Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Ἐξομολογητάριον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Προϋποθέσεις και καθήκοντα του Πνευματικού

Ανάλυση των αρετών, των γνώσεων και των πρακτικών προϋποθέσεων που οφείλει να διαθέτει ο πνευματικός πατέρας, καθώς και εξέταση των βαθμών της αμαρτίας.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 1 από 16

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΝ, ΕΚ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΣΥΝΕΡΑΝΙΣΘΕΙΣΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Αʹ Τί πρέπει νὰ ἔχῃ τινὰς πρὸ τοῦ νὰ γένῃ Πνευματικός. Καὶ πρῶτον περὶ ἀρετῆς τοῦ Πνευματικοῦ. Πρῶτον μὲν οὖν, σὺ Πάτερ, ὁποῦ μέλλεις νὰ γένῃς Πνευματικός, πρέπει νὰ ἔχης μίαν ἐξαίρετον καὶ διαφορετικὴν ἀρετὴν καὶ ἁγιότητα ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς συνιερεῖς σου, ἀπὸ τοὺς ὁποίους μέλλεις νὰ ἐκλεχθῇς, καὶ νὰ ἔχῃς ἰατρευμένα καὶ νικημένα τὰ πάθη σου, νὰ ἔχῃς διαφορετικὴν ἁγιότητα ἀπὸ τοὺς ἄλλους· διατί σὺ ὁποῦ ἔχεις νὰ κατασταθῇς Πνευματικός, πρέπει νὰ πολιτεύεσαι μίαν ζωὴν πνευματικήν, κυβερνώμενος μὲ τὴν χάριν καὶ διάκρισιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἂν θέλῃς νὰ ἔχῃς τὸ ὄνομα τοῦ Πνευματικοῦ ἀληθινόν, καὶ σύμφωνον μὲ τὸ πρᾶγμα.

Διὰ τόσον ὁ μέγας Βασίλειος τοιουτοτρόπως ὑπογράφει τί εἶναι ὁ Πνευματικός· «Ὁ μηκέτι κατὰ σάρκα ζῶν, ἀλλὰ πνεύματι Θεοῦ ἀγόμενος, καὶ υἱὸς Θεοῦ χρηματίζων, καὶ σύμμορφος τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ γενόμενος, Πνευματικὸς ὀνομάζεται»· ὅσον καὶ ὁ θεῖος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης λέγει· Οὐ πάντων ἐστὶν ὁδηγῆσαι καὶ ἄλλους, ἀλλ’ οἷς ἐδόθη ἡ θεία διάκρισις, κατὰ τὸν Ἀπόστολον· «Διάκρισις πνευμάτων, ἡ διαιροῦσα τὸ χεῖρον ἀπὸ τοῦ κρείττονος τῇ μαχαίρᾳ τοῦ λόγου».

