Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Ἐξομολογητάριον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Προφυλακτικά μέσα κατά της υποτροπής στην αμαρτία

Συμβουλές για τη διατήρηση της καθαρότητας μέσω της μνήμης των αμαρτιών, της συνεχούς εξομολόγησης, της μνήμης του θανάτου και της αδιάλειπτης προσευχής.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 14 από 16

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δʹ Πῶς νὰ προφυλάττεται μετὰ τὴν ἐξομολόγησιν ὁ ἁμαρτωλός. Ἀφοῦ δὲ ἐξομολογηθῇς, καὶ λάβῃς τὸν κανόνα σου ἀπὸ τὸν Πνευματικόν σου, διὰ νὰ προφυλάττεσαι νὰ μὴ μεταπίπτῃς πάλιν εἰς τὰς ἰδίας, ἢ ἄλλας ἁμαρτίας, μεταχειρίζου τὰ πέντε ταῦτα, ὡσὰν τόσα προφυλακτικὰ ἰατρικά.

Αʹ. Προφυλακτικὸν ἡ ἐνθύμησις τῶν ἁμαρτιῶν. Αʹ. Τὸ νὰ μὴ ἀλησμονήσῃς, ἀλλὰ νὰ ἐνθυμῆσαι πάντοτε τὰς ἁμαρτίας, ὁποῦ ἔπραξες. Ἔτζι σὲ προστάζει ὁ Θεός, διὰ τοῦ Ἡσαΐου· «Ἐγὼ εἰμὶ ὁ ἐξαλείφων τὰς ἀνομίας σου ἕνεκεν ἐμοῦ, καὶ τὰς ἁμαρτίας σου, καὶ οὐ μὴ μνησθήσομαι· σὺ δὲ μνήσθητι, καὶ κριθῶμεν».

Τοῦτο δὲ νὰ κάμνῃς, ἤγουν τὸ νὰ ἐνθυμῆσαι τὰς ἁμαρτίας σου, ὄχι διὰ νὰ βασανίζῃς τὸν λογισμόν σου, σοῦ λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ἀλλὰ διὰ νὰ παιδεύῃς τὴν ψυχήν σου νὰ μὴ σκιρτᾷ εἰς τὰ πάθη, καὶ νὰ μὴ πίπτῃ πάλιν εἰς τὰ ἴδια. Διὰ νὰ γνωρίζῃς μὲ τὴν ἐνθύμησιν τὴν μεγάλην χάριν, ὁποῦ ἔλαβες παρὰ Θεοῦ, τὸ νὰ σοῦ συγχωρήσῃ τόσας ἁμαρτίας. Καθὼς καὶ ὁ Παῦλος ἐνθυμεῖτο πάντοτε πῶς ἐδίωξε τὴν Ἐκκλησίαν, διὰ νὰ δείξῃ τὸ μέγεθος τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸν αὐτὸν Χρυσόστομον.

Διὰ νὰ συντρίβῃς τὴν καρδίαν σου, καὶ νὰ κατανύγῃς τὴν ψυχήν σου, κατὰ τὸν Χρυσόστομον λέγοντα· «Ἀνάμνησον τῶν ἁμαρτημάτων κατ’ εἶδος· οὐ μικρὰ αὕτη βάσανος ψυχῆς· εἴ τις ἐν κατανύξει γέγονεν, οἶδεν ὅτι μάλιστα πάντων ἡ ψυχὴ τούτῳ κολάζεται· εἴ τινι γέγονεν ἁμαρτημάτων μνήμη, οἶδε τὴν ἐντεῦθεν ὀδύνην».

