Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Ἐξομολογητάριον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Οι Κανόνες του Αγίου Ιωάννου του Νηστευτού και η ερμηνεία τους

Παράθεση και ερμηνεία του Κανονικού του Αγίου Ιωάννου του Νηστευτού για την επιτίμηση διαφόρων σαρκικών, ηθικών και πνευματικών παραπτωμάτων.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 9 από 16

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ Περὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ. Ὁ ἐν Ἁγίοις Πατὴρ ἡμῶν Ἰωάννης, ὁ φερωνύμως καλούμενος Νηστευτής, ἤκμαζεν ἐν ἔτει πεντακοσιοστῷ ὀγδοηκοστῷ ἀπὸ Χριστοῦ φθάσας τρεῖς Βασιλεῖς· τὸν Ἰουστῖνον, Τιβέριον, καὶ Μαυρίκιον. Συμβουλῇ δὲ Εὐτυχίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ Σχολαστικῶν, εἰς τὸν κλῆρον καταλέγεται, καὶ χειροτονεῖται Διάκονος. Τελευτήσαντος δὲ τοῦ Εὐτυχίου, κρατηθεὶς εἰς τὸ χειροτονηθῆναι οὐκ ἐπείθετο.

Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶδε φοβερὰν ἔκστασιν, καὶ ἤκουσεν Ἀγγέλους λέγοντας αὐτῷ νὰ σιωπᾷ, καὶ νὰ μὴν ἀντιτείνῃ εἰς αὐτό, ἀναβιβάζεται καὶ ἄκων εἰς τὸν Πατριαρχικὸν Θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τόσην δὲ ἄσκησιν, καὶ νηστείαν μετεχειρίζετο ὁ ἀοίδιμος, ὁποῦ εἰς ἓξ μῆνας δὲν ἔπινε νερόν, καὶ εἰς τοὺς δεκατρεῖς ἥμισυ χρόνους, ὁποῦ ἐπατριάρχευσεν, ἄλλο τι δὲν ἔφαγε, παρὰ γοῦλαν τοῦ μαρουλίου, ἢ ὀλίγον πεπόνι, ἢ σταφύλι, ἢ σῦκα· καὶ ὕπνον δὲ ὀλιγώτατον καὶ μεμετρημένον ἐλάμβανε. Διὰ τὰ ὁποῖα ἠξιώθη παρὰ Θεοῦ ὁ τρισόλβιος καὶ τὸ τῆς θαυματουργίας χάρισμα, καὶ ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ, καὶ μετὰ θάνατον.

Ποιμάνας δὲ ὁσίως τὸ ποίμνιον αὐτοῦ, μετέστη πρὸς Κύριον ἐν ἔτει πεντακοσιοστῷ ἐννενηκοστῷ πέμπτῳ. καταλιπὼν δὲ εἰς ἡμᾶς τοὺς παρόντας Κανόνας, οἴτινες κοινότερον ὀνομάζονται Κανονικὸν τοῦ Νηστευτοῦ.

Οἱ Κανόνες τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ μετὰ τῶν Ἑρμηνειῶν αὐτῶν. ΚΑΝΩΝ Αʹ. Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ Τῆς αʹ. Συνόδου. Κανὼν ιβʹ. Τῆς ϛʹ. ρβʹ. Τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ βʹ. εʹ. καὶ ζʹ. Τοῦ μεγ. Βασιλείου βʹ. γʹ. οδʹ. καὶ πδʹ. Τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης δʹ. εʹ. ζʹ. καὶ ηʹ. «Τὸ συντέμνον ἡμᾶς τοὺς τῆς μετανοίας χρόνους, οὐκ ἂν δόξοι μὴ λόγον σῶζον τοῖς ὀρθῶς, ὡς οἶμαι, λογιζομένοις· ἐπεὶ γὰρ οὔτε παρὰ τῷ μεγάλῳ πατρὶ Βασιλείῳ, οὔτε μὴν παρὰ τοῖς ἀρχαιοτέροις τῶν θεσπεσίων ἡμῶν Πατέρων, νηστεία τις, ἢ ἀγρυπνία, ἢ γονυκλισιῶν ἀριθμός, ὡρίσθη τοῖς ἁμαρτάνουσι, μόνη δὲ τῆς ἱερᾶς ἀποχὴ Κοινωνίας· δεῖν ἡμεῖς ᾠήθημεν, τοῖς γνησίως μετανοοῦσι, καὶ τὴν σάρκα σκληραῖς ἀγωγαῖς κατατρύχειν προθυμουμένοις, καὶ βίον εὐγνωμόνως μετιέναι, τῆς πρώην κακίας ἀντίῤῥοπον, κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἐγκρατείας, ἀντιμετρεῖν αὐτοῖς καὶ τὴν τοῦ χρόνου τῆς μετανοίας ἐλάττωσιν· οἶον, εἴτις οἶνον μὴ πίνειν ἐπὶ ῥηταῖς ἡμέραις καταδέξαιτο, ἐνιαυτὸν καὶ ἡμεῖς ἐκρίναμεν ἀφαιρεῖν ἕνα, τῆς ὁρισθείσης τῷ αὐτοῦ πταίσματι πρὸς τῶν Πατέρων ἐπιτιμίας.

Ὡσαύτως, εἰ κρέως ἐγκράτειαν ἐπαγγέλληται πρὸς καιρόν, ἕτερον ἡμεῖς χρόνον ἐκκόπτειν ἐδοκιμάσαμεν· ἢ τυροῦ καὶ ὠῶν, ἢ ἰχθύος, ἢ ἐλαίου, καὶ οὕτω καθ’ ἑκάστην ἐγκράτειαν ἑνὸς τῶν τοιούτων εἰδῶν, ἕνα χρόνον περιαιρεῖν· οὐ μήν, ἀλλὰ καὶ εἰ συχναῖς γονάτων κλίσεσι τὸ θεῖον ἐξευμενίζειν αἱρῆται, ὁμοίως ποιεῖν· καὶ μάλιστα εἰ φιλότιμον πρὸς ἐλεημοσύνην, καὶ τῆς δυνάμεως οὐκ ἀποδέουσαν, τὴν προαίρεσιν ἐπιδείκνυται· εἰ δὲ καὶ μετὰ τὸ παράπτωμα τὸν θεοφιλῆ καὶ μονότροπον βίον ὑπῆλθεν, ἔτι συντομωτέραν αὐτῷ μνηστεύειν τὴν ἄφεσιν, καλῶς ἔχειν ἐδοκιμάσαμεν, διὰ βίου μέλλοντι κακοπάθειαν μετιέναι, ἀγωγῇ τοιᾷδε προσήκουσαν».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Εἰς τοῦτον τὸν Κανόνα ἀπολογεῖται ὁ Ἅγιος εἰς ἐκείνους, ὁποῦ τυχὸν ἤθελαν τὸν κατηγορήσουν, διατὶ ἐσύντεμε τοὺς χρόνους τῆς μετανοίας, καὶ λέγει, ὅτι ἡ συντομία αὕτη, ὁποῦ ἐμεταχειρίσθη, κοντὰ εἰς τοὺς φρονίμους καὶ στοχαστικούς, δὲν εἶναι χωρὶς λογαριασμὸν καὶ διάκρισιν.

Θεμελιοῦται δὲ ὁ λογαριασμὸς οὗτος ἐπάνω εἰς τούτην τὴν ἀφορμήν· ἐπειδὴ οὔτε ὁ μέγας Βασίλειος, οὔτε οἱ ἄλλοι παλαιότεροι Πατέρες, ἐδιώρισαν εἰς τοὺς μετανοοῦντας ἱκανοποίησιν καὶ κανόνα μὲ νηστείαν, ἢ ἀγρυπνίαν, ἢ γονυκλισίας, ἀλλ’ ἐκανόνισαν αὐτοὺς μὲ μοναχὴν τὴν ἀποχὴν τῆς θείας Κοινωνίας. Διὰ τοῦτο (λέγει ὁ Ἅγιος) ἡμεῖς ἐκρίναμεν εὔλογον νὰ ὀλιγοστεύσωμεν τοὺς χρόνους τῆς μετανοίας εἰς ἐκείνους, ὁποῦ γνησίως μετανοοῦν, καὶ προθυμοποιοῦνται νὰ ταλαιπωρήσουν τὸ σῶμά τους μὲ σκληραγωγίας, καὶ νὰ ζήσουν εἰς τὸ ἑξῆς ζωὴν ἐνάρετον, ἐναντίαν εἰς τὴν προτέραν κακὴν ζωὴν ὁποῦ εἶχαν. Ὅμως νὰ ὀλιγοστεύσωμεν τοὺς χρόνους αὐτοὺς κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἐγκρατείας, ὁποῦ ἤθελαν δείξουν· λόγου χάριν, ἀνίσως ὁ μετανοῶν δεχθῇ ὡς κανόνα, τὸ νὰ μὴ πίνῃ κρασὶ εἰς τόσας διωρισμένας ἡμέρας, ἐκρίναμεν εὔλογον νὰ ὀλιγοστεύσωμεν εἰς αὐτὸν ἕνα χρόνον παρακάτω ἀπὸ τοὺς χρόνους τοῦ ἐπιτιμίου, ὁποῦ διορίζουν οἱ Κανόνες τῶν Πατέρων. Ὁμοίως ἂν ὑπόσχεται νὰ μὴ φάγῃ κρέας, νὰ τοῦ ὀλιγοστεύσωμεν ἄλλον ἕνα χρόνον· ὁμοίως ἂν δὲν φάγῃ τυρὶ καὶ αὐγά, ἢ ψάρι, ἢ λάδι, εἰς κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτά, ἐκρίναμεν νὰ τοῦ ὀλιγοστεύσωμεν ἕνα χρόνον.