Μὰ δὲν φθάνει μόνον νὰ ἔχῃς ἕνα ἁπλοῦν χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλ’ εἶναι χρεία νὰ ζητήσῃς καὶ σὺ ἀπὸ τὸν Θεὸν νὰ σοῦ δώσῃ διπλάσιον (ἵνα μὴ λέγω καὶ πολαπλάσιον) χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καθὼς καὶ ὁ Ἐλισσαῖος τὸ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Ἠλίαν· «Γενηθήτω δὴ τὸ πνεῦμα τὸ ἐπὶ σοὶ δισσῶς ἐπ’ ἐμέ»· διὰ νὰ ἠμπορῇς μὲ αὐτὸ καὶ τὸν ἑαυτόν σου νὰ κυβερνᾷς καὶ τοὺς ἄλλους· εἶπα δὲ καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃς ἰατρευμένα, καὶ νικημένα τὰ πάθη σὺ ὁ μέλλων γενέσθαι Πνευματικός· διατί, ἀνίσως, καὶ πρὸ τοῦ νὰ ἰατρεύσῃς τὰ ἐδικά σου πάθη, ζητῇς νὰ ἰατρεύῃς τὰ πάθη τῶν ἄλλων, θέλεις ἀκούσει τὸ Ἰατρὲ θεράπευσον σεαυτόν, καὶ τὸ «Ἅλλων Ἰατρός, αὐτὸς ἕλκεσι βρύων»· διατί, ἂν ἐσὺ ἔχῃς νὰ ἤσαι κατ’ ἀλήθειαν φωτιστικός, καὶ τελειωτικὸς τῶν ἄλλων, πρέπει πρῶτον σὺ νὰ φωτίσῃς καὶ νὰ τελειώσῃς τὸν ἑαυτόν σου, καὶ οὕτω νὰ φωτίζῃς καὶ νὰ τελειοῖς καὶ τοὺς ἄλλους. Καὶ ἁπλῶς, πρῶτον πρέπει σὺ νὰ ἔχῃς, καὶ ὕστερον νὰ μεταδίδῃς καὶ εἰς τοὺς ἄλλους· «Ἡ μετοχὴ γὰρ τῆς μεταδόσεως ἡγεῖται»· ὡς λέγει ὁ Ἀρεοπαγίτης Διονύσιος.

Καὶ τελευταῖον, διατὶ ἐσὺ ἔχεις νὰ ἦσαι ὁ τύπος καὶ τὸ παράδειγμα κάθε καλοῦ καὶ ἀρετῆς, ἔμπροσθεν εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν πνευματικῶν σου τέκνων· καὶ ἂν ἐσύ, θετέον, νηστεύῃς, ἔχουν νὰ νηστεύουν καὶ αὐτά· ἂν ἐσὺ ταπεινώνεσαι, ἔχουν νὰ ταπεινώνωνται καὶ αὐτά, καὶ καθολικῶς εἰπεῖν, ἂν ἐσὺ σεμνῶς καὶ κατὰ Χριστὸν πολιτεύεσαι, ἔτζι παρακινοῦνται νὰ πολιτεύωνται καὶ αὐτά. Ἐὰν δὲ σὺ λέγῃς μόνον, ἀλλὰ δὲν κάνεις, ἤξευρε, ὅτι οὐδὲ αὐτὰ θέλει ἀκούσουν τὰ λόγιά σου· διατὶ πιστεύουν περισσότερον ἐκεῖνα, ὁποῦ βλέπουν εἰς ἐσὲ μὲ τὸ ἔργον, παρὰ ἐκεῖνα, ὁποῦ ἀκούουν ἀπὸ τὸ στόμα σου μὲ τὰ ὦτα· «Ὀφθαλμοὶ γάρ, κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν, ὠτίων πιστότεροι».

Ἔπειτα, ἐσὺ ἔχεις νὰ ἀπαντήσῃς εἰς τὴν ἐξομολόγησιν τόσα κινδυνώδη ὑποκείμενα· ἐσὺ ἔχεις νὰ ἀκούσῃς τόσας αἰσχρὰς ἁμαρτίας τῶν ἀνθρώπων, καὶ τόσους ῥύπους καὶ μολυσμοὺς τῶν παθῶν τους· λοιπὸν χρειάζεται νὰ ἦσαι, ἢ ὡσὰν ἥλιος ἀπαθής, ὁ ὁποῖος διαπερνῶντας τόπους ῥυπαροὺς δὲν μολύνεται· ἢ ὡσὰν ἐκείνη ἡ καθαρὰ περιστερὰ τοῦ Νῶε, ἡ ὁποία ἀπερνοῦσα τόσα βρωμισμένα σώματα τῶν πνιγμένων ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν κατακλυσμόν, δὲν ἐκάθισεν ἐπάνω εἰς κἀνένα ἀπὸ αὐτά· ἢ νὰ ἦσαι ὡσὰν ἕνας νιπτῆρας ἀργυροῦς ἢ χρυσοῦς, ὁ ὁποῖος, πλύνωντας, καὶ καθαρίζωντας τῶν ἄλλων τὰς λαίρας, αὐτὸς λαίραν δὲν πιάνει εἰς τὸν ἑαυτόν του· καθὼς ἔτζι παρομοιάζει τὸν ἄξιον καὶ ἀπαθῆ ποιμένα, Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος· διὸ καὶ ὁ ἅγιος Μελέτιος ὁ Ὁμολογητὴς λέγει, πῶς δὲν πρέπει οἱ ἐμπαθεῖς νὰ ἡγεμονεύουν, καὶ νὰ οἰκονομοῦν ψυχάς. «Ὥσπερ λέων πρόβατα ποιμαίνειν οὐκ ἰσχύει, Ὥσπερ οὐκ ἔστιν εὐπρεπές, ὄρνις Κερδὼ ποιμαίνειν Οὕτως οὐ δεῖ τοὺς ἐμπαθεῖς ψυχῶν ἡγεμονεύειν, Ἃς χρὴ προσάγειν τῷ Θεῷ παθῶν λελυτρωμένας·» Ἐὰν δέ, ὤντας ἐμπαθής, ζητήσῃς νὰ γένῃς Πνευματικός, ἀλλοίμονον!