Καὶ τελευταῖον. διὰ νὰ ταπεινόνεσαι, καὶ νὰ ἔχῃς τὸν ἑαυτόν σου ἀνάξιον καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς· λέγει γὰρ ὁ αὐτὸς χρυσοῦς Ῥήτωρ· «Οὐ γὰρ ἔστιν, οὐκ ἔστιν μικρὸν εἰς διόρθωσιν τὸ πάντα συναγαγόντα τὰ ἁμαρτήματα, κατ’ εἶδος αὐτὰ στρέφειν συνεχῶς καὶ ἀναλογίζεσθαι· ὁ γὰρ τοῦτο ποιῶν, οὕτω κατανυγήσεται, ὥσῃ μήτε τοῦ ζῇν ἄξιον ἑαυτὸν εἶναι νομίζειν· ὁ δὲ τοῦτο νομίζων, καιροῦ παντὸς ἁπαλώτερος ἔσται».

Ἕνας, ὁποῦ γλυτώσῃ ἀπὸ ἕνα μεγάλον κίνδυνον, ὅταν τὸν ἐνθυμῆται, τρέμει καὶ φοβεῖται, καὶ ὁ φόβος αὐτὸς τὸν κάμνει νὰ μὴ πέσῃ πάλιν εἰς τὸν ἴδιον κίνδυνον. Ἔτζι ὁ Δαυΐδ, καὶ μετὰ τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν του, τὰς ἐνθυμεῖτο πάντοτε, καὶ τὰς εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν του· διὸ καὶ ἔλεγε· «Καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστὶ διαπαντός».

Ἐὰν θέλῃς, σοῦ λέγει ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, νὰ γυρίσῃ ὁ Θεὸς τὸ πρόσωπόν του ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας σου, πρέπει σὺ νὰ τὰς ἔχῃς ἔμπροσθέν σου νὰ τὰς βλέπῃς καὶ νὰ τὰς θρηνῇς. Ἐὰν ἐσὺ γράφῃς καὶ ἐνθυμῆσαι τὰς ἁμαρτίας σου, σὲ βεβαιόνει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ὅτι ὁ Θεὸς θέλει τὰς ἐξαλείψει καὶ τὰς ἀλησμονήσει· ἐὰν δὲ σὺ τὰς ξεγράψῃς, καὶ τὰς ἀλησμονήσῃς, ὁ Θεὸς θέλει τὰς γράψει καὶ τὰς ἐνθυμεῖται· «Συνάγαγε πάντα (τὰ ἁμαρτήματα δηλαδή), καὶ ὡς ἐν βιβλίῳ γράφε· ἂν γὰρ σὺ γράψῃς, ὁ Θεὸς ἐξαλείφει· ὥσπερ οὖν, ἂν μὴ σὺ γράψῃς, ὁ Θεὸς καὶ ἐγγράφει, καὶ δίκην ἀπαιτεῖ· πολὺ τοίνυν βέλτιον παρ’ ἡμῶν αὐτὰ γραφῆναι, καὶ ἄνωθεν ἐξαλειφθῆναι, ἢ τοὐναντίον ἡμῶν ἐπιλανθανομένων, τὸν Θεὸν αὐτὰ πρὸ ὀφθαλμῶν ἐνεγκεῖν τῶν ἡμετέρων, κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην». Καὶ πάλιν αὐτὸς λέγει· «Οὐ γὰρ ἔστιν, οὐκ ἔστιν οὐδὲν ἕτερον φάρμακον τοιοῦτον πρὸς τὴν τῶν ἁμαρτημάτων ἀναίρεσιν, ὡς ἡ συνεχὴς αὐτῶν ἀνάμνησις, καὶ ἡ διηνεκὴς αὐτῶν κατηγορία». Ὅτι χρησίμως αἱ προφητεῖαι ἀσαφεῖς.