Ἂν θέλῃ δὲ νὰ ἐξιλεώσῃ τὸν Θεὸν καὶ μὲ συχνὰς γονυκλισίας καὶ μετανοίας, ὁμοίως καὶ δι’ αὐτὰς νὰ τοῦ ὀλιγοστεύσωμεν ἕνα χρόνον· καὶ μάλιστα ἂν θέλῃ νὰ δείχνῃ καὶ τὸ χέρι του πλουσιοπάροχον εἰς ἐλεημοσύνην, καὶ κατὰ τὴν δύναμιν τοῦ πλούτου ὁποῦ ἔχει, νὰ δείχνῃ καὶ τὴν προαίρεσίν του ἰσόμετρον εἰς τὸ νὰ μεταδίδῃ. Εἰ δὲ καὶ ὁ μετανοῶν, μετὰ τὸ οἱονδήποτε ἁμάρτημα ὁποῦ ἔπραξε ἔγινε καὶ Μοναχός, ἐκρίναμεν εὔλογον, νὰ τοῦ δίδωμεν τὴν συγχώρησιν πλέον ὀλιγοχρόνιον, ἐπειδὴ διὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας ἔχει νὰ ἀπερνᾷ σκληραγωγίαν εἰς ὅλην του τὴν ζωήν.

Ὅρα καὶ τὸν ιβʹ. Κανόνα τῆς αʹ. Συνόδου, καὶ πᾶσαν τὴν ἐν τῷ περιθορίῳ συμφωνίαν τῶν Κανόνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεραπολογοῦνται διὰ τὴν ὀλιγόστευσιν τῶν χρόνων, ὁποῦ ἔκαμεν ὁ Νηστευτής· διότι λέγουν καὶ αὐτοί, ὅτι κατὰ τὴν διάθεσιν καὶ μετάνοιαν τῶν ἐξομολογουμένων, οὕτω πρέπει νὰ ὀλιγοστεύωνται καὶ οἱ χρόνοι τῶν ἐπιτιμίων.

ΚΑΝΩΝ Βʹ. «Ἡ διὰ τῶν λογισμῶν ἐπὶ τὴν καρδίαν τῆς ἡδονῆς προσβολή, ὡς ἁμαρτίαν μήπω ἀπειργασμένη, καὶ ἀνεπιτίμητος τὸ παράπαν».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ἡ προσβολή, κατὰ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τῆς Κλίμακος εἶναι ἕνας λόγος, ἤτοι λογισμὸς ψιλός, ἡ μία εἰκὼν τοῦ τυχόντος πράγματος, ἡ ὁποία νεωστὶ φαινομένη φέρεται μέσα εἰς τὴν καρδίαν. Λοιπὸν εἰς τοῦτον τὸν Κανόνα λέγει ὁ Νηστευτής, ὅτι ἡ προσβολὴ αὕτη τῆς ἡδονῆς, ὁποῦ προσβάλλει εἰς τὴν καρδίαν διὰ μέσου τῶν λογισμῶν, εἶναι τελείως ἀκανόνιστος, ὡσὰν ὁποῦ δὲν ἔκαμεν ἀκόμη ἁμαρτίαν.

ΚΑΝΩΝ Γʹ. «Ὁ συνδυασμὸς μετανοίαις ἀποπλύνεται δώδεκα».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ὁ συνδυασμὸς δέ, κατὰ τὸν ῥηθέντα Ἅγιον Ἰωάννην τῆς Κλίμακος εἶναι τὸ νὰ συνομιλήσῃ ἡ ψυχὴ μὲ τὸ φανέν, ἤγουν νὰ τὸ συλλογισθῇ ἢ μὲ πάθος, ἢ χωρὶς πάθος. Καὶ ὁ συνδυασμός, ὁποῦ γίνεται μὲ πάθος, λέγει ὁ Νηστευτής, εἶναι ὑποκάτω εἰς ἐπιτίμιον, καὶ καθαρίζεται μὲ γονυκλισίας δώδεκα, ἐπειδὴ καὶ εἰς τὴν προαίρεσιν τοῦ ἀνθρώπου στέκει, ἢ νὰ δεχθῇ τὸ φανὲν διὰ τῆς προσβολῆς, καὶ νὰ συνομιλήσῃ μὲ αὐτό, ἢ νὰ τὸ ἀποβάλλῃ, καὶ νὰ μὴ τὸ δεχθῇ παντελῶς.

Τὸν συνδυασμὸν ὑπὸ ἐπιτίμιον βάλλει καὶ ὁ τῆς Κλίμακος.

ΚΑΝΩΝ Δʹ «Ἡ πάλη ἢ στεφάνων, ἢ τιμωρίας ἀξία».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ἡ πάλη κατὰ τὸν ἴδιον Ἰωάννην τῆς Κλίμακος, εἶναι μία δύναμις τῆς ψυχῆς ἰσοδύναμος μὲ τὸν λογισμὸν ὁποῦ τὴν πολεμεῖ, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν μὲν θέλῃ ἡ ψυχή, νικᾷ τὸν λογισμόν, εἰ δὲ καὶ δὲν θέλῃ, νικᾶται ἀπὸ αὐτόν. Ὅθεν τόσον ὁ τῆς Κλίμακος ὅσον καὶ ὁ Νηστευτής, λέγουσιν ὅτι ἡ πάλη αὕτη, ἢ γίνεται αἰτία νὰ λάβῃ στέφανα ἡ ψυχή, ἐὰν νικήσῃ δηλαδὴ τὸν πονηρὸν λογισμόν, ἢ νὰ λάβῃ κόλασιν καὶ τιμωρίαν, ἐὰν νικηθῇ ἀπὸ αὐτόν.

ΚΑΝΩΝ Εʹ. «Ἡ συγκατάθεσις, αἰτία καὶ ἀρχὴ τῶν ἐπιτιμίων».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ἡ συγκατάθεσις, καθὼς λέγει ὁ τῆς Κλίμακος, εἶναι μία συγκατάνευσις ἡδονικὴ τῆς ψυχῆς, τὴν ὁποίαν κάμνει εἰς τὸν ἐμπαθῆ λογισμὸν ὁποῦ τὴν πολεμεῖ· διὰ τὴν ὁποίαν λέγει ὁ θεῖος οὗτος Νηστευτής, ὅτι αὐτὴ γίνεται ἀρχὴ καὶ αἰτία τῶν ἐπιτιμίων. Διὸ καὶ Ἰωάννης ὁ Ζωναρᾶς εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου, ὁποῦ κάμνει ἐναντίον ἐκείνων ὁποῦ νομίζουν πῶς ἡ φυσικὴ γονὴ εἶναι ἀκάθαρτος, λέγει· «ἐκεῖνοι ὁποῦ ἐδέχθησαν τὸν ἐμπαθῆ λογισμόν, καὶ συνωμίλησαν μὲ αὐτὸν ἡδονικὰ μὲ συνδυασμὸν καὶ συγκατάθεσιν, οὗτοι δὲν θέλουν γλυτώσει τὸ ἐπιτίμιον, κἂν καὶ ῥεῦσιν δὲν ἔπαθον ἐν τοῖς ὕπνοις, οὔτε φαντασίαν εἶδον».

Σημείωσαι δὲ ὅτι ὁ Γεώργιος ὁ Κορέσσιος διαιρεῖ εἰς δύω τὴν συγκατάθεσιν, εἰς ἀτελῆ καὶ τελείαν· καὶ ἡ τελεία περιέχει τελείαν κατάληψιν τοῦ νοὸς καὶ τελείαν συγκατάθεσιν τῆς θελήσεως, ὅθεν καὶ ἔμμονον τὴν ἁμαρτίαν ἐργάζεται. Καὶ τοῦτο δὲ ἀκόμη σημείωσαι, ὅτι ἡ προσβολή, ὁ συνδυασμός, ἡ πάλη καὶ ἡ συγκατάθεσις θεωροῦνται εἰς ὅλας τὰς ἁμαρτίας· ὁ δὲ θεῖος Νηστευτὴς ἔφερε παράδειγμα ἀπὸ μόνα τὰ σαρκικὰ ἁμαρτήματα, διὰ νὰ καταλάβωμεν ταῦτα καλήτερα ἀπὸ τὰ χονδρότερα.

Ὥρα περὶ συγκαταθέσεως καὶ τὸν δʹ. τῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ.

ΚΑΝΩΝ Ϛʹ. Διονυσ. δʹ. Ἀθαν. ηʹ. πρὸς Ἀμμοῦν. Ἐπιστολή. Τιμοθ. ιβʹ. «Ὁ Μολυνθεὶς καθ’ ὕπνον τῷ τῆς ἐκκρίσεως πάθει, ἡμέραν μίαν τῆς Κοινωνίας ἐκβάλλεται· τὸν δὲ πεντηκοστὸν ᾄσας Ψαλμόν, καὶ τεσσαράκοντα ἐννέα μετανοίας ποιήσας, οὕτω τοῦ ῥύπου καθαρθῆναι πιστεύεται».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ὅποιος μολυνθῇ τὴν νύκτα μὲ τὴν καθ’ ὕπνους ῥεῦσιν, νὰ μὴ μεταλαμβάνῃ ἐκείνην τὴν ἡμέραν· εἰπὼν δὲ τὸν νʹ. ψαλμὸν τοῦ Δαυΐδ, καὶ κάμνωντας μθʹ. γονυκλισίας, ἔτζι καθαρίζεται ἀπὸ τὸν μολυσμὸν αὐτὸν τῆς καθ’ ὕπνους ῥεύσεως. Τοῦτο τὸ ἴδιον ἐπιτίμιον τῆς ῥεύσεως δίδει καὶ ὁ μέγας ἐν Πατράσι Βαρσανούφιος.

