι νὰ μὴ λυπῆσαι μόνον τοὺς ἁμαρτωλούς, ὁποῦ κάμνουν μεγάλας καὶ θανασίμους ἁμαρτίας, ἀλλὰ καὶ νὰ χύνῃς δάκρυα, συμπονῶντας τὴν συμφοράν τους, ὅτι ταῦτα τὰ δάκρυά σου ἔχουν μεγάλην δύναμιν· διατὶ ὄχι μόνον εἶναι σημεῖον τῆς πρὸς τὸν ἁμαρτωλὸν φιλοστόργου σου ἀγάπης, ἀλλὰ καὶ τὸν Θεὸν ἐξιλεώνουν εἰς τὰς ἁμαρτίας του, καὶ αὐτὸν τὸν πλέον σκληρὸν καὶ ἀκατάνυκτον ἁμαρτωλὸν παρακινοῦν νὰ κατανυχθῇ εἰς τὰ ἁμαρτήματά του, βλέποντα ἐσένα τὸν μὴ ποιήσαντα, νὰ τὰ κλαίῃς· τὸν πληροφοροῦν τὴν ἀγάπην ὁποῦ ἔχεις εἰς αὐτόν, καὶ τὸν κατασταίνουν νὰ δεχθῇ μὲ εὐκολίαν τὴν διόρθωσιν, ὁποῦ νὰ τοῦ κάμῃς. Πρόσεχε ὅμως νὰ μὴ δείχνῃς κἀνένα σημεῖον λύπης, ἢ κατηφείας, ἢ δακρύων, ἐν ὅσῳ σοῦ ἐξομολογεῖται, καθὼς προλαβόντως σοῦ εἴπομεν· ἀλλὰ νὰ λυπῆσαι καὶ νὰ δακρύῃς ὕστερα ἀπὸ τὴν τελείαν ἐξομολόγησιν, ὅταν ἔχῃς νὰ τὸν νουθετήσῃς, καὶ νὰ τοῦ δώσῃς τὸν κανόνα.
ΕΙΔΗΣΙΣ Περὶ τοῦ, πῶς πρέπει ὁ Πνευματικὸς νὰ ἐρωτᾷ τοὺς ἐξομολογουμένους, εἰς τὰ κυριώτερα ἁμαρτήματα, κατὰ τὰς δέκα Ἐντολάς. Εἴπομεν εἰς τὸ ηʹ. Κεφάλαιον τῆς πρὸς τὸν Πνευματικὸν Διδασκαλίας, ὅτι ὁ Πνευματικὸς κυρίως δὲν πρέπει νὰ ἐρωτᾷ τοὺς ἐξομολογουμένους, ἀλλ’ οἱ ἐξομολογούμενοι πρέπει νὰ λέγουν εἰς τὸν Πνευματικὸν τὰ ἁμαρτήματά των· ὁ δὲ Πνευματικὸς νὰ τὰ ἀκούῃ μόνον, καὶ νὰ τὰ διορθώνῃ.
Ἐπειδὴ ὅμως τὴν σήμερον οἱ περισσότεροι Χριστιανοί, ἄλλοι μὲν ἀπὸ ἀπαιδευσίαν καὶ ἀμάθειαν, ἄλλοι δὲ ἀπὸ ἐντροπήν, καὶ ἄλλοι ἀπὸ τὴν κακὴν συνήθειαν, ὁποῦ ἔλαβον νὰ ἐρωτῶνται ἀπὸ τοὺς Πνευματικοὺς εἰς τὴν ἐξομολόγησιν· ὁ ἕνας ἀπὸ μίαν αἰτίαν, καὶ ἄλλος ἀπὸ ἄλλην παρακινούμενοι, δὲν φροντίζουν νὰ κάμνουν καὶ αὐτοὶ ἔρευναν τῶν ἁμαρτιῶν τους πρὸ τοῦ νὰ ἐξομολογηθοῦν, οὔτε λέγουν μόνοι τὰς ἁμαρτίας των, καθὼς εἶναι τὸ πρέπον, ἀλλὰ προσμένουν νὰ τοὺς ἐρωτᾷ ὁ Πνευματικὸς πρῶτον, καὶ ἔπειτα αὐτοὶ νὰ ἀποκρίνωνται· καὶ ἂν ὁ Πνευματικὸς δὲν τοὺς ἐρωτήσῃ, αὐτοὶ δὲν φανερώνουν ὁλότελα τὰς ἁμαρτίας των, ἀλλὰ φεύγουν ἀπὸ τὸν Πνευματικὸν ἀνεξομολόγητοι· διὰ τοῦτο ἀναγκαῖον ἐκρίναμεν ἐδῶ νὰ σοῦ δώσωμεν μίαν καθολικὴν εἴδησιν, Πνευματικέ, πῶς πρέπει νὰ ἐρωτᾷς τοὺς τοιούτους ἐξομολογουμένους, ἐπάνω εἰς τὰς δέκα Ἐντολάς, τὰ κυριώτερα καὶ μεγαλήτερα ἁμαρτήματα.
Ὅταν λοιπὸν ἔλθῃ τινὰς Χριστιανὸς νὰ ἐξομολογηθῇ εἰς τοῦ λόγου σου, ποίησον Εὐλογητόν, καὶ εἰπὼν τὸ Τρισάγιον, καὶ τὸν νʹ. Ψαλμόν, στραφείς, λέγε εἰς τὸν μετανοοῦντα τὴν συμβουλὴν ταύτην, κρατῶντας τὸ Ἐξομολογητάριον εἰς τὰς χεῖρας. «Ἰδού, τέκνον, ὁ Χριστὸς (δείχνωντας καὶ τὴν Εἰκόνα του) στέκεται ἀοράτως προσμένωντας τὴν ἐξομολόγησίν σου· λοιπὸν μὴ ἐντραπῇς, ἢ φοβηθῇς, καὶ κρύψῃς κἀμμίαν σου ἁμαρτίαν· ἀλλ’ ἐξ ὅλης καρδίας ἐξομολογήσου αὐτάς, διὰ νὰ λάβῃς καὶ τὴν συγχώρησιν αὐτῶν ἀπὸ τὸν ἴδιον Χριστόν. Εἰ δὲ καὶ κρύψῃς κἀμμίαν, ἤξευρε ὅτι, ὄχι μόνον αὐτὴ ἡ ἀνεξομολόγητος ἁμαρτία σου ἔχει νὰ στέκῃ σημειωμένη ἐπάνω εἰς τὴν συνείδησίν σου, ὡσὰν τὰ γράμματα ἐπάνω εἰς τὸ χαρτί, διὰ νὰ φανερωθῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως, ἐνώπιον ὅλων τῶν Ἀγγέλων, καὶ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ προσθέτεις ἀκόμη εἰς τὸν ἑαυτόν σου καὶ ἄλλην μίαν ἁμαρτίαν, τὴν Ἱεροσυλίαν· ὅθεν, ἐπειδὴ ἦλθες εἰς ἰατρόν, βλέπε νὰ ἰατρευθῇς τελείως, καὶ ὄχι νὰ μείνῃς ἀνιάτρευτος· διατὶ ἡ ζημία αὕτη ἔχει νὰ ᾖναι ἐπάνω εἰς ἐσένα».