βέβαια, σὺ ἔχων τὸν νοῦν ἐσκοτισμένον ἀπὸ τὰ πάθη, δὲν θέλεις δυνηθῆ νὰ διακρίνης τὴν πρέπουσιν διόρθωσιν, ὁποῦ χρειάζεται ὁ κάθε ἁμαρτωλός· «Ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου». Ἐσὺ δὲν θέλεις κανονίζει καθὼς πρέπει ἀλλὰ θέλεις κάνει εὐκολώτατα ὑπερβολικὰς συγκαταβάσεις εἰς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐκείνους, ὁποῦ πέσουν εἰς τὰ ἴδια πάθη, ὁποῦ ἔχεις καὶ σύ. «Ἐπειδὴ ἐν ᾧ κρίματι κρίνεις τὸν ἕτερον, σεαυτὸν κατακρίνεις· τὰ γὰρ αὐτὰ πράσσεις ὁ κρίνων.» Ἐσὺ δὲν θέλεις δυνηθῆ νὰ ἐπιστρέφῃς τοὺς ἁμαρτωλοὺς πρὸς τοῦ λόγου σου· ἀλλ’ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐξ ἐναντίας ἔχουν νὰ ἐπιστρέφουν ἐσένα πρὸς τὸν ἑαυτόν τους· ἐκεῖνοι ἐσένα πρὸς τὸ θέλημά τους, καὶ ὄχι σὺ ἐκείνους πρὸς τὸ θέλημά σου· πρᾶγμα ὅπου, ἐμποδίζει ὁ Θεός, λέγων πρὸς τὸν «Ἱερεμίαν· Ἀναστρέψουσιν αὐτοὶ πρὸς σέ· σὺ δὲ οὐκ ἀναστρέψεις πρὸς αὐτούς».

Πόσου δὲ κινδύνου, καὶ πόσης ψυχικῆς ἀπωλείας εἶναι πρόξενα καὶ τὰ τρία ταῦτα, καὶ εἰς ἐσέ, καὶ εἰς τοὺς μετανοοῦντας, τίς δὲν τὸ βλέπει;