ΚΑΝΩΝ Ζʹ. «Ὁ δὲ ἐγρηγορότος τοῦ σώματος μολυνθεὶς εἰς ἑβδόμην ἡμέραν τῆς Κοινωνίας εἴργεται, τὸν πεντηκοστὸν καθ’ ἑκάστην ᾄδων, καὶ τεσσαράκοντα ἐννέα μετανοίας ποιῶν».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ἐκεῖνος δέ, ὁποῦ πάθῃ ῥεῦσιν ὤντας ἔξυπνος, ἑπτὰ ἡμέρας ἐμποδίζεται ἀπὸ τὴν θείαν Κοινωνίαν, λέγωντας εἰς κάθε ἡμέραν ἀπὸ αὐτὰς τὸν νʹ. Ψαλμόν, καὶ κάμνωντας κάθε ἡμέραν καὶ μθʹ. γονυκλισίας.

ΚΑΝΩΝ Ηʹ. «Ὁ μαλακίαν διαπραξάμενος τεσσαράκοντα ἡμέρας ἐπιτιμᾶται, ξηροφαγίᾳ διαιτώμενος, καὶ μετανοίας ποιῶν ἑκατόν».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει ὅτι ὅποιος κάμει μαλακίαν μʹ. ἡμέρας νὰ μὴ μεταλαμβάνῃ, ἀπερνῶντας αὐτὰς μὲ ξηροφαγίαν, ἤτοι μὲ ψωμὶ μόνον καὶ νερόν, καὶ κάμνωντας κάθε ἡμέραν γονυκλισίας ἑκατόν.

ΚΑΝΩΝ Θʹ. «Ἡ δὲ εἰς ἀλλήλους μίξις, οἶα διπλῆν ἐργαζομένη τὴν μαλακίαν, μέχρις ὀγδοήκοντα ἡμερῶν τὸ δηλωθὲν ἐπιτίμιον δέχεται».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Μίξιν λέγει ὁ Κανών, ὄχι τὴν τελείαν ἁμαρτίαν τῆς ἀρσενοκοιτίας, ἀλλ’ ὅταν δύω τινὲς κάμνουν ἕνας εἰς τὸν ἄλλον τὴν μαλακίαν, τὸ ὁποῖον μὲ διπλοῦν κανόνα κανονίζει ὁ Ἅγιος, καὶ ἐπιτιμᾷ τὸν τοῦτο ποιήσαντα, νὰ ξηροφαγῇ πʹ. ἡμέρας, καὶ νὰ κάμνῃ κάθε ἡμέραν γονυκλισίας ρʹ. ἐπειδὴ ὄχι μόνον βλάπτει τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀδελφόν του, καὶ κάμνει τὴν ἁμαρτίαν διπλῆν.

ΚΑΝΩΝ Ιʹ. «Εἰ δέ τις τῶν τοῦ Κλήρου πρὸ τοῦ ἱερωθῆναι τῷ τῆς μαλακίας περιπέπτωκε πάθει, μὴ θαῤῥῶν ἴσως, ὡς παρὰ τοῦτο μόνον τῆς Ἱερωσύνης ἀποπεμφθήσεται, ἀποχρῶσαν πρότερον δεξάμενος ἐπιτίμησιν, οὕτως εἰς Ἱερωσύνην ἐρχέσθω· εἰ δὲ τούτῳ μετὰ τὴν Ἱερωσύνην ἑάλω, ἐπὶ ἐνιαυτὸν ἔνα ταύτην ἀργήσας, καὶ τοῖς εἰωθόσιν ἐπιτιμίοις σωφρονισθείς, πρὸς τὴν Ἱερωσύνην ἐπανιέτω· εἰ δὲ μετὰ τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἁμαρτίας δὶς ἢ τρὶς τοῦτο εἰργάσαιτο, τῆς Ἱερωσύνης παυσάμενος, εἰς Ἀναγνώστου τάξιν ἐρχέσθω».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ὁ παρὼν Κανὼν λέγει, ὅτι ἀνίσως τινὰς πρὸ τοῦ νὰ ἱερωθῇ, ἔπεσεν εἰς τὸ πάθος τῆς μαλακίας, μὴ ἠξεύρωντας, ὅτι διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἐμποδίζεται ἀπὸ τὸ νὰ ἱερωθῇ, οὗτος (ὤντας δηλαδὴ κατὰ τὰ ἄλλα σπουδαῖος καὶ ἐνάρετος) ἀφ’ οὗ δεχθῇ αʹ. κανόνα ἀρκετὸν διὰ τὸ ἁμάρτημα, ἂς γίνεται Ἱερεύς· ἀνίσως δέ, ἀφ’ οὗ ἱερωθῇ, ἔπεσε πάλιν εἰς τοῦτο, νὰ ἀργῇ ἔνα χρόνον ἀπὸ τὴν Ἱερωσύνην, καὶ σωφρονισθεὶς μὲ τὰ συνήθως διδόμενα εἰς τοὺς μαλακοὺς ἐπιτίμια, ἂς ἐνεργῇ πάλιν τὴν Ἱερωσύνην.

Εἰ δὲ μετὰ τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ κακοῦ μαλακισθῇ δύω ἢ τρεῖς φοραῖς, νὰ παύσῃ ἀπὸ τὴν Ἱερωσύνην, καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς τάξιν Ἀναγνώστου.

ΚΑΝΩΝ ΙΑʹ. «Ἀλλὰ καὶ τῶν γυναικῶν ἡ εἰς ἀσπασμοὺς ἀνδρὸς ἐλθοῦσα, καὶ ἐπαφάς, μὴ μέντοι διαφθαρεῖσα, τὸ τῆς μαλακίας ἐπιτίμιον δέχεται».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Μὲ τὸ ἐπιτίμιον τῆς μαλακίας κανονίζει ὁ Ἅγιος τὴν γυναῖκα, ὁποῦ ἔλθῃ εἰς φιλήματα καὶ πιάσματα τοῦ ἀνδρός, ἤτοι μʹ. ἡμέρας νὰ ξηροφαγῇ, καὶ νὰ κάμνῃ κάθε ἡμέραν γονυκλισίας ρʹ. ἀπεχομένη τῆς Κοινωνίας.

ΚΑΝΩΝ ΙΒʹ. Τῆς δʹ. ιϛʹ. Τῆς ϛʹ. μδʹ. Τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ ιθʹ. καὶ κʹ. Τοῦ μεγ. Βασιλ. ϛʹ. ιηʹ. καʹ. κβʹ. κεʹ. κϛʹ. καὶ νθʹ. «Παντὶ τῷ πορνεύσαντι Μοναχῷ ἢ Λαϊκῷ, διετῆ χρόνον μὴ κοινωνεῖν ὑποτιθέμεθα, εἴγε μετὰ τὴν ἐννάτην προθυμῆται ξηροφαγίᾳ χρῆσθαι, καὶ μετανοίας ποιεῖν διακοσίας πεντήκοντα· ἐὰν δὲ ἀμελῶς ἔχῃ, τὸν ὁρισθέντα τοῖς Πατράσι πληρούτω χρόνον».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει κάθε Μοναχὸν ἢ Λαϊκὸν ὁποῦ πορνεύσει, νὰ μὴ κοινωνῇ δύω χρόνους, καὶ κάθε ἡμέραν νὰ κάμνῃ σνʹ. γονυκλισίας, καὶ μετὰ τὴν ἐννάτην νὰ τρώγῃ ψωμὶ καὶ νερόν· ἐὰν δὲ ἀμελῆ καὶ δὲν θέλῃ νὰ κάμῃ αὐτά, ἂς ἀπέχῃ τῆς Κοινωνίας εἰς ὅσους χρόνους ἐδιώρισαν οἱ θεῖοι Πατέρες.

ΚΑΝΩΝ ΙΓʹ. Τῆς ἐν Ἀγκ. κʹ. Τῆς ϛʹ. πζʹ. ϟγʹ. ϟηʹ. Τῆς ἐν Νεοκ. ηʹ. Τοῦ μεγ. Βασιλ. θʹ. λαʹ. λθʹ. νηʹ. οζʹ. Γρηγ. τοῦ Νύσ. δʹ. «Τὸν μοιχὸν μετὰ τρία ἔτη τῆς Κοινωνίας μετέχειν ἀξιοῦμεν μὴ δυσχεραίνοντα τὴν μετὰ τὴν ἐννάτην ξηροφαγίαν, ἀλλὰ καὶ μετανοίας ἑκάστης βάλλοντα διακοσίας πεντήκοντα· ῥαθύμως δὲ διακείμενον, τὸ τέλος τοῦ καιροῦ περιμένειν, ὃν οἱ Πατέρες ὡρίσαντο».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι ὁ μοιχὸς ἐπιτιμᾶται τρεῖς χρόνους νὰ μὴ κοινωνήσῃ, ξηροφαγῶν μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ κάμνωντας κάθε ἡμέραν γονυκλισίας σνʹ. εἰ δὲ καὶ ἀμελῶν δὲν θέλῃ νὰ κάμῃ ταῦτα, ἂς ἀπέχῃ τῆς Κοινωνίας εἰς ὅσους χρόνους ἐδιώρισαν οἱ Πατέρες.

ΚΑΝΩΝ ΙΔʹ. Βασιλ. ξζʹ. οεʹ. «Τὸν τῇ ἰδίᾳ ἐπιμανέντα ἀδελφῇ, μετὰ ἔτη τρία τῆς Κοινωνίας ἀξιούσθω κελεύομεν, εἰ μέχρις ἑσπέρας νηστεύειν αἱρῆται καὶ ξηροφαγεῖν, καὶ μετανοίας καθ’ ἑκάστην πεντακοσίας ποιεῖν».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ὁ Κανὼν οὗτος κανονίζει ἐκεῖνον, ὁποῦ πέσει μὲ τὴν ἀδελφήν του, νὰ μὴ κοινωνήσῃ τρεῖς χρόνους, ἐὰν θέλῃ νὰ ξηροφαγῇ μέχρις ἑσπέρας, καὶ νὰ κάμνῃ καθ’ ἡμέραν γονυκλισίας πεντακοσίας.