Εἶτα βαλὼν αὐτὸν νὰ γονατίσῃ ἔμπροσθεν τῆς Εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ, ἢ νὰ καθίσῃ εἰς ὑποπόδιον, ἐρώτησον αὐτόν, τίς, καὶ ποῖος εἶναι (ἂν δηλαδὴ πρὸ τοῦ δὲν τὸν ἤξευρες), καὶ πόσον καιρὸν ἔχει νὰ ἐξομολογηθῇ, καὶ ἂν ᾖναι ἑτοιμασμένος μὲ τὴν πρέπουσαν ἔρευναν τῶν ἁμαρτιῶν του διὰ νὰ ἐξομολογηθῇ· ἔπειτα τὸν ἐρωτᾷς, καὶ τοῦ λέγεις· «Πιστεύεις, τέκνον μου, βεβαίως καὶ ἀναμφιβόλως εἰς ὅλα τὰ δόγματα τῆς Καθολικῆς, καὶ Ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως, ἤτοι τό, Πιστεύω, καὶ ἐκυρώθησαν ἀπὸ τὰς ἁγίας, καὶ οἰκουμενικὰς ἑπτὰ Συνόδους, καὶ τὰς τοπικάς, καὶ τοὺς κατὰ μέρος ἁγίους Πατέρας; Δέχεσαι ὁμοῦ καὶ ὅλας τὰς Ἀποστολικάς, καὶ Πατρικὰς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς κᾀμμίαν προσθήκην, ἢ ἀφαίρεσιν»; Καὶ ὅταν ὁμολογήσῃ πῶς τὰ πιστεύει, εἰπέ του νὰ εἰπῇ τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως, ἤτοι τό, Πιστεύω εἰς ἕνα Θεὸν (ἂν τὸ ἠξεύρῃ)· ἔπειτα τοῦ λέγεις·
Ἤξευρε, τέκνον μου, ὅτι εἰς μὲν τὰ ἄλλα κριτήρια, ὅποιος φανερώσῃ τὸν ἑαυτόν του πταίστην, παιδεύεται· εἰς τοῦτο δὲ τὸ κριτήριον τῆς ἐξομολογήσεως, ὅποιος φανερώσῃ πρῶτος, καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ του τὴν ἁμαρτίαν του, συγχωρεῖται. Διὰ τοῦτο δὲν ἔχει χρέος ὁ Πνευματικὸς νὰ ἐρωτᾷ τὸν ἐξομολογούμενον τί, καὶ τί ἔκαμε, διατὶ ἔτζι ὁ μετανοῶν ἐλέγχεται, καὶ ὄχι ἐξομολογεῖται· ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ἐξομολογούμενος πρέπει ἀφ’ ἑαυτοῦ του νὰ ὁμολογῇ τὰς ἁμαρτίας του, διὰ νὰ λάβῃ καὶ τὴν τούτων συγχώρησιν· οὕτω γὰρ παραγγέλλει καὶ ὁ Θεός· «Δίκαιος ἑαυτοῦ κατήγορος ἐν πρωτολογίᾳ· ᾧ δ’ ἂν ἐπιβάλλῃ ὁ ἀντίδικος, ἐλέγχεται.
Καὶ λέγε σὺ πρῶτος τὰς ἀνομίας σου, ἵνα δικαιωθῇς». Ὅθεν καὶ σὺ τέκνον, πρὸς καταισχύνην τοῦ διαβόλου, καὶ τῆς ἁμαρτίας, λέγε τὰς ἀνομίας σου πρῶτος, ἵνα δικαιωθῇς· «Καὶ ταῦτα εἰπών, σιωπᾷς, Πνευματικέ, ὀλίγον».
Ὅταν δὲ ἰδῇς, ὅτι ὁ μετανοῶν δὲν ὁμολογεῖ τὰς ἁμαρτίας του, τότε τοῦ λέγεις· «Βλέπω, τέκνον, ὅτι δὲν ὁμιλεῖς, ὅθεν διὰ νὰ μὴ μείνῃς ἀνεξομολόγητος, ἀναγκάζομαι ἐγὼ νὰ σὲ ἐρωτῶ, καὶ ἐσὺ ἀποκρίνου μόνον χωρὶς κἀμμίαν ἐντροπήν· διατὶ καὶ ἐγὼ ὁποῦ σὲ ἐξομολογῶ εἶμαι ἄνθρωπος ὡσὰν καὶ ἐσένα ὁμοιοπαθὴς καὶ ἁμαρτωλός, καὶ ἤκουσα πολλὰς καὶ μεγάλας ἁμαρτίας πολλῶν ἄλλων ἁμαρτωλῶν· καὶ διατί, ἀφ’ οὗ ἐξομολογηθῇς, ἔχεις νὰ γυρίσῃς εἰς τὸν οἶκόν σου χαρούμενος, καὶ ἐλαφρωμένος, ἐπειδὴ ἐξεφόρτωσες τὴν συνείδησίν σου ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας».
Εἰ δὲ καὶ εἶναι ἄνθρωπος, ὁποῦ τὸν ἠξεύρεις, καὶ ἦλθεν ἄλλην φορὰν καὶ ἐξομολογήθη εἰς ἐσέ, ἀφίνεις ὅλα τὰ προειρημένα, καὶ εὐθὺς μετὰ τὴν συμβουλήν, τὸν ἐρωτᾷς ἐπάνω εἰς τὴν πρώτην Ἐντολὴν τὰ κυριώτερα ταῦτα· εἰς κάθε δὲ ἐρώτησιν, νὰ στέκεσαι, ἕως οὗ νὰ ἀποκρίνεται ὁ μετανοῶν, ἢ ναί· ἢ ὄχι.