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Βʹ Περὶ τῆς γνώσεως τοῦ Πνευματικοῦ. Καὶ πρῶτον περὶ τῆς γνώσεως τῶν Θείων Γραφῶν, Δογμάτων, καὶ Ἱερῶν Κανόνων. Δεύτερον, πρέπει ἐσὺ ὁ μέλλων γενέσθαι Πνευματικός, νὰ ἔχῃς μίαν διαφορετικὴν ἀπὸ τοὺς ἄλλους γνῶσιν καὶ ἐμπειρίαν εἰς τὴν παλαιὰν καὶ νέαν Γραφήν· εἰς τὰ δόγματα τῆς πίστεως, τὰ περιεχόμενα εἰς τό, Πιστεύω· μάλιστα δὲ καὶ ἐξαιρέτως, εἰς ὅλους τοὺς ἀποστολικούς, συνοδικούς, καὶ πατρικοὺς Κανόνας, τοὺς περιεχομένους εἰς τὴν βίβλον, (τὸ Πηδάλιον) ὁποῦ πρὸ ὀλίγων χρόνων ἐξεδόθη εἰς τύπον· εἰς τῶν ὁποίων τὴν μελέτην πρέπει νὰ καταγίνεσαι νύκτα καὶ ἡμέρα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ τοὺς ἠξεύρῃς ἀπὸ στόματος· ἐπάνω εἰς αὐτοὺς νὰ κοιμᾶσαι, ὡς ὁ Ἀλέξανδρος εἰς τοῦ Ὁμήρου τὴν Ἰλιάδα, καὶ τούτους νὰ ἀναπνέῃς κάθε ὥραν καὶ στιγμήν.

Ἐπειδὴ καὶ σὺ ἔχεις νὰ γένῃς ὁ κυβερνήτης τοῦ καραβίου τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας, καὶ σὺ ἐξαιρέτως μέλλει νὰ κρατῇς εἰς χεῖράς σου τοὺς κανόνας αὐτούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι, ὡσὰν ἕνα τιμόνι τῆς Ἐκκλησίας. Ὅθεν ἔχεις χρέος νὰ ἦσαι γυμνασμένος προτήτερα, πῶς πρέπει νὰ τὸ γυρίζῃς, καὶ νὰ τὸ στρέφῃς ἐπιστημονικῶς, ἵνα ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι, ὅταν δηλαδὴ γένῃς Πνευματικός, διὰ ταύτης τῆς ἐμπείρου σου κυβερνήσεως, ἐλευθερώσῃς ἀπὸ τὴν φουρτοῦναν τῆς ἁμαρτίας τοὺς ταλαιπώρους ἁμαρτωλούς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γʹ Περὶ τῶν θανασίμων, τῶν συγγνωστῶν. καὶ τῶν τῆς ἐλλείψεως ἁμαρτημάτων. Πρὸς τούτοις πρέπει νὰ ἠξεύρῃς, ὅτι, καθὼς ὁ Ἰατρὸς εἶναι ἀνάγκη νὰ ἠξεύρῃ ποῖαι εἶναι αἱ ἀσθένειαι τοῦ σώματος, διὰ νὰ ἰατρεύῃ· ἔτζι καὶ σὺ ὁποῦ μέλλεις νὰ γένῃς Πνευματικός, εἶναι χρεία νὰ γνωρίζῃς ποῖαι εἶναι αἱ ἀσθένειαι τῆς ψυχῆς, ἤτοι αἱ ἁμαρτίαι διὰ νὰ ἠξεύρῃς καὶ νὰ τὰς ἰατρεύῃς. Ἀγκαλὰ δὲ καὶ αἱ ἀσθένειαι τῆς ψυχῆς, ἤτοι τὰ ἁμαρτήματα, εἶναι πολυποίκιλα, μὲ ὅλον τοῦτο καθολικῶς εἰς τὰ ἀκόλουθα τρία διαιροῦνται. Ὅθεν πρέπει νὰ ἠξεύρῃς, ποῖα εἶναι τὰ θανάσιμα· ποῖα τὰ συγγνωστὰ καὶ ὄχι θανάσιμα· καὶ ποῖα τὰ τῆς ἐλλείψεως καὶ ἀπραξίας ἁμαρτήματα.