Σὲ συμβουλεύει ὅμως ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Ἀσκητής, ὅτι ὅταν ἐξομολογῆσαι εἰς τὸν Θεὸν τὰς ἁμαρτίας σου, νὰ τὰς ἐνθυμῆσαι ὄχι κατ’ εἶδος, φανταζόμενος τοὺς τρόπους καὶ τὰ πρόσωπα, μὲ τὰ ὁποῖα ἥμαρτες, ἢ διατί ὤντας ἀκόμη ἐμπαθὴς καὶ φιλήδονος, πάλιν τὰς ἐπιθυμεῖς καὶ σκοτίζεσαι ἢ καὶ διατί μετὰ λύπης ταύτας ἐνθυμούμενος κατ’ εἶδος πίπτεις εἰς ἀπόγνωσιν· μάλιστα τοῦτο πρέπει νὰ φυλάττῃς εἰς τὰς σαρκικὰς ἁμαρτίας, ὁποῦ ἔπραξες, τὸ νὰ μὴ ἐνθυμῆσαι τοὺς τρόπους καὶ τὰ πρόσωπα, μὲ τὰ ὁποῖα ἥμαρτες· διατί μολύνεσαι κατὰ διάνοιαν· μόνον νὰ ἐνθυμῆσαι ἁπλῶς, πῶς εἶσαι ἁμαρτωλός, καὶ πῶς ἔκαμες πολλὰς ἁμαρτίας, μὲ τὰς ὁποίας παρώργισας τὸν Θεόν.

Βʹ. Προφυλακτικὸν ἡ φυγὴ τῶν αἰτιῶν τῆς ἁμαρτίας. Βʹ. Προφυλακτικὸν μεταχειρίζου, τὸ νὰ φεύγῃς τὰ αἴτια τῆς ἁμαρτίας. ἐπειδὴ κατὰ τοὺς φιλοσοφικοὺς Κανόνας, τὰ αὐτὰ αἰτία κάμνουν πάντοτε καὶ τὰ αὐτὰ αἰτιατά, καὶ ἀποτελέσματα· ὅθεν εἶπεν ὁ μέγας Βασίλειος· «Τὸν ἅπαξ τινὰ μετανοήσαντα, τὴν αὐτὴν πάλιν ποιῆσαι ἁμαρτίαν, ἔλεγχός ἐστι τοῦ τὸ πρῶτον αἴτιον τῆς ἁμαρτίας ἐκείνης μὴ ἐκκαθάραι· ἀφ’ οὗ καθάπερ ἀπὸ ῥίζης τινὸς πάλιν ἀνάγκη τὰ ἶσα φύεσθαι». Φεῦγε λοιπόν, ἀδελφέ, τὰς κακὰς θεωρίας, τὰς κακὰς συνομιλίας καὶ συναναστροφὰς τῶν ἀτάκτων, καὶ μάλιστα φεῦγε τὰς συνομιλίας καὶ φιλίας τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἥμαρτες σαρκικῶς· διότι ἕνα ἀπὸ τὰ δύω, ἢ ἐσὺ πρέπει νὰ φύγῃς ἀπὸ αὐτά, ἢ αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ μακρύνῃς ἀπὸ λόγου σου, καὶ νὰ τὰ διώξῃς ἂν τὰ ἔχῃς εἰς τὸ σπῆτί σου, κᾂν δούλη εἶναι, κᾂν δοῦλος, καὶ ἁπλῶς, κᾂν ἐδικός σου, καὶ φίλος. Περὶ τούτων γὰρ εἶπεν ὁ Κύριος· «Εἰ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζοι σε, ἔξελε αὐτόν, καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόλλυται ἓν τῶν μελῶν σου, καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν».