ΚΑΝΩΝ ΙΕʹ. «Τὸν τῇ ἰδίᾳ νύμφῃ ἐπιμανέντα, εἰς ἔτη δύο τῆς Κοινωνίας ἐκβάλλομεν, εἰ μετὰ τὴν ἐννάτην εἴη ξηροφαγῶν, καὶ μετανοίας καθ’ ἑκάστην τριακοσίας ποιῶν· ἀμελείᾳ δὲ δουλεύων, τὰ ὁρισθέντα τοῖς Πατράσιν ἔτη πληρούτω.»

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ἐκεῖνος ὁποῦ πέσει μὲ τὴν νύμφην του, δύω χρόνους κανονίζεται νὰ ἀπέχῃ τῆς Κοινωνίας, ξηροφαγῶν μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ ποιῶν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν γονυκλισίας τʹ. εἰ δὲ ἀπὸ ἀμέλειαν δὲν θέλῃ νὰ κάμῃ ταῦτα, ἂς ἀπέχῃ τῆς Κοινωνίας εἰς ὅσους χρόνους ἐδιώρισαν οἱ Πατέρες.

ΚΑΝΩΝ ΙϚʹ. «Τοῖς αὐτοῖς ἐπιτιμίοις ὑπόκειται, καὶ ὁ τῇ ἰδίᾳ ἐπιμανεὶς πενθερᾷ, τῆς γυναικὸς αὑτοῦ μὴ χωριζόμενος, κατὰ τὸν λέγοντα νόμον· Τὰ ἐξ ἀρχῆς βέβαια ἐκ τῶν ἐπισυμβαινόντων οὐκ ἀκυροῦται».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ὁ παρὼν Κανὼν κανονίζει ἐκεῖνον, ὁποῦ πέσῃ μὲ τὴν πενθεράν του, δύω χρόνους νὰ ἀπέχῃ τὴν Κοινωνίας, νὰ ξηροφαγῇ μετὰ τὴν θʹ. καὶ νὰ κάμνῃ κάθε ἡμέραν γονυκλισίας τʹ. ὅμως νὰ μὴ χωρίζεται ὁ τοιοῦτος ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, διατὶ ἔπεσε μὲ τὴν πενθεράν του· ἐπειδὴ εἶναι νόμος, ὁποῦ λέγει, ὅτι ἐκεῖνα ὁποῦ ἔχουν ἀρχὴν βεβαίαν καὶ νόμιμον, δὲν ἀκυροῦνται ἀπὸ τὰ παράνομα, ὁποῦ συμβαίνουν ὕστερα. Σημείωσαι ὅμως, ὅτι ἐὰν ὁ τοιοῦτος δὲν ἔχῃ τελείαν ἱερολογίαν γάμου μὲ τὴν γυναῖκά του, ἀλλὰ μόνον ἀῤῥαβῶνα, πρέπει, ἀφ’ οὗ πέσῃ μὲ τὴν πενθεράν του, ἢ μὲ ἄλλο συγγενὲς πρόσωπον τῆς γυναικός του, νὰ χωρίζεται καὶ ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ἤτοι τὴν ἀῤῥαβωνιστήν του, καὶ ὁ γάμος νὰ μὴ τελειόνῃ, καθὼς λέγει ὁ Βλάσταρις καὶ ἄλλοι· ἐπειδή φησιν, εἶναι πρᾶγμα παράνομον, νὰ γένῃ ἐν γνώσει τοιαύτη αἱμομιξία· (διότι ὁ ἀῤῥαβῶνας δὲν εἶναι ἶσος καταπάντα μὲ τὸν γάμον, ἀλλὰ κατώτερος).

ΚΑΝΩΝ ΙΖʹ. «Τὰς ἐν ἀφέδρῳ γυναῖκας μηδενὸς τῶν ἁγίων ἅπτεσθαι μέχρις ἑπτὰ ἡμερῶν, ὁ βʹ. Κανὼν τοῦ ἁγίου Διονυσίου, ἀλλὰ δὴ καὶ ὁ ζʹ. τοῦ Τιμοθέου διακελεύεται· τοῦτο καὶ ὁ παλαιὸς παραγγέλλει νόμος· ἀλλ’ οὐδὲ ἀνδράσι μίγνυσθαι συγχωρεῖ· συμβαίνει γὰρ παρὰ τοῦτο ἀσθενῆ καὶ ἐξίτηλα γίνεσθαι τὰ σπειρόμενα· ἐντεῦθεν καὶ ὁ θεῖος Μωϋσῆς τὸν τοῦ λελωβημένου πατέρα κατέλευσεν, ὅτι δι’ ἀκρασίαν τῆς γυναικὸς τὸν καθαρισμὸν οὐκ ἀνέμεινε· τὴν δὲ ἐν τῷ καιρῷ τῆς αὐτῆς ἀκαθαρσίας καταφρονήσασαν καὶ ἁψαμένην τῶν θείων Μυστηρίων, μʹ. ἡμέρας ἀκοινώνητον εἶναι διακελεύουσιν».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι αἱ γυναῖκες ἐκεῖναι ὁποῦ κάθηνται εἰς χωριστὸν τόπον, ὡς αἱ γυναῖκες τῶν Ἑβραίων (τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸ ἄφεδρον), διατὶ ἔχουν τὰ συνήθη καὶ καταμήνιά τους, νὰ μὴ μεταλαμβάνουν ἕως ἑπτὰ ἡμέρας, καθὼς ὁ βʹ. Κανὼν τοῦ ἁγίου Διονυσίου, καὶ ὁ ζʹ. τοῦ Τιμοθέου προστάζουσι. Τοῦτο τὸ ἴδιον παραγγέλλει καὶ ὁ παλαιὸς νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν συγχωρεῖ οὔτε μὲ τοὺς ἄνδρας τους νὰ σμίγουν αἱ τοιαῦται γυναῖκες, ἐν ὅσῳ ἔχουν τὰ καταμήνια· ἐπειδὴ καὶ τὰ παιδία ὁποῦ συλληφθοῦν τότε, ἀκολουθεῖ νὰ γίνωνται ἀσθενῆ καὶ λωβὰ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ νόμος ἐπρόσταξε νὰ λιθοβολῆται τοῦ λωβοῦ παιδίου ὁ πατήρ, ἐπειδὴ διὰ τὴν ἀκόλαστον ἐπιθυμίαν του δὲν ἐκαρτέρησε νὰ καθαρισθῇ ἡ γυναῖκά του ἀπὸ τὰ καταμήνιά της, ἀλλ’ ἐκοιμήθη μὲ αὐτὴν ἔχουσαν ταῦτα, καὶ οὕτως ἔγεινε τὸ σπαρθὲν παιδίον λωβόν. Ἐὰν δὲ ἡ γυναῖκα, ὁποῦ ἔχει τὰ καταμήνια, καταφρονήσῃ καὶ μεταλάβῃ τὰ θεῖα Μυστήρια, προστάζουν νὰ μὴ κοινωνῇ σαράντα ἡμέρας.

ΚΑΝΩΝ ΙΗʹ. Βασιλείου ξβʹ. Νύσσης δʹ. «Τὸν ἀῤῥενομανήσαντα τρία ἔτη τῆς Κοινωνίας εἴργεσθαι ἔδοξε, κλαίοντα, καὶ νηστεύοντα, καὶ πρὸς ἑσπέραν ξηροφαγοῦντα, καὶ μετανοίας διακοσίας ποιοῦντα· περὶ πλείονος δὲ τὴν ῥᾳστώνην ποιούμενος, τὰ ιεʹ. ἔτη πληρούτω».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ὁ παρὼν Κανὼν κανονίζει τὸν ἀρσενοκοίτην τρεῖς χρόνους νὰ μὴ μεταλάβῃ, καὶ νὰ κλαίῃ διὰ τὴν ἁμαρτίαν, καὶ νηστεύων ἕως ἑσπέρας νὰ ξηροφαγῇ, καὶ νὰ κάμνῃ καθ’ ἑκάστην γονυκλισίας 200. Ἐὰν δὲ ἀπὸ ἀμέλειαν δὲν θέλῃ νὰ φυλάξῃ ταῦτα, ἂς μὴ κοινωνῇ εἰς ιεʹ. χρόνους, κατὰ τὸν ξβʹ. Κανόνα του μεγάλου Βασιλείου.

Σημείωσαι ὅτι ἐν τοῖς Κανόσι τοῦ Νηστευτοῦ, παρὰ χειρογράφῳ Κώδικι εὑρέθη ἡ διαίρεσις αὕτη τῆς ἀρσενοκοιτίας, οὕτως ἔχουσα· ἡ ἀρσενοκοιτία εἶναι δύω λογιῶν, ἡ μὲν εἰς γυναῖκας, ὅταν οἱ ἄνδρες πέσουν μὲ αὐτὰς εἰς τὸ παρὰ φύσιν, ἡ δὲ εἰς ἄνδρας· καὶ πάλιν ἀπὸ τοὺς ἄνδρας, ἄλλος τὴν ἐνεργεῖ, καὶ ἄλλος τὴν πάσχει· ἄλλος δὲ καὶ τὴν κάμνει καὶ τὴν παθαίνει· χειρότερον δὲ ἁμάρτημα εἶναι τὸ νὰ τὴν κάμνῃ τινὰς καὶ νὰ τὴν παθαίνῃ· καὶ τὸ νὰ τὴν κάμνῃ τινὰς εἰς γυναῖκας ξένας, εἶναι βαρύτερον ἁμάρτημα, ἀπὸ τὸ νὰ τὴν κάμνῃ εἰς ἄνδρας· τὸ δὲ νὰ τὴν κάμνῃ εἰς τὴν ἰδίαν του γυναῖκα, εἶναι βαρύτερον ἀπὸ τὸ νὰ τὴν κάμνῃ εἰς ξένην. Ὅθεν ἐκ τούτων συμπεραίνομεν, ὅτι τὸ ἀνδρόγυνον, ὁποῦ πέσει εἰς τὸ παρὰ φύσιν, κανονίζεται πλέον βαρύτερα ἀπὸ τὸν ἀρσενοκοιτήσαντα εἰς ἄνδρας ἢ εἰς ξένας γυναῖκας· τὸν δὲ Κανόνα πρέπει νὰ δώσῃ ὁ Πνευματικὸς Πατήρ, καθὼς στοχασθῇ εὔλογον. Εὑρέθη δὲ ὅτι ὀκτὼ χρόνους κανονίζεται ἡ τοιαύτη ἁμαρτία· καὶ ὅρα μετὰ τοὺς Κανόνας τούτους εἰς τὰ ἐπιτίμια τοῦ Νηστευτοῦ.