Περὶ τῶν Θανασίμων Καὶ θανάσιμα μὲν εἶναι, κατὰ τὸν Σχολάριον Γεννάδιον, τὸν Κορέσσιον, τὴν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν, καὶ τὸν Ἱεροσολύμων Χρύσανθον, τὰ προαιρετικὰ ἐκεῖνα ἁμαρτήματα, ὁποῦ φθείρουν, ἢ τὴν πρὸς Θεὸν ἀγάπην μόνην, ἢ τὴν πρὸς τὸν πλησίον ὁμοῦ καὶ τὴν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ ἀποκατασταίνουν ἐκεῖνον, ὁποῦ τὰ κάνει, ἐχθρὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔνοχον εἰς τὸν αἰώνιον θάνατον τῆς κολάσεως. Ταῦτα δὲ τὰ καθολικώτερα εἶναι· Ἡ ὑπερηφανία, ἡ φιλαργυρία, ἡ πορνεία, ὁ φθόνος, ἡ γαστριμαργία, ὁ θυμὸς καὶ ἡ ἀκηδία ἤτοι ἀμέλεια.

Περὶ Συγγνωστῶν. Συγγνωστὰ δὲ εἶναι ἐκεῖνα τὰ προαιρετικὰ ἁμαρτήματα, ὁποῦ δὲν φθείρουν τὴν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ τὸν πλησίον ἀγάπην, μηδὲ κατασταίνουν τὸν ἄνθρωπον ἐχθρὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔνοχον εἰς τὸν αἰώνιον θάνατον, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποκείμενοι καὶ αὐτοὶ οἱ Ἅγιοι, κατὰ τὸ ῥητὸν τοῦ Ἀδελφοθέου· «Πολλὰ γὰρ πταίομεν ἅπαντες»· καὶ τὸ τοῦ Ἰωάννου. «Ἐὰν εἴπωμεν, ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτοὺς πλανῶμεν»· καὶ κατὰ τὸν ρκεʹ. ρκϛʹ. ρκζʹ. Κανόνα τῆς ἐν Καθαργένῃ.

Ταῦτα δὲ εἶναι κατὰ τὸν Κορέσσιον καὶ τὸν Χρύσανθον, ὁ ἀργὸς λόγος, ἡ πρώτη κίνησις καὶ ταραχὴ τοῦ θυμοῦ, ἡ πρώτη κίνησις τῆς ἐπιθυμίας, ἡ πρώτη κίνησις τοῦ μίσους, τὸ παιγνιῶδες ψεῦδος, ὁ κατὰ πάροδον φθόνος, ἤτοι ὁ κοινῶς λεγόμενος ζῆλος, ὅστις εἶναι λύπη μικρὰ διὰ τὰ καλὰ τοῦ πλησίον, καὶ τὰ ὅμοια.

Ἤξευρε δὲ Πνευματικέ, ὅτι ὅσα ἁμαρτήματα ὀνομάζονται μὲ ἕνα ὄνομα καθολικόν, Συγγνωστά, δὲν εἶναι ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ, ἀλλὰ εἶναι διαφόρων βαθμῶν μικροτέρων καὶ μεγαλητέρων, κατωτέρων καὶ ἀνωτέρων· καὶ ἄκρα μὲν εἶναι τὰ Συγγνωστά, καὶ τὰ Θανάσιμα· ἀναμεταξὺ δὲ εἰς τὰ ἄκρα αὐτά, εὑρίσκονται διάφοροι βαθμοὶ ἁμαρτιῶν, ἀρχινῶντες ἀπὸ τὰ Συγγνωστά, καὶ ἀναβαίνοντες εἰς τὰ Θανάσιμα· τοὺς ὁποίους βαθμούς, οἱ μὲν Παλαιοὶ δὲν τοὺς ἔβαλαν ὀνόματα, ἴσως διατὶ εἶναι πολλοί, καὶ διαφορετικοὶ κατὰ τὰ γένη ἢ εἴδη τῶν ἁμαρτιῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελαν τύχουν· ἡμεῖς δὲ μερικοὺς ἐξ αὐτῶν ἐδῶ ὀνομάζομεν, σαφηνείας χάριν, πρὸς ἐδικήν σου εἴδησιν, ἀρχίζοντες ἀπὸ κάτωθεν. Συγγνωστά, ἐγγὺς τῶν Συγγνωστῶν, Ἀθανάσιμα, ἐγγὺς τῶν Ἀθανασίμων, Μέσον τῶν Ἀθανασίμων καὶ Θανασίμων, ἐγγὺς τῶν Θανασίμων, Θανάσιμα· οἷον ἐπὶ ὑποδείγματος τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ θυμικοῦ. Συγγνωστὸν μὲν εἶναι ἡ πρώτη κίνησις τοῦ θυμοῦ· ἐγγὺς τῶν Συγγνωστῶν δὲ εἶναι, τὸ νὰ λαλήσῃ τινὰς καὶ λόγια σκληρὰ καὶ θυμοειδῆ. Ἀθανάσιμον, τὸ νὰ ὑβρίσῃ· ἐγγὺς τῶν Ἀθανασίμων, τὸ νὰ κτυπήσῃ μὲ χέρι. Μέσον τῶν Ἀθανασίμων, καὶ Θανασίμων, τὸ νὰ κτυπήση μὲ ξύλον μικρόν· ἐγγὺς τῶν Θανασίμων, τὸ νὰ κτυπήσῃ μὲ ξύλον μεγάλον, ἢ μὲ μαχαίρι, ὄχι εἰς καίριον μέρος.