Μήπως, τέκνον μου, ἀρνήθης κἀμμίαν φορὰν τὸν Θεόν, ἢ τὴν Πίστιν σου; ἢ εἶπες νὰ τὴν ἀρνηθῇς; Μήπως ἔβαλες εἰς τὸν νοῦν σου θεληματικῶς, λογισμοὺς βλασφημίας, καὶ ἀπιστίας, ἐπάνω εἰς τὰ θεῖα Μυστήρια, ἢ εἰς τὰ τῆς Πίστεως πράγματα; ἢ ἔχῃς κἀνένα αἱρετικὸν φρόνημα;
Μήπως ἔγεινες μάγος; ἢ ἔδεσες κἀνένα ἀνδρόγυνον; ἢ ἔδεσες ζῶα, διὰ νὰ μὴ τὰ τρώγῃ ὁ λύκος; ἢ μήπως κάμνῃς φυλακτά, ἢ τὰ φορῇς; ἢ μήπως ἔπραξες κἀνένα ἄλλο εἶδος μαγείας; Μήπως ἐπῆγες εἰς μάγους, καὶ μαγίσσαις, διὰ νὰ σοὶ βοηθήσουν εἰς τὴν ἀσθένειάν σου; ἢ διὰ νὰ εὕρουν κἀνένα πρᾶγμα ὁποῦ ἔχασες; ἢ διὰ νὰ σοῦ φανερώσουν θησαυρούς, καὶ ἄλλα ὅμοια;
Μήπως ἔκαμες κἀμμίαν ἁμαρτίαν θανάσιμον, καὶ ἔπειτα ἀπετόλμησες, καὶ ἐκοινώνησες ἀναξίως, χωρὶς νὰ λάβῃς τὸν πρέποντα κανόνα ἀπὸ τὸν Πνευματικόν σου; διατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλητέρα ἁμαρτία ἀπὸ ὅλας, καθὼς λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νηστευτής.
Μήπως δὲν προσεύχεσαι εἰς τὸν Θεὸν ταχύ, καὶ βράδυ, ὡσὰν Χριστιανός; Μήπως ἔφαγες ἀπὸ τὰ φαγητά, καὶ κουρμπάνια, καὶ θυσίας, ὁποῦ κάμνουν οἱ ἀσεβεῖς Ἀγαρινοὶ εἰς τοὺς γάμους των, εἰς τὰ συνετίσματά των, καὶ εἰς τὰ μιαρά των μνημόσυνα; ἐπειδή, καθὼς λέγει ὁ Σολομὼν «Θυσίαι ἀσεβῶν, βδέλυγμα Κυρίῳ».
Μήπως ἀπελπίσθης ἀπὸ τὴν εὐσπλαγχνίαν τοῦ Θεοῦ; ἢ μήπως ἁμαρτάνῃς, θαῤῥῶντας πῶς ὁ Θεὸς εἶναι εὔσπλαγχνος, καὶ σοὶ συγχωρεῖ; ἢ μήπως ἔκαμες ἀπόφασιν νὰ ἁμαρτάνῃς ἕως ὁποῦ ἠμπορεῖς, καὶ ὕστερον ὅταν δὲν ἠμπορῇς, τότε νὰ μετανοήσῃς; ἢ μήπως ἔχῃς πεῖσμα καὶ ἐναντιόνεσαι εἰς τὴν φανερὰν ἀλήθειαν; διατί, τέκνον μου, καὶ τὰ τέσσαρα αὐτά, εἶναι θανάσιμοι ἁμαρτίαι, καὶ ἐναντιόνονται εἰς τὴν αʹ. ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶναι βλασφημίαι εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, καθὼς λέγει ἡ Ὀρθόδοξος Ὁμολογία.
Εἶτα τὸν ἐρωτᾷς εἰς τὴν Βʹ. Ἐντολὴν τὰ κυριώτερα ταῦτα. Μήπως, τέκνον μου, ἔχῃς τόσην ἀγάπην εἰς τὴν πλεονεξίαν, καὶ τὰ ἄσπρα, ὥστε ὁποῦ ὁ λογισμός σου, ἐκεῖνα συλλογίζεται, καὶ ἡ καρδία σου εἰς ἐκεῖνα εἶναι κολλημένη;
Μήπως ἦσαι δουλωμένος εἰς τὴν κοιλίαν σου τόσον πολλά, ὥστε ὁποῦ συλλογίζεσαι μὲ τὸν νοῦν σου φαγητά, καὶ πιοτά, καὶ εἶναι προσκολλημένη εἰς αὐτὰ ἡ καρδία σου; Μήπως ἦσαι ὑποκριτής, καὶ ὄχι ἀληθινὸς Χριστιανός, καὶ εἰς μὲν τὰ ἔξω φαίνεσαι εὐλαβής, καὶ πιστὸς εἰς τὸν Θεόν, εἰς δὲ τὰ ἔσω, εἶσαι ἄπιστος, καὶ ἀνευλαβής;
Μήπως πιστεύῃς εἰς τὰ ὀνείρατα, ἢ τὰ ἐδικά σου, ἢ τὰ τῶν ἄλλων; διατὶ λέγει ὁ σοφὸς Σειράχ, ὅτι «Πολλοὺς ἐπλάνησαν τὰ ἐνύπνια, καὶ ἐξέπεσον ἐλπίζοντες ἐπ’ αὐτοῖς».