Καὶ μὴ πιστεύσῃς ποτὲ εἰς τὸν ἑαυτόν σου, λέγωντας· ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ συναναστρέφωμαι μὲ τὰ βλάπτοντα πρόσωπα, καὶ νὰ μὴ βλάπτωμαι. Πεπλανημένος λογισμὸς εἶναι αὐτός, ἐπειδὴ εἶναι γεγραμμένον· «Μὴ πιστεύσῃς τῷ ἐχθρῷ σου εἰς τὸν αἰῶνα». Καὶ εἶναι γνώμη τινῶν Διδασκάλων, ὅτι ὁ σωφρονέστατος ἐκεῖνος Ἰωσήφ, ἂν δὲν ἔφευγεν ἀπὸ τὴν κάμαραν τῆς κυρίας του, βέβαια ἤθελε πέσει εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Ὅποιος φοβεῖται τὸν κίνδυνον, δὲν θέλει πέσει εἰς αὐτόν· ἀλλ’ ὅποιος τὸν ἀγαπᾷ ἐκεῖνος θέλει πέσει· «Ὁ ἀγαπῶν τὸν κίνδυνον, ἐν αὐτῷ ἐμπεσεῖται». Διὸ καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος λέγει· «Ὁ μὴ πόρρωθεν φεύγων τὰς ἁμαρτίας, ἀλλ’ ἐγγὺς αὐτῶν βαδίζων, μετὰ φόβου βιώσεται, καὶ πολλάκις εἰς αὐτὰς ἐμπεσεῖται».

Γʹ. Προφυλακτικὸν ἡ συνεχὴς Ἐξομολόγησις, πέντε καλὰ προξενοῦσα. Γʹ. Προφυλακτικὸν μεταχειρίζου, τὸ νὰ ἐξομολογῆσαι συνεχῶς, εἰς τρόπον ὅτι, ὄχι μόνον ὅταν πράξῃς κάθε θανάσιμον καὶ μεγάλον ἁμάρτημα, παρευθὺς νὰ τρέχῃς εἰς τὸν Πνευματικόν· ἀλλὰ καὶ ὅταν πράξῃς κάθε μικρὸν καὶ συγγνωστόν, ἂν ᾖναι δυνατόν. Διατί, καθὼς ᾑ πληγαῖς ὅταν φανερωθοῦν εἰς τὸν Ἰατρόν, δὲν αὐξάνουν, ἔτζι καὶ ᾑ ἁμαρτίαις ὅταν ἐξομολογῶνται, δὲν πηγαίνουν εἰς αὔξησιν, κατὰ τὸν τῆς Κλίμακος· «Μώλωπες θριαμβευόμενοι, οὐ προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, ἀλλ’ ἰαθήσονται». Τὰ λελέκια ἔχουν μίαν συνήθειαν, καὶ ὅπου τοὺς χαλοῦν τὰς φωλεάς τους, ἐκεῖ πλέον δὲν πηγαίνουν· ἔτζι καὶ οἱ δαίμονες ἀναχωροῦν ἀπὸ ἐκεῖνον ὁποῦ συχνὰ ἐξομολογεῖται· διατὶ μὲ τὴν συχνὴν ἐξομολόγησιν, χαλᾷ τὰς φωλεὰς καὶ τὰ δίκτυά του, καθὼς τὸ εἶπαν οἱ ἴδιοι δαίμονες εἰς ἕνα ἐνάρετον ἄνδρα· πῶς δηλαδὴ δὲν ἔχουν κἀμμίαν χώραν καὶ ἐξουσίαν εἰς ἕνα, ὁποῦ ἐξομολογεῖται συχνά. Πρὸς τούτοις εἶπον καὶ τοῦτο· πῶς ὅταν ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκεται ἀνεξομολόγητος, ἔχουν ὅλα τὰ μέλη του ὡσὰν δεμένα μὲ τὴν ἁμαρτίαν, καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ κινηθοῦν εἰς τὸ νὰ κάμῃ τὸ καλόν, καὶ ὅταν ἐξομολογηθῇ, παρευθὺς λύονται.

Καὶ διὰ τί ἄλλο ὁ Νεεμὰν ὁ Σύρος δὲν ἐλούσθη μίαν μόνην φορὰν εἰς τὸν Ἰορδάνην, ἀλλὰ ἑπτά; πάρεξ διὰ νὰ μᾶς διδάξῃ ὅλους μικροὺς καὶ μεγάλους, Πατριάρχας καὶ Ἀρχιερεῖς, Πνευματικούς, καὶ Ἱερεῖς νὰ ἐξομολογούμεθα ἑπτάκις, ἤτοι συνεχῶς καὶ πολλαῖς φοραῖς (ἐπειδὴ τὸ ἑπτὰ παρὰ τῇ θείᾳ Γραφῇ, ἀντὶ πολλὰ λαμβάνεται), καὶ νὰ λουώμεθα εἰς τὰ ὕδατα τῆς Μετανοίας, τῆς ὁποίας τύπον εἶχεν ὁ Ἰορδάνης, διότι εἰς αὑτὸν ἐβάπτιζεν ὁ Πρόδρομος· «Βάπτισμα μετανοίας τῷ λαῷ».