Θανάσιμον δέ, τὸ νὰ φονεύσῃ, καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ὁμοίως· ὅθεν, τὰ μὲν ἐγγύτερα τῶν συγγνωστῶν ἁμαρτήματα, ἐλαφρότερα κανονίζονται, τὰ δὲ ἐγγύτερα τῶν θανασίμων, βαρύτερον.

Περὶ τῶν τῆς ἐλλείψεως ἁμαρτιῶν. Ἁμαρτήματα δὲ τῆς ἐλλείψεως ὀνομάζονται ἐκεῖνα τὰ καλὰ ἔργα, ἢ λόγια, ἢ νοήματα, ὁποῦ ἐδύνατο τινὰς νὰ κάμῃ ἢ νὰ νοήσῃ, ὅμως ἀμέλησε καὶ δὲν τὰ ἔκαμεν, οὔτε τὰ εἶπεν, οὔτε τὰ ἐνόησε, τὰ ὁποῖα γεννῶνται, ὡς εἴπομεν, ἀπὸ τὴν θανάσιμον ἁμαρτίαν τῆς Ἀκηδίας. Ἠξεύρω πολλὰ καλά, ὅτι τὰ ἁμαρτήματα ταῦτα τῆς ἐλλείψεως, οἱ ἄνθρωποι δὲν τὰ γνωρίζουν πῶς εἶναι ὅλως ἁμαρτήματα· διότι ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, ὁποῦ στοχάζονται διὰ ἁμαρτίαν, ἂν δὲν ἔκαμαν τὴν τάδε ἐλεημοσύνην, ὁποῦ ἐδύναντο, καὶ εἶχον τὸν τρόπον νὰ κάμουν, ἢ ἐκείνην τὴν καλὴν συμβουλήν, ὁποῦ ἐδύναντο νὰ δώσουν εἰς τὸν πλησίον, ἢ νὰ κάμουν τὴν τόσην προσευχήν, ἢ ἄλλην ἀρετήν.