Εἶτα τὸν ἐρωτᾷς εἰς τὴν Γʹ. Ἐντολὴν τὰ κυριώτερα ταῦτα. Μήπως, τέκνον μου, ἔκαμες ἐσὺ ὅρκον, ἢ ἔβαλες ἄλλον καὶ ἔκαμεν ὅρκον; Μήπως ἐπαρέβης τὸν ὅρκον, ὁποῦ ἔκαμες; Μήπως ὀμνύῃς τὸν Θεόν, καὶ τὴν Πίστιν, εἰς κάθε ὑπόθεσιν;
Μήπως ἔκαμες τάξιμον, καὶ ὑπόσχεσιν εἰς τὸν Θεὸν νὰ γένῃς καλόγηρος, ἢ ἄλλο καλὸν νὰ κάμῃς, καὶ ἔπειτα ἐπαρέβῃς τὸ τάξιμον, καὶ τὴν ὑπόσχεσίν σου; Μήπως μεταχειρίζεσαι τὰ λόγια τῆς ἁγίας Γραφῆς, εἰς μετεωρισμούς, καὶ χωρατάδες, καὶ γέλοια;
Μήπως δὲν εὐχαριστῇς εἰς τὰς ἀσθενείας, καὶ δυστυχίας σου, ἀλλὰ γογγύζῃς, κατηγορῶντας τὸν Θεὸν ὡς ἄδικον; Μήπως ἐβλασφήμησες μὲ λόγον τὸν Θεόν, ἢ τὴν Πίστιν, ἢ τὰ Μυστήρια, ἢ τοὺς Ἁγίους; ἢ μήπως κάμνῃς καὶ ἄλλους νὰ βλασφημοῦν;
Μήπως λέγῃς ὅτι ἡ θεία Γραφή, καὶ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, περιέχουν σφάλματα, καὶ ἐναντιολογίας, ἐπαινῇς δὲ τῶν Ἐθνικῶν, καὶ Ἑλλήνων τὰ συγγράμματα;
Εἶτα τὸν ἐρωτᾷς εἰς τὴν Δʹ. Ἐντολὴν τὰ κυριώτερα ταῦτα. Μήπως, τέκνον μου, δὲν πηγαίνεις εἰς τὴν Ἐκκλησίαν δύω φοραῖς τὴν ἡμέραν, ταχύ, καὶ βράδυ, καθὼς προστάζουν εἰς τὰς διαταγάς των οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι; ἢ τὸ ὀλιγώτερον, μήπως δὲν πηγαίνῃς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν κάθε Κυριακήν, καὶ Ἑορτήν, Ἑσπερινόν, Ὄρθρον, καὶ Λειτουργίαν; Ἢ ἂν ᾖναι καλόγηρος ὁ ἐξομολογούμενος, τοῦ λέγεις·
Μήπως, τέκνον μου, δὲν ἀκούῃς τὴν διωρισμένην Ἀκολουθίαν σου; ἢ μήπως δὲν κάμνεις τὸν διωρισμένον κανόνα σου; Μήπως, ὅταν στέκῃς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, συνομιλῇς μὲ τὸν ἕνα, καὶ μὲ τὸν ἄλλον; ἢ χορατεύῃς, καὶ γελᾷς, καὶ στέκεσαι μὲ ἀνευλάβειαν; ἢ μήπως δὲν προσέχῃς εἰς τὰ θεῖα λόγια, ὁποῦ λέγονται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀλλὰ ἀφίνῃς τὸν νοῦν σου θεληματικῶς, καὶ τρέχει εἰς τὰ κοσμικὰ πράγματα;
Μήπως εἰς τὰς Κυριακάς, καὶ Ἑορτάς, σμίγεσαι μὲ τὴν γυναῖκά σου; Μήπως εἰς τὰς Κυριακάς, καὶ Ἑορτάς, φέρνῃς παιγνίδια εἰς τὸ σπῆτί σου, ἢ πηγαίνῃς ἐσὺ εἰς τὰ παιγνίδια; ἢ μήπως παίζῃς ἐσὺ ὁ ἴδιος; ἢ χορεύῃς, καὶ τραγῳδῇς;
Μήπως εἰς τὰς Κυριακάς, καὶ Ἑορτάς, παίζῃς ντάμας, χαρτία, καὶ ἄλλα παίγνια, ἢ πηγαίνῃς καὶ τὰ θεωρεῖς; Μήπως εἰς τὰς Κυριακάς, καὶ Ἑορτάς, πίνῃς, καὶ μεθᾷς, ἢ ξερνᾷς, καὶ κάμνῃς μάχας, καὶ πολέμους, μὲ τὸν ἕνα, καὶ μὲ τὸν ἄλλον;
Μήπως εἰς τὰς Κυριακάς, καὶ Ἑορτάς, δὲν δίδῃς ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά σου ἐλεημοσύνην εἰς τοὺς πτωχούς, καθὼς διορίζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος; Μήπως καταλύῃς τὰς Τετράδας, καὶ Παρασκευάς, καὶ τὰς ἄλλας Νηστείας, ὁποῦ εἶναι διωρισμέναι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ εἰς τοὺς Χριστιανούς;
Εἶτα τὸν ἐρωτᾷς εἰς τὴν Εʹ. Ἐντολὴν τὰ κυριώτερα ταῦτα. Μήπως, τέκνον μου, ὕβρισες, ἢ ἐκτύπησες τὸν Πατέρα σου, ἢ τὴν Μητέρα σου; ἢ μήπως δὲν ὑπακούῃς εἰς τὸ θέλημά τους, ἢ ὅταν ᾖναι ἀσθενεῖς, καὶ ἔχουν χρείαν ἀπὸ βοήθειαν, μήπως δὲν τοὺς ἐπιμελῆσαι, καὶ δὲν τοὺς βοηθῇς;
Μήπως δὲν τιμᾷς τοὺς Διδασκάλους σου, καὶ τοὺς Πνευματικοὺς Πατέρας, καὶ Ἀρχιερεῖς, καὶ Ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ; Ἢ ἂν ᾖναι καλόγηρος τοῦ λέγεις· Μήπως παρακούῃς τὸν Γέροντά σου, καὶ τὸν κάμνῃς νὰ λυπῆται κατ’ ἐπάνω σου;