Διατὶ κοντὰ ὁποῦ ἐκνευρίζει τὴν δύναμιν τῶν Δαιμόνων ἡ συνεχὴς ἐξομολόγησις, ὡς εἴπομεν, προξενεῖ ἀκόμη καὶ ἄλλα πέντε καλὰ εἰς ἐκεῖνον, ὁποῦ ἐξομολογεῖται συνεχῶς.

Αʹ. Καλὸν τῆς συνεχοῦς Ἐξομολογήσεως. Πρῶτον, διατὶ καθὼς τὰ δένδρα, ὁποῦ μεταφυτεύονται συνεχῶς, δὲν ἠμποροῦν νὰ πιάσουν ῥίζας βαθέως εἰς τὴν γῆν· ἔτζι καὶ τὰς κακὰς συνηθείας καὶ ἕξεις τῆς ἁμαρτίας δὲν ἀφίνει ἡ συχνὴ ἐξομολόγησις νὰ πιάσουν ῥίζας βαθείας εἰς τὴν καρδίαν τοῦ συνεχῶς ἐξομολογουμένου· ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, καθὼς ἕνα παλαιὸν καὶ μεγάλον δένδρον δὲν ἠμπορεῖ νὰ κοπῇ μὲ μίαν βαρεματίαν· ἔτζι καὶ μίαν παλαιὰν κακὴν συνήθειαν, ἢ ἕξιν τῆς ἁμαρτίας, ἕνας μόνος πόνος τῆς καρδίας, καὶ αὐτὸς ἴσως ἀτελής, ὁποῦ ἔδειξεν ὁ μετανοῶν εἰς τὴν ἐξομολόγησιν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἐκριζώσῃ, καὶ νὰ τὴν ἐξαλείψῃ τελείως, ἀγκαλὰ καὶ ἡ ἁμαρτία του νὰ ἐσυγχωρήθη διὰ τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς τοῦ Πνευματικοῦ.

Βʹ. Καλὸν τῆς συνεχοῦς ἐξομολογήσεως. Δεύτερον, διατὶ ὅποιος συνεχῶς ἐξομολογεῖται, ἔχει μεγάλην εὐκολίαν εἰς τὸ νὰ ἐξετάζῃ μὲ ἀκρίβειαν τὴν συνείδησίν του, καὶ νὰ εὑρίσκῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἁμαρτιῶν του· ἐπειδὴ μὲ τὸ νὰ ἐξαλαφρώνεται συνεχῶς ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν του μὲ τὴν συχνὴν ἐξομόλησιν, μένουν πάντοτε αὐταὶ ὀλιγώτεραι. Διὰ τοῦτο καὶ εὐκολώτερα δύναται αὐτὸς νὰ τὰς εὑρίσκῃ, καὶ νὰ τὰς ἐνθυμᾶται. Ὁ δὲ μὴ συνεχῶς ἐξομολογούμενος, διὰ τὸ πολὺ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν, ὁποῦ συμμαζόνεται εἰς αὐτόν, οὔτε μὲ ἀκρίβειαν δύναται νὰ τὰς εὕρῃ, οὔτε νὰ τὰς ἐνθυμηθῇ, ἀλλὰ ἀλησμονεῖ πολλαῖς φοραῖς πολλὰς καὶ βαρείας ἁμαρτίας του, αἱ ὁποῖαι μὲ τὸ νὰ μένουν ἀνεξομολογήταις, ἀκολούθως μένουν καὶ ἀσυγχωρήταις.