ΚΑΝΩΝ ΙΘʹ. «Παιδίον δὲ πρός τινος φθαρέν, εἰς Ἱερωσύνην οὐκ ἔρχεται· εἰ γὰρ Βασιλείου οʹ. κἀκεῖνο διὰ τὸ ἀτελὲς τῆς ἡλικίας οὐχ ἥμαρτεν, ἀλλὰ τὸ αὐτοῦ σκεῦος ἐρράγη, καὶ εἰς ἱερὰν ὑπουργίαν ἄχρηστον γέγονεν· εἰ δὲ εἰς τοὺς μηροὺς τὴν ῥοὴν ἐδέξατο, προσφόρως ἐπιτιμώμενον, εἰς Ἱερωσύνην προβῆναι οὐ κωλυθήσεται».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι ἀνίσως κἀνένας ὤντας παιδίον ἑπτὰ χρόνων, ἐφθάρη ἀπὸ κανένα ἄλλον, οὗτος ἀγκαλὰ καὶ τότε διὰ τὸ ἀτελὲς τῆς ἡλικίας καὶ γνώσεως δὲν ἥμαρτεν, Ἱερεὺς ὅμως νὰ μὴ γίνεται, ἐπειδὴ καὶ ἐτζακίσθη τὸ σκεῦος τοῦ σώματός του, καὶ ἔγεινεν ἄχρηστον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἱερωσύνης. Εἰ δὲ ἐδέχθη τὴν ῥεῦσιν τοῦ σπέρματος μόνον εἰς τὰ μηρία του, ταὐτὸν εἰπεῖν ἂν ἔπαθε συγκυλισμόν, δὲν ἐμποδίζεται νὰ γένῃ Ἱερεύς, κάμνωντας τὸν πρόσφορον κανόνα. Ὅρα καὶ εἰς τὸν ἐν τῷ τέλει περὶ μετανοίας λόγον, ἵνα μάθῃς ὅτι ὅποιος φθείρει τὴν παρθενίαν του, πλέον δὲν τὴν λαμβάνει.

ΚΑΝΩΝ Κʹ. «Τὸν ἑκούσιον μὲν φόνον εἰς πενταετίαν, τὸν ἀκούσιον δὲ εἰς τριετίαν, τῆς Κοινωνίας ἐκβάλλομεν, εἰ μετὰ τὴν μέχρις ἑσπέρας νηστείαν ἀκροτάτῃ χρῆται ξηροφαγίᾳ, καὶ μετανοίας προθυμῆται καθ’ ἑκάστην ποιεῖν τριακοσίας· νωθρὸς δὲ διακείμενος, τὸν ὅρον τῶν Πατέρων πληρούτω».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ἀποστόλων λϛʹ. Τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ. κβʹ. κγʹ. Ἀθανασ. Οὗτος ὁ Κανὼν κανονίζει τὸν μὲν θεληματικῶς φονεύσαντα, πέντε χρόνους νὰ μὴ μεταλάβῃ· τὸν δὲ ἀκουσίως τρεῖς χρόνους· νὰ νηστεύουν δὲ πρὸς Ἀμμοῦν ἐπιστολ. Βασιλ. ηʹ. ιγʹ. μγʹ. νεʹ. νϛʹ. νζʹ. Νύσ. εʹ. καὶ οἱ δύω ἕως τὴν ἑσπέραν καὶ νὰ κάμνουν ἄκραν ξηροφαγίαν, κάμνοντες κάθε ἡμέραν τʹ. γονυκλισίας· εἰδὲ ἀμελοῦν εἰς τὸ νὰ κάμουν ταῦτα, ἂς μὴ μεταλαμβάνουν, ὁ μὲν θεληματικῶς φονεύσας εἴκοσι χρόνους· ὁ δὲ ἀκουσίως δέκα, κατὰ τὸν νϛʹ. τοῦ Ἁγίου Βασιλείου.

ΚΑΝΩΝ ΚΑʹ. Τῆς ϛʹ. ϟαʹ. Ἀγκύρας καʹ. Τοῦ μʹ. Βασιλείου βʹ· καὶ ηʹ. «Τὰς φθειρούσας τὰ ἔμβρυα κατ’ ἐπιτήδευσιν, καὶ τὰς διδούσας καὶ τὰς λαμβανούσας φάρμακα, ὥστε ἀμβλωθρίσαι, καὶ ἄωρα τὰ βρέφη ἐκπεσεῖν, ἡμεῖς μὲν μέχρι τῶν πέντε, ἢ καὶ τριῶν ἐτῶν, τὸ πλεῖον οἰκονομεῖσθαι ταύτας ὁριζόμεθα».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ὁ Κανὼν οὗτος κανονίζει πέντε χρόνους, ἢ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τρεῖς, τὰς γυναῖκας ἐκείνας, ὁποῦ ἐπὶ τούτου θανατώνουν τὰ ἔμβρυα, ὁποῦ ἔχουν εἰς τὴν κοιλίαν τους. Ὁμοίως κανονίζει καὶ ἐκείνας τὰς γυναῖκας, ὁποῦ δίδουν εἰς τὰς ἐγγαστρωμένας βότανα, ἢ ἄλλα τινὰ κατασκευαστικὰ εἴδη, διὰ νὰ ἀποβάλλουν τὰ βρέφη ἄωρα καὶ νεκρά.

ΚΑΝΩΝ ΚΒʹ. «Ἡ ἀκουσίως, τὸ βρέφος ἀποβαλοῦσα, εἰς ἓν ἔτος τὴν ἐπιτίμησιν δέχεται».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ἐκείνη δὲ ὁποῦ ἀπέβαλε τὸ βρέφος, ὁποῦ εἶχεν εἰς τὴν κοιλίαν της, χωρὶς νὰ θέλῃ, ἀλλὰ ἀπὸ κἀμμίαν περίστασιν ἀκούσιον, κανονίζεται ἕνα χρόνον νὰ μὴ μεταλάβῃ.

ΚΑΝΩΝ ΚΓʹ. «Ἡ δὲ τῷ βρέφει ἐπικοιμωμένη καὶ ἀποπνίξασα, μετὰ ἔτη τρία τῆς Κοινωνίας ἀξιοῦται· κρεῶν ῥηταῖς ἡμέραις ἀπεχομένη, καὶ τυροῦ, καὶ τὰ λοιπὰ ἐμπόνως ἐπιτελοῦσα· καὶ εἰ μὲν ἐκ ῥᾳθυμίας, ἢ ἀκρασίας τῶν γονέων τοῦτο συνέβη, φόνῳ ἑκουσίῳ παρείκασται· εἰ δὲ ἐξ ἐπιβουλῆς τοῦ ἀντικειμένου, συγγνώμης τὸ πρᾶγμα ἄξιον· πλὴν τοῦτο δεῖται μετρίων ἐπιτιμίων· δι’ ἕτερα γὰρ πταίσματα ἡ ἐγκατάλειψις αὕτη γέγονεν».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ὁ παρὼν Κανὼν τρεῖς χρόνους κανονίζει νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν ἡ γυναῖκα ἐκείνη, ὁποῦ ὅταν ἐκοιμᾶτο, ἐπλάκωσε τὸ βρέφος της, καὶ τὸ ἔπνιξε. Νὰ μὴ τρώγῃ δὲ ἡ τοιαύτη κρέας καὶ τυρὶ εἰς τόσον διωρισμένον καιρόν, ἀλλὰ καὶ ἄλλας ἀγαθοεργίας νὰ κάμνῃ μὲ πόνον τῆς καρδίας της· καὶ εἰ μὲν ἀπὸ ἀμέλειαν, ἢ ἀκρασίαν τῶν γονέων (πολυφαγίαν δηλαδὴ καὶ πολυποσίαν, ἢ ἄλλην ἀκόλαστον ὄρεξίν τους) ἠκολούθησε τοῦτο, παρομοιάζεται μὲ τὸν θεληματικὸν φόνον εἰ δὲ ἠκολούθησεν ἀπὸ ἐπιβουλὴν καὶ ἐνέργειαν διαβολικήν, ἄξιον μὲν συγχωρήσεως εἶναι τὸ πρᾶγμα· ὅμως πάλιν χρειάζεται μέτρια ἐπιτίμια, καὶ κανόνα· ἐπειδὴ ἡ ἐγκατάλειψις αὕτη τοῦ Θεοῦ ὁποῦ ἠκολούθησεν εἰς αὐτούς, ἔγεινε δι’ ἄλλας προτερινάς, ἢ τωρινάς, ἢ καὶ μελλούσας ἁμαρτίας των.