Μήπως δὲν τιμᾷς τὸν μάστορά σου, ἢ τὸν αὐθέντην σου; ἢ τοὺς κριτάς, καὶ ἡγεμόνας; ἢ μήπως δὲν φαίνεσαι εὐχάριστος πρὸς τοὺς εὐεργέτας σου; Μήπως ἀμελῇς, καὶ δὲν βάλλῃς τὰ παιδία σου εἰς τὸ Σχολεῖον, διὰ νὰ μάθουν τὰ ἱερὰ γράμματα, ἢ τέχνην καλήν; ἢ μήπως καὶ δὲν τὰ συμβουλεύῃς νὰ ἔχουν τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἤθη καλά, καὶ χριστιανικά, καθὼς πρέπει εἰς τοὺς Χριστιανούς; ἡ μήπως δὲν ἐννοιάζεσαι νὰ τὰ στέλλῃς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν; ἢ μήπως δὲν τὰ ξυλίζῃς, ὅταν τύχῃ νὰ σφάλλουν; ἢ μήπως βιάζῃς τὰ τέκνα σου νὰ ὑπανδρευθοῦν στανικῶς, καὶ χωρὶς νὰ θέλουν; ἢ μήπως τὰ ἐμποδίζῃς νὰ μὴ γένουν καλόγηροι; ἢ ἂν αὐτὰ θέλουν νὰ ὑπανδρευθοῦν, μήπως ἐσὺ ζητῇς καὶ τὰ βιάζῃς νὰ γένουν καλόγηροι;
Μήπως ὑβρίζῃς τὴν γυναῖκά σου; (ἢ ἂν ᾖναι γυνὴ ἡ ἐξομολογουμένη, λέγεις, τὸν ἄνδρα σου); ἢ μήπως τὴν λυπῇς, ἢ τὴν κτυπᾷς, καὶ δὲν τὴν ἀγαπᾷς ὡσὰν τὴν ἰδίαν σάρκα σου, καὶ δὲν φροντίζῃς διὰ τὴν ψυχήν της, καὶ διὰ τὴν ζωήν της;
Μήπως δὲν ἐπιμελήθῃς διὰ τὴν σωτηρίαν καὶ χριστιανικὴν ζωὴν τοῦ δούλου σου, καὶ τῆς δούλης σου; ἀλλὰ ἠξεύρωντας αὐτοὺς πῶς ἁμαρτάνουν, ἐσὺ τοὺς παραβλέπῃς, καὶ δὲν τοὺς διορθόνῃς;
Ἢ ἂν ᾖναι Πατριάρχης, ἢ Ἀρχιερεύς, τοῦ λέγεις· Μήπως Παναγιώτατε (ἢ Πανιερώτατε) Δέσποτα, ἀμελῇς τὸ λογικόν σου ποίμνιον, καὶ δὲν φροντίζῃς μὲ κάθε λογῆς τρόπον, ὁποῦ δυνηθῇς, διὰ τὴν διόρθωσιν καὶ σωτηρίαν του; ἢ μήπως γίνεσαι κακὸν παράδειγμα, καὶ αἰτία σκανδάλου εἰς τὸν λαόν, διὰ ἔργων, καὶ διὰ λόγων; διὰ τὸ ὁποῖον ἔχεις νὰ δώσῃς ἀπολογίαν τῷ Θεῷ ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως.
Ἢ ἂν ᾖναι Πνευματικός, τοῦ λέγεις· Μήπως Δέσποτά μου, δὲν διορθώνῃς κατὰ τοὺς Κανόνας, καὶ καθὼς πρέπει τὰς ψυχὰς τῶν ἐξομολογουμένων εἰς τὴν ἁγιωσύνην σου, καὶ δὲν ἀγρυπνᾷς, καὶ δὲν προσέχῃς εἰς τὸ πνευματικόν σου ἐπάγγελμα;
Ἢ ἂν ᾖναι Ἐφημέριος Ἐκκλησίας, τοῦ λέγεις· Μήπως, Δέσποτά μου, δὲν ποιμαίνῃς τοὺς ἐνορίτας σου, καὶ δὲν διδάσκῃς τὰ λογικὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, μὲ κάθε λογῆς ἐπιμέλειαν καὶ φροντίδα, καὶ μὲ κάθε εὐλάβειαν, καὶ σεμνότητα, ὁποῦ πρέπει εἰς τὸ ἱερατικόν σου ἀξίωμα;
Ἢ ἂν ᾖναι Ἡγούμενος Μοναστηρίου, ἢ Γέρωντας τοῦ λέγεις· Μήπως, Δέσποτά μου, ὑπερηφανεύεσαι πῶς εἶσαι Ἡγούμενος καὶ Προεστώς, καὶ καταφρονεῖς τοὺς ἄλλους, νομίζωντάς τους ὡς δούλους, καὶ ὄχι ὡσὰν ἀδελφούς σου; Μήπως γίνεσαι κακὸν παράδειγμα εἰς τοὺς Ἀδελφοὺς μὲ λόγον, ἢ ἔργον; Μήπως γίνονται ἀταξίαι, καὶ κακὰ εἰς τὸ Μοναστήριόν σου, καὶ ἡ ἁγιωσύνη σου ἀμελῇς καὶ δὲν τὰς διορθόνῃς;
Μήπως δὲν ἐπιμελῆσαι, καὶ δὲν διδάσκῃς τοὺς Μοναχοὺς τοῦ Μοναστηρίου σου, διὰ νὰ φυλάττουν τοὺς ὅρους καὶ Κανόνας τῶν ὁσίων Πατέρων, καὶ τὸ ἐπάγγελμα τῆς μοναδικῆς πολιτείας;
Ἢ ἂν ᾖναι Διδάσκαλος, ἢ Μαΐστωρας, τοῦ λέγεις· Μήπως ἀφίνῃς τοὺς μαθητάς σου, καὶ κάμνουν ἀταξίας, ἢ μήπως φθονῇς καὶ δὲν τοὺς δείχνῃς, διὰ νὰ μὴ μάθουν ὀγλίγωρα, ἢ μήπως δὲν τοὺς διδάσκῃς νὰ ἔχουν ἤθη χρηστά, καὶ χριστιανικά; ἢ μήπως τοὺς μεταχειρίζεσαι ὡς δούλους, στέλλωντάς τους ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, καὶ δὲν τοὺς ἔχεις ὡς μαθητάς; ἢ μήπως θυμόνεσαι ἔξω ἀπὸ τὸ πρέπον, καὶ τοὺς δέρνῃς μὲ ὑπερβολήν, εἰς κάθε παραμικρὸν σφάλμα τους;