Ὅθεν ὁ διάβολος ἔχει νὰ τοῦ τὰς ἐνθυμήσῃ ἐν τῇ ὥρᾳ τοῦ θανάτου του, καὶ τόσον θέλει τὸν στενοχωρήσει, ὁποῦ νὰ χύσῃ δι’ αὐτὰς ἕνα θανατηφόρον ἱδρῶτα, καὶ νὰ κλαύσῃ· ὁ ταλαίπωρος, ἀλλὰ χωρὶς κανένα διάφορον, διότι τότε πλέον δὲν δύναται νὰ τὰς ἐξομολογηθῇ.

Γʹ. Καλὸν τῆς συνεχοῦς Ἐξομολογήσεως. Τρίτον, διατὶ ὅποιος ἐξομολογεῖται συνεχῶς, κᾂν καὶ θανάσιμον ἁμαρτίαν πράξῃ ποτέ, εὐθὺς ὅμως ὁποῦ ἐξομολογηθῇ, ἐμβαίνει εἰς τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅσα καλὰ ἔργα κάμῃ, τοῦ γίνονται πλέον ἄξια ζωῆς αἰωνίου.

Ἐκεῖνος δὲ ὁποῦ δὲν ἐξομολογεῖται συνεχῶς, ἐάν, θετέον, πράξῃ καὶ αὐτὸς τὴν αὐτὴν θανάσιμον ἁμαρτίαν, καὶ δὲν τρέξῃ παρευθὺς νὰ τὴν ἐξομολογηθῇ, ἐν ὅσῳ καιρῷ εἶναι ἀνεξομολόγητος, ὄχι μόνον ὑστερεῖται τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅσα καλὰ ἔργα κάμῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ του, νηστείας, ἀγρυπνίας, γονυκλισίας, καὶ ἄλλα τοιαῦτα, δὲν τοῦ γίνονται ἄξια μισθοῦ καὶ ζωῆς αἰωνίου· διατὶ εἶναι ὑστερημένα ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ θεμέλιον ὅλων τῶν πρὸς σωτηρίαν ἔργων.

Δʹ. Καλὸν τῆς συνεχοῦς Ἐξομολογήσεως. Τέταρτον, διατὶ ἐκεῖνος, ὁποῦ συνεχῶς ἐξομολογεῖται, εἶναι πλέον βέβαιος νὰ τὸν εὕρῃ ὁ θάνατος εἰς τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, καὶ οὕτω νὰ σωθῇ. Καὶ ὁ διάβολος, ὁποῦ εἶναι πάντοτε συνειθισμένος νὰ πηγαίνῃ εἰς τοὺς θανάτους, ὄχι μόνον τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν Ἁγίων, ὡς λέγει ὁ μέγας Βασίλειος, καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ Κυρίου, κατὰ τὸ «Ἔρχεται ὁ τοῦ κόσμου τούτου ἄρχων, καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν»· καὶ ὁ διάβολος, λέγω, ὁποῦ πηγαίνει εἰς τοὺς θανάτους τῶν ἀνθρώπων, νὰ ἰδῇ ἂν εὕρῃ τίποτε, θέλει ὑπάγει καὶ εἰς αὐτόν, ἀλλὰ δὲν θέλει εὕρει τίποτε, διατὶ αὐτὸς ἐπρόλαβε, καὶ ἔχει καθαροὺς τοὺς λογαριασμούς, καὶ ἐξισωμένα τὰ κατάστιχά του διὰ τῆς συχνῆς ἐξομολογήσεως. Ὁ δὲ μὴ συνεχῶς ἐξομολογούμενος εἶναι πιθανώτατον, ὅτι θέλει ἀποθάνει ἀνεξομολόγητος, καὶ οὕτω νὰ ἀπολεσθῇ αἰωνίως, μὲ τὸ νὰ μεταπίπτῃ εὐκόλως εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ νὰ μὴ ἐξομολογῆται, καὶ μὲ τὸ νὰ εἶναι ὁ θάνατος ἄδηλος.