ΚΑΝΩΝ ΚΔʹ. «Παιδίου ἀβαπτίστου ἀποθανόντος, τῇ τῶν οἰκείων γονέων ἀμελείᾳ, εἰς τρία ἔτη οἱ γονεῖς τῆς Κοινωνίας ἐκβάλλονται, ξηροφαγοῦντες ἐν αὐτοῖς, καὶ γονάτων κλίσεσι τὸ Θεῖον ἐξιλεούμενοι, κλαυθμῷ, καὶ τῇ κατὰ δύναμιν ἐλεημοσύνῃ, ποιοῦντες καὶ μετανοίας τεσσαράκοντα καθ’ ἑκάστην».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Οὗτος ὁ Κανὼν κανονίζει τοὺς γονεῖς ἐκείνους, διὰ τὴν ἀμέλειαν τῶν ὁποίων ἀπέθανεν ἀβάπτιστον τὸ παιδίον τους, διορίζωντάς τους τρεῖς χρόνους νὰ μὴ μεταλάβουν, καὶ νὰ ξηροφαγοῦν, καὶ νὰ κλαίουν, καὶ νὰ ἐλεοῦν τοὺς πτωχοὺς κατὰ τὴν δύναμίν τους, καὶ νὰ κάμνουν καθ’ ἡμέραν μʹ. γονυκλισίας.

ΚΑΝΩΝ ΚΕʹ. Τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ κεʹ. Μεγ. Βασιλ. οαʹ. «Μοναχὴ ἑτέραις συνεγνωκυῖα μοιχείαν, ἢ παιδοφθορίαν, καὶ μὴ φανεροῦσα τῇ προεστώσῃ, ἶσον ἔχει τὸ ἐπιτίμιον τῇ πραττούσῃ, κατὰ τὸν οαʹ. Κανόνα τοῦ μεγάλου Βασιλείου».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ὁ Κανὼν οὗτος διορίζει, ὅτι ἡ καλογραῖα ἐκείνη, ὁποῦ εὑρίσκεται μὲ ἄλλας καλογραίας εἰς Μοναστήριον, ἐὰν καταλάβῃ ὅτι κἀμμία ἀπὸ τὰς καλογραίας μοιχεύεται ἀπό τινα, ἢ ἐφθάρη, πρὸ τοῦ νὰ φθάσῃ εἰς ἡλικίαν, καὶ δὲν φανερώσῃ τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Ἡγουμένην, διὰ νὰ τὸ διορθώσῃ, ἀλλὰ τὸ ἐσιώπησε, νὰ κανονίζεται παρόμοια μὲ ἐκείνην, ὁποῦ ἔκαμε τοῦτο· διατὶ ἠμποροῦσε νὰ ἐμποδίσῃ τὸ κακόν, καὶ δὲν τὸ ἐμπόδισε, κατὰ τὸν οαʹ. Κανόνα τοῦ μεγάλου Βασιλείου.

ΚΑΝΩΝ ΚϚʹ. «Τὰς ἐκτιθεμένας τὰ οἰκεῖα βρέφη πρὸς ταῖς εἰσόδοις τῶν Ἐκκλησιῶν, ὡς φονευτρίας ὁ νόμος κολάζει, κᾄν τινες ἀνελόμενοι ταῦτα περιποιήσονται».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ὁ παρὼν Κανὼν ὡς φονευτρίας κανονίζει τὰς γυναῖκας ἐκείνας, ὁποῦ ῥίπτουν τὰ βρέφη τους εἰς τὰς πόρτας τῶν Ἐκκλησιῶν, κᾂν καὶ τὰ πέρνουν τινές, καὶ τὰ ἀνατρέφουν.

ΚΑΝΩΝ ΚΖʹ. «Τὸν ἑκουσίως μετανοοῦντα κλέπτην, ἕως τεσσαράκοντα ἡμερῶν τῆς Κοινωνίας ἀπείργομεν· τὸν δὲ ἐλεγχθέντα, ἕως μηνῶν ἕξ, μετὰ τὴν θʹ. ξηροφαγοῦντα, καὶ μετανοίας ἑκατὸν καθ’ ἑκάστην ποιοῦντα».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Εἰς σαράντα ἡμέρας κανονίζει ὁ παρὼν Κανὼν τὸν κλέπτην ἐκεῖνον, ὁποῦ ἀφ’ ἑαυτοῦ του μαρτυρήσῃ ὅτι ἔκλεψεν· ἐκεῖνον δέ, ὁποῦ μαρτυρηθῇ ἀπὸ ἄλλους, εἰς ἓξ μῆνας κανονίζει νὰ μὴ μεταλάβῃ, ἔτι δὲ καὶ νὰ ξηροφαγῇ μετὰ τὴν θʹ. καὶ νὰ κάμνῃ κάθε ἡμέραν ἑκατὸν γονυκλισίας.

ΚΑΝΩΝ ΚΗʹ. Ἀποστόλων κεʹ. «Ὁ δημοσίου κλοπῆς ἑαλωκώς, περὶ τὰ λεγόμενα κεφαλαιώδη κλέμματα, εἰς Ἱερωσύνην οὐκ ἔρχεται· ἀλλ’ εἰ καὶ μετὰ ταύτην τῷ πάθει περιπέσειε τούτῳ, τῆς Ἱερωσύνης ἀπογυμνοῦται, κατὰ τὸν κεʹ. τῶν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ὁ Κανὼν οὗτος ἐμποδίζει νὰ μὴ γίνεται Ἱερεὺς ἐκεῖνος, ὁποῦ πιασθῇ ὅτι ἔκλεψε πράγματα κεφαλαιώδη, ἤτοι ἐκεῖνα, ὁποῦ προξενοῦν εἰς τὸν κλέψαντα κεφαλικὴν τιμωρίαν· ἀλλὰ καὶ ἀνίσως τινάς, ὤντας Ἱερεύς, κλέψῃ τὰ τοιαῦτα κεφαλαιώδη, καθῄρεται, κατὰ τὸν ἀποστολικὸν κεʹ. Κανόνα, ὃν καὶ ἀνάγνωθι. Κεφαλικὴ δὲ τιμωρία δὲν εἶναι μόνον ἀποκεφαλισμός, ἢ ἄλλος θάνατος, ὡς ἑρμηνεύει ὁ Βαλσαμών, σχολιάζων τὸ κεʹ. κεφάλαιον τοῦ θʹ. τίτλου τοῦ Νομοκάνονος τοῦ Φωτίου, ἀλλὰ ἐξορία, τύφλωσις, κόψιμον τῆς χειρός, καὶ ἄλλα ὅμοια. Ὅρα καὶ εἰς τὸ θʹ. Κεφάλαιον τῆς Διδασκαλίας τοῦ Πνευματικοῦ, εἰς τό, πῶς κανονίζονται οἱ κλέπται καὶ φονεῖς.

ΚΑΝΩΝ ΚΘʹ. «Τὸν τυμβωρύχον εἰς ἔτος ἓν ὁρίζομεν εἶναι ἀκοινώνητον, μετὰ τὴν Βασιλ. ξϛʹ. Νύσσης ζʹ θʹ. ξηροφαγοῦντα, καὶ μετανοίας διακοσίας ἑκάστης ἡμέρας βάλλοντα.»

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ὁ παρὼν Κανὼν κανονίζει ἐκεῖνον, ὁποῦ ἀνοίγει τάφους διὰ νὰ κλέψῃ τίποτε, ἕνα χρόνον νὰ μὴ μεταλάβῃ, καὶ νὰ ξηροφαγῇ μετὰ τὴν θʹ. καὶ καθ’ ἡμέραν νὰ κάμνῃ γονυκλισίας σʹ. Ὅρα καὶ τὸ θʹ. Κεφάλ. τῆς Διδασκαλίας τοῦ Πνευματικοῦ, εἰς τό, πῶς κανονίζονται οἱ φονεῖς.

ΚΑΝΩΝ Λʹ. Ἀποστόλων ογʹ. Τῆς αʹ. καὶ βʹ. ιʹ. τοῦ Νύσ. ηʹ. «Ἡ ἱεροσυλία ἐν ἐλάττονι χρόνῳ, ἢ ἡ μοιχεία κολάζεται, κατὰ τὸν Ἅγιον Γρηγόριον Νύσσης· οἰκονομεῖται δὲ ἕως τριετίας».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Οὗτος ὁ Κανὼν κανονίζει τὸν ἱερόσυλον νὰ μὴ μεταλάβῃ τρεῖς χρόνους, κατὰ τὴν οἰκονομίαν, ὁποῦ συνηθίζει ὁ Νηστευτής, δηλαδὴ νὰ ξηροφαγῇ μετὰ τὴν θʹ. καὶ νὰ κάμνῃ γονυκλισίας τʹ. Σημείωσαι δὲ ἐνταῦθα, ὅτι ἐπειδὴ ἡ ἱεροσυλία ὀλιγώτερον καιρὸν ἐπιτιμᾶται ἀπὸ τὴν μοιχείαν, λοιπὸν οὐχὶ τρία ἔτη ὡς ἡ μοιχεία, ἀλλὰ ὀλιγώτερον πρέπει νὰ ἐπιτιμᾶται· καὶ ὅρα εἰς τὸν ιγʹ. Κανόνα τοῦ ἰδίου τούτου Νηστευτοῦ.

ΚΑΝΩΝ ΛΑʹ. Ἀποστόλων κεʹ. Τῆς ϛʹ. ϟδʹ. «Τοὺς ἐξ ἀνάγκης, ἢ χωρὶς ἀνάγκης ἐπιορκήσαντας, ἕνα χρόνον τὴν Βασιλείου ιʹ. κθʹ. ξγʹ. πβʹ. Κοινωνίαν δεῖν ᾠήθημεν ὑπερτίθεσθαι, μετὰ τὴν θʹ. ξηροφαγοῦντας, καὶ διακοσίας πεντήκοντα καθ’ ἑκάστην μετανοίας ποιοῦντας».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Κανονίζει ὁ παρὼν Κανὼν ἐκείνους, ὁποῦ κάμνουν ὅρκον ψευδῆ, ἢ παραβαίνουν τὸν ὅρκον ἐξ ἀνάγκης, ἢ χωρὶς ἀνάγκης, ἕνα χρόνον νὰ μὴ κοινωνήσουν, ξηροφαγοῦντες μετὰ τὴν θʹ. καὶ κάμνοντες καθ’ ἡμέραν γονυκλισίας σνʹ.