Ἢ ἂν ᾖναι Βασιλεύς, ἢ Ἐξουσιαστὴς ἄλλος, τοῦ λέγεις· Μήπως, Βασιλεῦ πολυχρονημένε (ἢ ὑψηλότατε Ἡγεμών, ἢ ἐνδοξότατε Αὐθέντα), δὲν φυλάττῃς τοὺς βασιλικοὺς νόμους, ὁποῦ διορίζεις εἰς τὸν λαόν σου; ἢ μήπως δὲν προνοῇς διὰ τὴν εἰρήνην καὶ ἀρετήν, καὶ ψυχικὴν σωτηρίαν τοῦ ὑπηκόου σου ὅλου, ἀλλὰ ἀφίνῃς τοὺς κακοὺς νὰ ταράττουν νὰ παιδεύουν, καὶ νὰ ζημιόνουν τοὺς ἄλλους, καὶ δὲν τοὺς διορθόνῃς; ἢ μήπως γίνεσαι κακὸν παράδειγμα, καὶ αἰτία σκανδάλου εἰς τὸ ὑπήκοόν σου, μὲ τὸ νὰ μὴ φυλάττῃς ὅλα ἐκεῖνα, ὁποῦ ἀνήκουσιν εἰς τὸ ὑψηλόν σου ἀξίωμα;
Εἶτα τὸν ἐρωτᾷς εἰς τὴν Ϛʹ. Ἐντολὴν τὰ κυριώτερα ταῦτα. Μήπως, τέκνον μου, ἐφόνευσες κἀνένα θεληματικῶς, ἢ στανικῶς; ἢ ἐσὺ ὁ ἴδιος, ἢ μὲ μέσον ἄλλων ἀνθρώπων, ἢ μὲ τὴν παρακίνησίν σου, ἢ βοήθειάν σου, ἢ συμβουλήν σου;
Μήπως ἐφθόνησες, καὶ ἐλυπήθης εἰς τὰ καλά, ὁποῦ ἔχει ὁ ἀδελφός σου; ἢ μήπως χαίρεσαι εἰς τὰ κακά, καὶ συμφορὰς τοῦ ἀδελφοῦ σου; Μήπως ἔχῃς μέ τινα ἔχθραν, καὶ μνησικακίαν, καὶ ἐπιθυμῇς νὰ τοῦ κάμῃς ἐκδίκησιν; ἢ μήπως δὲν ἐζήτησες συγχώρησιν ἀπὸ τὸν ἐχθρόν σου; ἢ μήπως ἐκεῖνος σοῦ ἐζήτησε συγχώρησιν, καὶ ἐσὺ δὲν τὸν ἐσυγχώρησες;
Μήπως ἐδιάβαλες, καὶ ἐπρόδωσές τινα εἰς τοὺς κριτάς, διὰ νὰ τὸν παιδεύσουν, καὶ νὰ τὸν ζημιώσουν; Μήπως ἔδωκες βότανα εἰς γυναῖκα ἐγγαστρωμένην, διὰ νὰ ἀποβάλλῃ τὸ παιδί; ἢ διὰ νὰ μὴ κάμνῃ ὁλότελα παιδία; ἢ μήπως ἔβαλες ἄλλον, καὶ τὰ ἔδωκεν;
Μήπως ἐθυμώθης, καὶ ἐμάλωσες μέ τινα, καὶ ἔδειρες αὐτόν, καὶ ἐπλήγωσες; ἢ ἔβαλες σκάνδαλα εἰς ἄλλους, καὶ ἐμαχεύθησαν, καὶ ἐδάρθηκαν; Μήπως θυμόνεσαι, καὶ ὑβρίζῃς, καὶ ἀποδιώκῃς τοὺς πτωχοὺς μὲ ἄτιμα λόγια;
Μήπως ἀνεθεμάτισες τὸν ἑαυτόν σου, ἢ ἀνεθεμάτισες ἄλλους, καὶ ἐβλασφήμησες, καὶ τοὺς ἐπαράδωκες εἰς τὸν διάβολον; Μήπως ἠξεύρωντας πῶς ἤσουν πανουκλιασμένος ἑνώθης μὲ τοὺς ἄλλους, καὶ τοὺς ἐμόλυνες, καὶ ἀπέθανον; διατὶ ὡς φονεὺς κανονίζεσαι.
Εἶτα τὸν ἐρωτᾷς εἰς τὴν Ζʹ. Ἐντολὴν τὰ κυριώτερα ταῦτα. Μήπως τέκνον μου, ἐμοίχευσες κἀμμίαν γυναῖκα ὑπανδρευμένην; Μήπως ἐπόρνευσες μὲ γυναῖκα ἀνύπανδρον; Καὶ ὅταν σοῦ εἰπῇ ὁ ἐξομολογούμενος, ναί· πάλιν τὸν ἐρωτᾷς, μὲ ξένην γυναῖκα ἐπόρνευσες, ἢ μὲ συγγένισσάν σου; μὲ λαϊκήν, ἢ μὲ καλογραῖαν; μὲ χριστιανήν, ἢ μὲ ἀλλόφυλον, καὶ αἱρετικήν; Καὶ εἰς ποῖον τόπον τὴν ἐπόρνευσες, εἰς ὁσπήτιον, ἢ εἰς Ἐκκλησίαν, ἢ εἰς Νάρθηκα Ἐκκλησίας;
Καὶ εἰς ποῖον καιρὸν ἐπόρνευσες; εἰς καθημερινήν, ἢ εἰς ἡμέραν Κυριακήν, καὶ Ἑορτήν; Καὶ πόσαις φοραῖς ἐπόρνευσες; καὶ εἰς πόσον καιρόν; (Ἐὰν δὲ ᾖναι Ἱερωμένον πρόσωπον, ὁποῦ ἔπεσεν εἰς τὴν πορνείαν, τὸν οἰκονομῇς κατὰ τὸ Ἐξομολογητάριον·) Μήπως ἔκαμες ἐσὺ μαλακίαν εἰς τὸν ἑαυτόν σου, ἢ εἰς ἄλλον τινά, ἢ ἄλλος εἰς ἐσένα; (Καὶ ἐδῶ τὸν ἐρωτᾷς τί πρόσωπον ἦτον ἐκεῖνος, καὶ τὸν τόπον, καὶ τὸν καιρόν, καὶ πόσαις φοραῖς).
Μήπως ἔκαμες συγκυλισμὸν μὲ ἄλλο πρόσωπον ἀρσενικόν, ἢ θηλυκόν; ἢ ἄλλος εἰς ἐσένα: (Καὶ ἐδῶ πάλιν τὸν ἐρωτᾷς, μὲ τί πρόσωπον τὸν ἔκαμε, καὶ τὸν τόπον, τὸν καιρόν, καὶ πόσαις φοραῖς). Μήπως ἔκαμες ἀρσενοκοιτίαν ἐσὺ εἰς ἄλλον, ἢ ἄλλος ἔκαμεν εἰς ἐσένα; (Καὶ ἐδῶ τὸν ἐρωτᾷς τί πρόσωπον ἦτον ἐκεῖνος, καὶ εἰς ποῖον καιρόν, καὶ εἰς ποῖον τόπον, καὶ πόσαις φοραῖς).