Ἀλλ’ ὅμως καὶ τοῦτο ἠξεύρω καλώτατα, ὅτι ὁ Θεὸς καὶ διὰ αὐτὰ ἔχει νὰ ζητήσῃ λογαριασμὸν ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως. Ποῖος μᾶς βεβαιώνει; Τὸ παράδειγμα τοῦ ὀκνηροῦ ἐκείνου δούλου, ὁποῦ εἶχε τὸ ἕνα τάλαντον καὶ τὸ ἔχωσεν ἐν τῇ γῆ, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη, ὄχι διατὶ ἔκαμε καμμίαν ἁμαρτίαν, ἢ ἀδικίαν εἰς αὐτὸ (διότι ἐκεῖνο ὁποῦ τοῦ ἐδόθη, ὁλόκληρον πάλιν τὸ ἐπέστρεψεν, ὡς λέγει ὁ μέγας Βασίλειος ἐν τῷ προοιμίῳ τῶν κατὰ πλάτος ὅρων)· ἀλλ’ ὅτι δυνάμενος νὰ τὸ αὐξήσῃ, ἀμέλησε καὶ δὲν τὸ αὔξησεν. Ἔδει, φησί, βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις, «κἀγὼ ἐλθών, ἐκομισάμην ἂν τὸ ἐμὸν σὺν τόκῳ». Μᾶς βεβαιώνει καὶ τὸ παράδειγμα τῶν πέντε μωρῶν παρθένων, αἱ ὁποῖαι κατεκρίθησαν ὄχι δι’ ἄλλο, ἀλλὰ διὰ μόνην τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἐλαίου.

Καὶ ἡ παράστασις τῶν ἐξ ἀριστερῶν ἐστώτων ἁμαρτωλῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ κατακριθοῦν, ὄχι διατὶ ἔκαμαν καμμίαν ἁμαρτίαν, ἀλλὰ διατὶ ἔλειψαν καὶ δὲν ἐλέησαν τὸν ἀδελφόν τους «Ἐπείνασα γάρ φησι, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με».

Καὶ ἡ αἰτία εἶναι, διατὶ ὁ Θεὸς ἔδωκεν εἰς τὸν ἄνθρωπον τὴν φυσικὴν δύναμιν, ὄχι διὰ νὰ τὴν ἀφίνῃ ἀργὴν καὶ ματαίαν, χωρὶς ἐνέργειαν καὶ καρπόν, καθὼς ἀφῆκεν ἀργὸν τὸ τάλαντον τοῦ Κυρίου ὁ ὀκνηρὸς δοῦλος ἐκεῖνος ὁποῦ εἴπομεν ἀνωτέρω, ἀλλὰ τοῦ τὴν ἔδωκε, διὰ νὰ τὴν βάλλῃ εἰς ἐνέργειαν, καὶ πρᾶξιν, καὶ αὔξησιν, ἐργαζόμενος μὲ αὐτὴν τὸ ἀγαθόν, καὶ τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου καὶ οὕτω δι’ αὐτῆς νὰ σωθῇ.

Διὰ τοῦτο εἶπε καὶ ὁ μέγας Βασίλειος «Πασῶν τῶν δοθεισῶν ἡμῖν ἐντολῶν παρὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὰς δυνάμεις παρ’ αὐτοῦ προειλήφαμεν, ἵνα μήτε δυσχεραίνομεν ὥς τι καινὸν παρ’ αὐτοῦ ἀπαιτούμενοι, μήτε ἐπαιρώμεθα, ὡς πλέον τι τοῦ δεδομένου συνεισφερόμενοι». Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Γρηγόριος ὁ Νύσσης, συμφώνως μὲ τὰ ἄνω εἰρημένα λέγει «Ὥσπερ τὸν μισθὸν λήψεται, καθώς φησιν ὁ Ἀπόστολος, κατὰ τὸν ἴδιον κόπον ἕκαστος, οὕτω πάντως καὶ τὴν τιμωρίαν, ἐπὶ τῇ τῶν κατὰ δύναμιν πόνων ὀλιγωρίᾳ.» Ἁμαρτήματα τῆς ἐλλείψεως λέγονται, καὶ ὅσα κακὰ ἐδύναντο καὶ εἶχον τὸν τρόπον νὰ ἐμποδίσουν τινές, λόγῳ ἢ ἔργῳ, καὶ δὲν τὰ ἐμπόδισαν· διὰ τοῦτο καὶ ἐπιτιμῶνται παρομοίως μὲ ἐκείνους, ὁποῦ τὰ κάμνουν, κατὰ τὸν κέ. Κανόνα τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ, τὸν οαʹ. τοῦ μεγάλου Βασιλείου καὶ τὸν κεʹ. τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ.