ΚΑΝΩΝ ΛΒʹ. «Τοῖς γοητείαν, ἢ φαρμακείαν ἐξαγορεύουσιν, ἐπὶ τρία ἔτη τῆς μετανοίας τὴν οἰκονομίαν συντέμνομεν, εἴγε προθυμηθεῖεν, ἡμέρας ἑκάστης, περὶ πλείστου τὴν νηστείαν ποιεῖσθαι, καὶ μετὰ ὥραν θʹ. ἀπεσκληκυίᾳ, καὶ ξηρᾷ τροφῇ χρῆσθαι, καὶ ὅσον ἀτεχνῶς ἀποζῇν, ἀλλὰ Τῆς ϛʹ. ξαʹ. Τῆς ἐν Ἀγκύρ. κδʹ. Τῆς ἐν Λαοδικίᾳ λϛʹ. Βασιλ. ξεʹ. οβʹ. καὶ πγʹ. Νύσ. γʹ. καὶ προσκυνήσεις ποιεῖν διακοσίας πεντήκοντα, τὸ μέτωπον εὐλαβῶς τῇ γῇ προσερείδοντας. Τούτοις εὐθύνομεν καὶ τῶν γυναικῶν τὰς ποιούσας περίαπτα, καὶ μαντείας μετερχομένας».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Οἱ γόητες, καὶ μάγοι, ἀλλὰ καὶ αἱ γυναῖκες, ὁποῦ κάμνουν φυλακτά, καὶ μαντεύουν, τρεῖς χρόνους κανονίζονται νὰ μὴ μεταλάβουν, καὶ μετὰ τὴν ἐννάτην νὰ ξηροφαγοῦν, καὶ τόσον νὰ τρώγουν, ὅσον μόνον νὰ ζοῦν, καὶ νὰ κάμνουν γονυκλισίας σνʹ. κάθε ἡμέραν.

ΚΑΝΩΝ ΛΓʹ. Ἀποστόλων κεʹ. Βασιλ. λδʹ. «Γυνὴ οὔτε λαϊκή, οὔτε μονάζουσα, δι’ οἱονδήποτε πταῖσμα, τῆς Ἐκκλησίας χωρίζεται, ὅτι μὴ μόνον τῆς Κοινωνίας· λέγει γὰρ ὁ Κανών, ὅτι τοῦτο ποιοῦμεν, διὰ τὸ πολλὰς ὑπὸ αἰσχύνης ἑαυτὰς διαχειρίσασθαι· ὥσπερ οὔτε Πρεσβύτερος, οὔτε Διάκονος διὰ τὸ “Οὐκ ἐκδικήσεις δὶς ἐπὶ τὸ αὐτό”».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι κἀμμία γυναῖκα, εἴτε λαϊκή, εἴτε καλογραῖα, διὰ κάθε ἁμάρτημα ὁποῦ κάμῃ, νὰ μὴ χωρίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν σύναξιν τῶν πιστῶν, ἀλλὰ ἀπὸ μόνην τὴν θείαν Κοινωνίαν· διότι λέγει ὁ Κανὼν νὰ μὴ κάμνωμεν τοῦτο, διὰ νὰ μὴ φονεύσουν τὸν ἑαυτόν τους, ἀπὸ τὴν πολλήν τους ἐντροπήν. Καθὼς οὔτε ὁ Ἱερεύς, οὔτε ὁ Διάκονος ἁμαρτήσαντες ἐκβάλλονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ ἀπὸ μόνην τὴν Κοινωνίαν τῶν Μυστηρίων, διὰ νὰ μὴ λάβουν ἐνταυτῷ δύω παιδείας, κατὰ τὸν κεʹ. τῶν Ἀποστόλων, καὶ τὸν γʹ. τοῦ μεγάλου Βασιλείου. Προσθέτει δὲ ὁ Βαλσαμὼν ἐν τῇ Ἑρμηνείᾳ τοῦ λδʹ. τοῦ Βασιλείου, ὅτι ἐὰν δημοσιευθῇ τὸ ἁμάρτημα τῆς μοιχευθείσης γυναικός, πρέπει νὰ ἐπιφορτίζεται εἰς αὐτὴν καὶ ὁ ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας χωρισμός. Συμπεραίνεται δὲ ἐκ τοῦ Κανόνος τούτου κατὰ ἀντιδιαστολήν, ὅτι ὁ θεῖος Νηστευτὴς ἀκολουθεῖ εἰς τοὺς Κανόνας τῶν θείων Συνόδων τε καὶ Πατέρων· διατί, ἀνίσως ἐδῶ λέγῃ νὰ μένουσιν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ αἱ ἁμαρτήσασαι θανασίμως γυναῖκες, φανερὸν εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ σιωπώμενον διορίζει νὰ εὐγαίνουν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν οἱ ἁμαρτήσαντες ἄνδρες θανασίμως, ὡς τοῦτο καθαρὰ λέγει καὶ εἰς τὸ Κανονικόν του· κᾂν καὶ τώρα τὸ τοιοῦτον ἐπιτίμιον δὲν ἐνεργεῖται. Ὅρα τὴν ὑποσημ. τοῦ αʹ. Κανόνος αὐτοῦ, καὶ εἰς τὸ τέλος τῶν αὐτοῦ Κανόνων καὶ ἐπιτιμίων.

ΚΑΝΩΝ ΛΔʹ. Ἀποστόλων ξγʹ. Τῆς ϛʹ. ξγʹ. Τῆς ἐν Ἀγκύρ. Κανὼν βʹ. «Ἐμπεσόντος τινὸς ἀκαθάρτου εἰς φρέαρ, ἢ εἰς ἔλαιον, ἢ οἶνον, ὁ τούτου γευσάμενος, ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας κρέατος καὶ τυροῦ μὴ ἁπτέσθω, ἑπτὰ δὲ μὴ κοινωνείτω».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Οὗτος ὁ Κανὼν διορίζει, ὅτι ἀνίσως πέσῃ μέσα εἰς πηγάδι, ἢ εἰς λάδι, ἢ εἰς κρασί, κἀνένα ἀπὸ τὰ λεγόμενα ἀκάθαρτα (ὡσὰν ποντικός, ἢ ἄλλο τί), καὶ φάγῃ, ἢ πίῃ τινὰς ἀπὸ αὐτό, νὰ κανονίζεται τρεῖς ἡμέρας νὰ μὴ φάγῃ κρέας καὶ τυρί, καὶ ἑπτὰ νὰ μὴ κοινωνήσῃ.

ΚΑΝΩΝ ΛΕʹ. «Ὁ μετὰ τὴν θείαν ἐμέσας Μετάληψιν, 40 ἡμέρας τῆς Κοινωνίας τῆς θείας ἀφίσταται, τὸν νʹ. ᾄδων Ψαλμὸν καθ’ ἑκάστην, καὶ μετανοίας ποιῶν νʹ. κᾂν ὁπωσδήποτε τοῦτο συμβῇ· εἰ γὰρ καὶ μὴ τέως ἀφορμὴν αὐτὸν οἴεται δοῦναι, ἀλλά γε δι’ ἕτερά τινα ἴδια πταίσματα, τοῦτο πάντως παρεχωρήθη».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ὅποιος ἐξεράσῃ μὲ ὅ, τι λογῆς τρόπον καὶ ἂν ἦναι, ὕστερα ἀφ’ οὗ μεταλάβῃ, σαράντα ἡμέρας κανονίζεται νὰ μὴ μεταλάβῃ, λέγωντας κάθε ἡμέραν τὸν νʹ. ψαλμόν, ἤτοι τὸ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», καὶ κάμνωντας κάθε ἡμέραν πενῆντα γονυκλισίας· διότι, ἀγκαλὰ καὶ ὁ τοῦτο παθὼν δὲν ἔδωκε κἀμμίαν αἰτίαν ἀπὸ λόγου του, ὅμως διὰ ἄλλα ἁμαρτήματά του παρεχωρήθη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ νὰ πάθη τοῦτο.

Σημείωσαι, ὅτι ἔν τισι Χειρογράφοις εὕρομεν καὶ τοὺς ἀκολούθους τρεῖς Κανόνας, ἐπιγραφομένους τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ, καὶ ὀρθῶς ἔχοντας.

Αʹ. Ὅποιος Ἱερεὺς δὲν νηστεύει τὰς Τετράδας, καὶ Παρασκευὰς ἀπὸ ψάρι καὶ ἔλαιον, νὰ μὴ κοινωνῇ τινὰς ἀπὸ αὐτόν, κᾂν καὶ ἦναι Ὀρθόδοξος.

Βʹ. Ὅποιος ἄνδρας, ἢ γυναῖκα καταλαλήσῃ, νὰ κάμῃ σαράντα γονυκλισίας, καὶ εἰς κάθε γονυκλισίαν νὰ λέγῃ· «Κύριε ἐλέησόν με.»

Γʹ. Ἀνίσως δύω τινὲς ἔχοντες ἔχθραν, ἀποθάνῃ ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν, πρέπει τὸ ζωντανὸν πρόσωπον νὰ πηγαίνῃ εἰς τὸ μνῆμα τοῦ ἀποθανόντος, καὶ νὰ κλαίῃ καὶ νὰ ζητῇ ἀπὸ αὐτὸν συγχώρησιν, ὡσὰν νὰ ἦτον ζωντανός· νὰ ξηροφαγῇ τὰς Τετράδας καὶ Παρασκευὰς (ὅταν τύχουν δηλαδὴ καταλύσιμοι ἑορταὶ εἰς αὐτάς), νὰ κάμνῃ κάθε πρωῒ καὶ ἑσπέραν μετανοίας εἴκοσι, καὶ νὰ παρακαλῇ τὸν Θεὸν διὰ τὸν ἀποθανόντα ἐχθρόν του, καὶ νὰ δίδῃ λειτουργίας καὶ προσφοράς, διὰ νὰ τὸν μνημονεύουν.