Μήπως ἔπεσες εἰς ζῶα, καὶ κτήνη, καὶ εἰς πετεινά; ἀρσενικά, ἢ θηλυκά; (Καὶ ἐδῶ τὸν ἐρωτᾷς τὸν καιρόν, καὶ τὸν τόπον, καὶ πόσαις φοραῖς). Μήπως ἔπεσες μὲ τὴν γυναῖκά σου εἰς τὸ παρὰ φύσιν; ἢ μήπως πρὸ τοῦ νὰ τὴν στεφανωθῇς ἔπεσες μὲ αὐτήν;
Μήπως στολίζεσαι, καὶ φτιασίδια μεταχειρίζεσαι, καὶ μῦρα, καὶ μόσχους βαστάζῃς, τὰ ὁποῖα εἶναι αἴτια τῆς πορνείας; Μήπως βλέπῃς τὰ πρόσωπα τῶν γυναικῶν, καὶ νέων, μὲ περιέργειαν, καὶ μὲ ἐπιθυμίαν τῆς καρδίας σου; διατί, ὅποιος ταῦτα περιέργως βλέπει, πορνεύει, καὶ μοιχεύει μὲ τὴν καρδίαν του, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος.
Μήπως ἔγεινες μεσίτης, καὶ προξενητής, καὶ αἴτιος νὰ ἁμαρτήσῃ τινὰς μὲ γυναῖκα, πηγαίνωντας γράμματα ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ἢ πηγαίνωντας δῶρα καὶ χαρίσματα, ἢ φέρνωντας μηνύματα ἐρωτικά, ἀπὸ τὸ ἕνα πρόσωπον εἰς τὸ ἄλλο, καὶ ἄλλα ὅμοια;
Μήπως ἦσαι ὑπερήφανος, καὶ λαίμαργος, δοσμένος εἰς τὰ φαγητά, καὶ τὰ πιοτά; διατί αὐτὰ γεννῶσι τὴν πορνείαν, καὶ τὴν μοιχείαν, καὶ τὰ ἄλλα σαρκικὰ πάθη.
Εἶτα τὸν ἐρωτᾷς εἰς τὴν Ηʹ Ἐντολὴν τὰ κυριώτερα ταῦτα. Μήπως, τέκνον μου, ἔκλεψες, ἢ ἐπῆρες πρᾶγμα κλεμμένον ἀπὸ ἄλλους, ἢ δέχεσαι τοὺς κλέπτας εἰς τὸ σπῆτί σου, καὶ ἔχεις φιλίαν μὲ αὐτούς; Ἔπειτα τὸν ἐρωτᾷς, καὶ τί πρᾶγμα ἦτον ἐκεῖνο ὁποῦ ἔκλεψε, κοσμικόν, ἢ ἱερόν, καὶ ἀπὸ τί τόπον τὸ ἔκλεψεν, ἀπὸ σπῆτι τινός, ἢ ἀπὸ Ἐκκλησίαν, καὶ Μοναστήριον· διατί αὐτὴ εἶναι ἱεροσυλία.
Μήπως ἅρπασες κἀνένα πρᾶγμα τοῦ ἀδελφοῦ σου, καὶ τὸν ἀδίκησες; Μήπως ἐργαζόμενος τὴν τέχνην σου, ἔκαμες, ἢ κάμνῃς κλεψίαν εἰς αὐτήν; Μήπως ἐγέλασες κἀνένα, καὶ τοῦ ἐπῆρες τὰ ἄσπρα του, πωλῶντας, μὲ ζυγαρίας, καὶ μέτρα δόλια, καὶ λέγωντας ψεύματα, καὶ κάμνωντας δολιότητας καὶ ψευτίκους ὅρκους;
Μήπως πέρνῃς διάφορον ἀπὸ τὰ ἄσπρα σου; Μήπως ἐκράτησες τὴν πληρωμήν, ὁποῦ σὲ ἐδούλευσαν, καὶ δὲν τοὺς εὐχαρίστησες; Μήπως πέρνῃς περισσότερον ἀπὸ ὅ, τι ἀξίζει ἡ τιμή, καὶ ὁ κόπος τοῦ ἐργοχείρου σου;
Μήπως ἄνοιξες τάφον, καὶ ἔγδυσες τὸ λείψανον; Μήπως κάμνῃς κάλπικα ἄσπρα; ἢ γνωρίζοντας πῶς εἶναι κάλπικα, τὰ δίδῃς διὰ σωστά; Μήπως ἐμετασάλευσες τὰ σύνορα τῶν χωραφίων, ἢ τοῦ ὁσπητίου σου, μὲ σκοπὸν διὰ νὰ πάρῃς τόπον παραπάνω ἀπὸ τὸν ἀδελφόν σου;
Μήπως ἔκλεψες τὰ ζῶα τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἢ ἔκοψες τὰ δένδρα του, ἢ ἔβλαψες τὰ ὑποστατικά του; Μήπως ηὗρες κἀνένα πρᾶγμα, καὶ δὲν τὸ ἐδιαλάλησες, διὰ νὰ εὑρεθῇ ὁ οἰκοκύρης του, ἀλλὰ ἐσὺ μὲ σιωπὴν τὸ ἐκράτησες;
Μήπως ἀνοίγῃς ξένα γράμματα βουλωμένα, καὶ τὰ διαβάζῃς, ἢ μήπως μιμῆσαι τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἄλλων, ἢ τὰς σχίζῃς, ἢ τὰς ξύῃς, ἢ τὰς μεταγράφῃς;
Ἢ ἂν ἦναι ἄρχωντας, τοῦ λέγεις· Μήπως ἔχῃς ὑποστατικά, καὶ τὰ δουλεύουν ἄλλοι, ἐσὺ δὲ μεταχειρίζεσαι ὡσὰν δούλους τοὺς γεωργοὺς ἐκείνους, παραβαρύνωντάς τους μὲ πολλὰς ἀγγαρείας; ἢ μήπως ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἐσὺ πέρνῃς τὸ σιτάρι, καὶ τὸ κρασί, καὶ τὸ λάδι, καὶ τοὺς ἄλλους καρπούς, ἀφίνῃς δὲ ὑστερημένους ἐκείνους τοὺς δυστυχεῖς;
Ἢ ἂν ἦναι κριτής, τοῦ λέγεις· Μήπως πέρνῃς δῶρα, ἢ μήπως φυλάττῃς χατήρια, καὶ προσωποληψίαν, καὶ παραβαίνῃς τὴν δικαιοσύνην, καὶ κάμνῃς κρίσιν ἄδικον;