Πρὸς τούτοις πρέπει νὰ ἠξεύρῃς, Πνευματικέ, ὅτι οἱ βαθμοὶ τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἕως τέλους, εἶναι δώδεκα· πρῶτος βαθμὸς εἶναι, ὅταν κάμνῃ τινὰς τὸ καλόν, οὐχὶ δὲ καὶ καλῶς, ἀλλὰ σμίγει τὸ καλὸν μὲ τὸ κακόν. Τοῦτο δὲ γίνεται κατὰ τρόπους ἑπτά, ὡς λέγει ὁ μέγας Βασίλειος. ἢ παρὰ τόπον, ἢ παρὰ καιρόν, ἢ παρὰ πρόσωπον, ἢ παρὰ πρᾶγμα, ἢ παρὰ μέτρον, ἢ παρὰ τάξιν, ἢ παρὰ διάθεσιν καὶ σκοπὸν χάριν λόγου, ὅταν κάμνῃ τινὰς ἐλεημοσύνην, ἢ νηστείαν, ἢ ἄλλο καλόν, διὰ νὰ δοξασθῇ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.

Δεύτερος βαθμὸς εἶναι, ἢ τελεία ἀργία τοῦ καλοῦ. Τρίτος, ἡ προβολὴ τοῦ κακοῦ. Τέταρτος, ὁ συνδυασμός· Πέμπτος, ἡ πάλη. Ἕκτος, ἡ συγκατάθεσις. Ἕβδομος, ἡ κατὰ διάνοιαν ἁμαρτία, κατὰ τὸν Ἅγιον Μάξιμον· ὅταν δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος, ἀφ’ οὗ κάμῃ συγκατάθεσιν, σπουδάζῃ νὰ τυπώνῃ τὴν ἁμαρτίαν ἐκείνην εἰς τὸν νοῦν του, τόσον παστρικά, ὡσὰν καὶ νὰ τὴν κάμνῃ μὲ ἔργον. Ὄγδοος, αὐτὴ ἡ πρᾶξις καὶ κατ’ ἐνέργειαν ἁμαρτία. Ἔννατος, ἡ συνήθεια, καὶ τὸ νὰ κάμνῃ τινὰς τὴν ἁμαρτίαν συχνά. Δέκατος, ἡ ἕξις τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία μὲ βίαν καὶ δυναστείαν ἀναγκάζει τὸν ἄνθρωπον νὰ ἁμαρτάνῃ θέλοντα καὶ μὴ θέλοντα. Δέκατος πρῶτος, ἡ ἀπόγνωσις, ἤτοι ἀπελπισία.

Δέκατος δεύτερος, ἡ αὐτοκτονία ἤγουν τὸ νὰ θανατώνῃ ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτόν του, ἔχωντας τὸν νοῦν του ὑγιῆ, μὲ τὸ νὰ κυριευθῇ ἀπὸ τὴν ἀπόγνωσιν. Λοιπόν, ἐσὺ Πνευματικὲ Πάτερ, πρέπει νὰ ἐπιμελῆσαι μὲ κάθε τρόπον νὰ γυρίζῃς τὸν ἁμαρτωλὸν εἰς τοὺς ὀπίσω καὶ μικροτέρους βαθμοὺς τῆς ἁμαρτίας, καὶ νὰ τὸν ἐμποδίζῃς ἀπὸ τὸ νὰ προχωρῇ εἰς τοὺς ἔμπροσθεν καὶ μεγαλητέρους. Καὶ περισσότερον ἁπὸ ὅλα, πρέπει νὰ σπουδάζῃς νὰ τὸν ἀποκόπτῃς ἀπὸ τὴν ἀπόγνωσιν, κἂν καὶ εἰς ὅποιον μεγάλον βαθμὸν τῆς ἁμαρτίας εὑρίσκηται.