Μὲ τούτους συναρίθμει καὶ τὸν κατὰ βλασφήμων Κανόνα, ὃν ὅρα εἰς τὸ προσῆκον Κεφάλαιον τῆς Διδασκαλίας τοῦ Πνευματικοῦ. Σημείωσαι, ὅτι ἐν παλαιῷ χειρογράφῳ Κώδικι τὸ Κανονικὸν τοῦ Νηστευτοῦ περιέχοντι, καὶ ταῦτα τὰ ἐπιτίμια περιέχονται· ἔξω δηλαδὴ τῶν προγεγραμμένων, τῶν ὑπὸ τοῦ Βλαστάρεως ἀναφερομένων· ἅτινά εἰσι ταῦτα.

1. Ἐάν τινας πέσῃ μὲ τὴν Μητρυιάν του, τρία ἔτη ἐπιτιμᾶται, νηστεύων ἕως ἑσπέρας, καὶ ξηροφαγῶν, καὶ ποιῶν καθ’ ἑκάστην γονυκλισίας πεντακοσίας. 2. Ἐάν τινας πέσῃ μὲ μητέρα καὶ θυγατέρα ὁμοῦ, τέσσαρα ἔτη ἐπιτιμᾶται, ξηροφαγῶν μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ ποιῶν γονυκλισίας τριακοσίας καθ’ ἑκάστην.

3. Ἐάν τινας ἀῤῥενοκοιτήσῃ δύω ἀδελφούς, τέσσαρα ἔτη ἐπιτιμᾶται, ξηροφαγῶν μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ ποιῶν μετανοίας καθ’ ἑκάστην τριακοσίας. 4. Ἐάν τινας ἀῤῥενοκοιτήσῃ τὸν γαμβρόν του, τέσσαρα ἔτη ἐπιτιμᾶται, ξηροφαγῶν μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ ποιῶν καθ’ ἑκάστην μετανοίας διακοσίας.

5. Ἐάν τινας πέσῃ μὲ τὴν θυγατέρα του, εἰ μὲν μίαν φοράν, πέντε χρόνους ἐπιτιμᾶται· εἰ δὲ περισσότερον, ἓξ χρόνους καὶ ἑπτά, ξηροφαγῶν μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ ποιῶν καθ’ ἑκάστην μετανοίας πεντακοσίας. 6. Ἐάν τινας πέσῃ μὲ τὴν ἐκ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος Πνευματικὴν θυγατέρα του, εἰ μὲν μίαν φοράν, ὀκτὼ χρόνους ἐπιτιμᾶται· εἰ δὲ περισσότερον, δέκα χρόνους, ξηροφαγῶν μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ ποιῶν μετανοίας πεντακοσίας.

7. Ἐάν τινας πέσῃ μὲ τὴν συντέκνισσάν του, ὁμοίως ὀκτὼ χρόνους ἐπιτιμᾶται, ξηροφαγῶν μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ ποιῶν μετανοίας καθ’ ἑκάστην τριακοσίας. 8. Ἐάν τινας ἀῤῥενοκοιτήσῃ τὸν ἀδελφόν του, ὀκτὼ χρόνους ἐπιτιμᾶται, ξηροφαγῶν μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ ποιῶν μετανοίας τετρακοσίας.

9. Ἐὰν δέ τις ἀδελφὸς μικρότερος, ἀῤῥενοκοιτηθῇ ἀπὸ τὸν μεγαλήτερον, χωρὶς αὐτὸς νὰ ἀῤῥενοκοιτήσῃ· τρεῖς χρόνους ἐπιτιμᾶται, ξηροφαγῶν μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ ποιῶν μετανοίας καθ’ ἑκάστην ἑκατόν. 10. Ἐάν τινας πέσῃ μὲ τὴν μητέρα του, εἰ μὲν μίαν φοράν, ἑπτὰ χρόνους ἐπιτιμᾶται· εἰ δὲ πολλάκις, δώδεκα χρόνους, ξηροφαγῶν μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ ποιῶν μετανοίας πεντακοσίας.

11. Ἐάν τινας πέσῃ εἰς κτῆνος πολλάκις, ἔχωντας γυναῖκα, ὀκτὼ χρόνους ἐπιτιμᾶται, ξηροφαγῶν μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ ποιῶν μετανοίας τριακοσίας. Εἰ δὲ γυναῖκα οὐκ εἶχε, καὶ ἅπαξ, ἢ δίς, ἢ τὸ πολὺ τρὶς ἔπεσε, χρόνους τρεῖς ἐπιτιμᾶται, ξηροφαγῶν μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ ποιῶν μετανοίας τριακοσίας. Τὰ αὐτὰ ἐπιτίμια νὰ λαμβάνῃ καὶ ἡ γυνή, ὁποῦ πέσει μὲ κτῆνος.

12. Ἐάν τινας πέσῃ μὲ τὴν πρώτην του ἐξαδέλφην, δύω χρόνους ἐπιτιμᾶται, ξηροφαγῶν μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ ποιῶν μετανοίας καθ’ ἑκάστην πεντακοσίας. 13. Ἐάν τινας πέσῃ μὲ ἐθνικὴν γυναῖκα, ἤγουν Ἑβραίαν, ἢ Τούρκισσαν, ἢ καὶ Αἱρετικήν· ἐὰν μὲν δὲν εἶχε γυναῖκα νόμιμον, τρεῖς χρόνους κανονίζεται νὰ ἀπέχῃ τῆς Κοινωνίας, ξηροφαγῶν μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ ποιῶν καθ’ ἑκάστην μετανοίας διακοσίας. Παρομοίως νὰ ἐπιτιμᾶται, καὶ ἑὰν γυνὴ ἡ μὴ ἔχουσα ἄνδρα νόμιμον, πέσῃ μὲ Ἑβραῖον, ἢ Τοῦρκον, ἢ καὶ Αἱρετικόν. Ἐὰν δὲ ὁ ἄνδρας εἶχε γυναῖκα, καὶ ἡ γυνὴ εἶχεν ἄνδρα, ἔπειτα ἔπεσαν μὲ τὰ τοιαῦτα ἐθνικὰ πρόσωπα καὶ αἱρετικά, τέσσαρας, ἢ πέντε χρόνους κανονίζονται, ξηροφαγοῦντες καθ’ ἑκάστην, καὶ ποιοῦντες μετανοίας διακοσίας πεντήκοντα.

14. Ἐὰν γυνὴ Πρεσβυτέρου ἢ Διακόνου μοιχευθῇ, τρεῖς χρόνους ἐπιτιμᾶται, ξηροφαγοῦσα μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ γονυκλισίας ποιοῦσα καθ’ ἑκάστην τριακοσίας. 15. Ἐὰν γυνὴ πέσῃ μὲ δύω ἀδελφούς, τρεῖς χρόνους ἐπιτιμᾶται, ξηροφαγοῦσα μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ μετανοίας ποιοῦσα διακοσίας καθ’ ἑκάστην.

16. Ἐὰν γυνὴ πέσῃ μὲ εὐνοῦχον, τρεῖς χρόνους ἐπιτιμᾶται, ξηροφαγοῦσα καθ’ ἑκάστην, καὶ μετανοίας ποιοῦσα τριακοσίας. 17. Ἐάν τινας ἀρσενοκοιτήσῃ τὴν γυναῖκά του, ὀκτὼ χρόνους ἐπιτιμᾶται, ξηροφαγῶν μετὰ τὴν ἐννάτην, καὶ ποιῶν μετανοίας καθ’ ἑκάστην διακοσίας.

Λέγει δὲ ἐκεῖσε ὁ θεῖος Νηστευτὴς καὶ ταῦτα τὰ καθολικὰ ἐπιτίμια· αʹ. Ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποῦ εὑρίσκονται εἰς κανόνα, καὶ δὲν μεταλαμβάνουν, νὰ πέρνουν μέγαν ἁγιασμὸν τῇ μεγάλῃ Εʹ., τῇ Λαμπρᾷ, τῇ τῶν Χριστουγεννῶν Ἑορτῇ, καὶ τῇ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. βʹ.

Ὅτι οἱ ποιοῦντες ἁμαρτίας θανασίμους, καὶ ἔπειτα καταφρονοῦντες μεταλαμβάνουν ἀναξίως τὰ θεῖα Μυστήρια, οὗτοι βαρύτερα ἀπὸ ὅλους ἁμαρτάνουσιν· ὅθεν καὶ πρέπει νὰ κανονίζωνται περισσότερον καιρὸν νὰ μὴ μεταλαμβάνουν, ἀπὸ τοὺς ἁμαρτάνοντας, καὶ φοβουμένους, καὶ μὴ μεταλαμβάνοντας. γʹ. Ὅτι οἱ πρὸ τῶν τριάκοντα ἐτῶν ὄντες καὶ ἁμαρτάνοντες, συγκαταβατικώτερα κανονίζονται ἀπὸ τοὺς ὑπὲρ τὰ τριάκοντα ἔτη ὄντας καὶ ἁμαρτάνοντας. δʹ. Ὅτι οἱ ἔχοντες κανόνα καὶ μὴ μεταλαμβάνοντες, εἰς μὲν τὸν καιρὸν τῆς θείας Λειτουργίας πρέπει νὰ εὐγαίνουν ἔξω τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ὁ Ἱερεὺς λέγῃ τὸ «Ὅσοι κατηχούμενοι προέλθετε» καὶ νὰ στέκωνται εἰς τὸν Νάρθηκα· εἰς δὲ τὸν καιρὸν τοῦ Ἑσπερινοῦ, καὶ τοῦ Ὄρθρου, νὰ στέκωνται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.