Ἢ ἂν ἦναι Πατριάρχης, ἢ Ἀρχιερεύς, τοῦ λέγεις· Μήπως, Παναγιώτατε (ἢ Πανιερώτατε) Δέσποτα, πέρνῃς ἄσπρα, καὶ χειροτονῇς τοὺς ἀναξίους, καὶ ἀφορίζῃς τοὺς ἀναιτίους, καὶ καταδικάζῃς τοὺς ἀθώους, καὶ ἁπλῶς, μήπως διὰ φιλοπροσωπίαν, ἢ ἄλλην αἰτίαν, παραβαίνῃς τοὺς Θείους, καὶ Ἱεροὺς Κανόνας τῶν Ἀγίων Ἀποστόλων, καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν, καὶ τοπικῶν Συνόδων, καὶ τῶν κατὰ μέρος Πατέρων;
Εἶτα τὸν ἐρωτᾷς εἰς τὴν Θʹ. Ἐντολὴν τὰ κυριώτερα ταῦτα. Μήπως, τέκνον μου, ἐψευδομαρτύρησες, καὶ ἔκαμες ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου μαρτυρίαν ψευτίκην, ἢ μήπως ἐπλήρωσες ἄλλους, καὶ ἐψευδομαρτύρησαν; Μήπως ἦσαι ψεύστης, καὶ ὑποκριτής, καὶ ἄλλος μὲν φαίνεσαι εἰς τὰ ἔξω, διὰ νὰ σὲ ἐπαινοῦν οἱ ἄνθρωποι, ἄλλος δὲ ἦσαι εἰς τὰ ἔσω;
Μήπως κατακρίνῃς, καὶ καταλαλῇς τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον; ἢ μήπως ἀκούῃς μὲ ἡδονὴν τοὺς ἄλλους, ὅταν κατακρίνουν; Μήπως κολακεύῃς τὸν ἔνα, καὶ τὸν ἄλλον, καὶ τὸν ἐπαινῇς ψεύτικα, καὶ ὄχι ἀληθινά;
Εἶτα τὸν ἐρωτᾷς εἰς τὴν Ιʹ. Ἐντολὴν τὰ κυριώτερα ταῦτα. Μήπως ἐπεθύμησες νὰ ἔχῃς τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἢ τὸ ὁσπῆτί του, ἢ τὸ χωράφι του, ἢ τὸν δοῦλον καὶ δούλην του, ἢ τὸ ζῶόν του, ἢ τὰ ἄλλα πράγματα τοῦ ἀδελφοῦ σου;
Μήπως ἐπιθυμῇς, καὶ ἀγαπᾷς τὴν δόξαν, καὶ τὰ ἀξιώματα, ἢ τὰς ἡδονὰς τοῦ κόσμου τούτου, ἢ τὰ ἄσπρα, καὶ πρόσκαιρα πράγματα; Μήπως δὲν ἐναντιόνεσαι, καὶ δὲν πολεμῇς τοὺς αἰσχρούς, καὶ πονηροὺς λογισμούς, ὁποῦ σοῦ βάλλει ὁ διάβολος, ἀλλὰ γλυκαίνεσαι εἰς αὐτούς, καὶ κάμνεις συνδυασμούς, καὶ συγκαταθέσεις μὲ τὴν καρδίαν σου, διὰ νὰ τοὺς κάμῃς καὶ μὲ τὸ ἔργον; Ἤξευρε δέ, τέκνον μου, ὅτι ἄλλο ἅρμα δυνατώτερον δὲν εἶναι διὰ νὰ πολεμῇς τοὺς κακοὺς λογισμούς, ὡσὰν τὸ φοβερόν, καὶ ἅγιον ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθὼς λέγουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας. Διὰ τοῦτο συνείθιζε, τέκνον μου, νὰ λέγῃς, πότε μὲ τὸ στόμα, καὶ πότε μὲ τὸν νοῦν, καὶ τὴν καρδίαν σου, τὰ λόγια ταῦτα· Κύριε «Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με»· καὶ τοῦτο νὰ μελετᾷς, παντοτεινά, καὶ ἐκεῖ ὁποῦ κάθεσαι καὶ δουλεύεις, καὶ ἐκεῖ ὁποῦ περιπατεῖς, καὶ μέσα, καὶ ἔξω, καὶ πανταχοῦ.
Ὅταν λοιπὸν αὐτὰ ὅλα ἐρωτήσῃς, Πνευματικέ, τότε στοχάζεσαι τὴν μεγαλητέραν ἁμαρτίαν, ὁποῦ σοῦ ἐξομολογήθη ὁ μετανοῶν, ἤτοι ἐκείνην ὁποῦ ἔχει περισσοτέρους χρόνους, καὶ κατ’ ἐκείνην τὸν κανονίζεις. Διὰ νὰ ἐνθυμᾶσαι δὲ καλήτερα τὰς ἁμαρτίας του, ἠμπορεῖς νὰ βαστάζῃς κηρί, καὶ νὰ σημειόνῃς εἰς τὴν ἄκραν τὰς ἐρωτήσεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας σοῦ εἰπῇ τό, ναί, ὁ μετανοῶν. Πῶς δὲ πρέπει νὰ καταπείθῃς τὸν μετανοοῦντα, διὰ νὰ δεχθῇ καὶ τὴν ἀποχὴν τῆς Κοινωνίας, ὅρα σελ. 87 τοῦ Ἐξομολογηταρίου. Εἶτα ἐπιθέτωντας τὴν χεῖρά σου εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ μετανοοῦντος, διαβάζεις τὴν συγχωρητικὴν εὐχήν, ἤτοι τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ποιμήν, καὶ ἀμνὲ» τὴν ὁποίαν ὅρα εἰς τὸ Ἐξομολογητάριον. Καὶ μετὰ τὴν εὐχήν, κάμε αἴτησιν, ὑπὲρ ἐλέους, ζωῆς, καὶ ἐπιστραφεὶς βάλε τὸ χέρι σου εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ μετανοοῦντος, καὶ εἰπέ· «Ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος διὰ τῆς ἐμῆς ἐλαχιστότητος, ἔχει σε λελυμένον, καὶ συγκεχωρημένον». Εἶτα εἰπέ του καὶ τὴν τελευταίαν συμβουλήν, ἣν ὅρα εἰς τὸ Ἐξομολογητάριον, σελ. 92.
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.