Εʹ. Καλὸν τῆς συνεχοῦς Ἐξομολογήσεως. Πέμπτον δὲ καὶ τελευταῖον καλὸν προξενεῖ ἡ συνέχεια τῆς ἐξομολογήσεως, τὸ νὰ ἐμποδίζῃ καὶ νὰ χαλινόνῃ τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν· διατὶ ὁ συνεχῶς ἐξομολογούμενος, ὅταν ἐνθυμηθῇ, πῶς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἔχει νὰ ἐξομολογηθῇ, ἂν ἔχῃ καὶ γνώμην νὰ ἁμαρτήσῃ, ἐμποδίζεται, συλλογιζόμενος τὴν ἐντροπήν, ὁποῦ ἔχει νὰ λάβῃ, ὅταν τὴν ἐξομολογηθῇ, καὶ τὸν ἐλεγμόν, ὁποῦ μέλλει νὰ ἀκούσῃ ἀπὸ τὸν Πνευματικόν.

Διὸ καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἔγραψεν· «Οὐδὲν οὕτω τοῖς δαίμοσι καὶ τοῖς διαλογισμοῖς ἰσχὺν καθ’ ἡμῶν δίδωσιν, ὡς τὸ τούτους ἀνεξαγορεύτους ἐν τῇ καρδίᾳ σιτίζεσθαι». Καὶ πάλιν· «Ψυχὴ τὴν ἐξαγόρευσιν ἐννοουμένη, ὡς ὑπὸ χαλινοῦ ὑπ’ αὐτῆς κατέχεται μὴ ἐξαμαρτάνειν· τὰ γὰρ ἀνεξαγόρευτα, ὡς ἐν σκότει λοιπὸν ἀδεῶς πράττομεν».

Ὅθεν ὁ αὐτὸς Ἅγιος λέγει διὰ τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ θαυμαστοῦ ἐκείνου Κοινοβίου, ὁποῦ περιγράφει, ὅτι εἶχον χαρτὶ κρεμάμενον ἀπὸ τὰς ζώνας των εἰς τὸ ὁποῖον ἔγραφον τοὺς λογισμούς των καθ’ ἡμέραν, καὶ τοὺς ἐξαγόρευον εἰς τὸν μέγαν ἐκεῖνον Ἡγούμενον.

Λοιπόν, ἀδελφέ μου ἁμαρτωλέ, ταῦτα μανθάνωντας, σύχναζε εἰς τὴν ἱερὰν Ἐξομολόγησιν· διατὶ ὅσον συχνὰ πηγαίνεις εἰς τὸ λουτρὸν αὐτό, τόσον περισσότερον καθαρίζεσαι· μὴ ἀναβάλλῃς τὸν καιρὸν λέγων· ἂς πράξω τοῦτο, καὶ ὕστερα πηγαίνω νὰ ἐξομολογηθῶ· διατὶ ὁ Θεός, ἂν καὶ πολλαῖς φοραῖς μακροθυμῇ, ἀλλὰ πάντοτε καὶ προφθάνει· «Μὴ εἴπῃς, ἥμαρτον, καὶ τί μοι ἐγένετο· ὁ γὰρ Κύριος ἐστὶ μακρόθυμος· ἔλεος γὰρ καὶ ὀργὴ παρ’ αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ ἁμαρτωλοὺς καταπαύσῃ ὁ θυμὸς αὐτοῦ».

Ἐνθυμοῦ πάντοτε τὸν Σαμψών, ὁ ὁποῖος, ἀγκαλὰ καὶ τρεῖς φοραῖς ἐδυνήθη νὰ σπάσῃ τὰ δεσμά, ὁποῦ τὸν εἶχον δεμένον οἱ ἀλλόφυλοι, ἀλλὰ τὴν τετάρτην φορὰν δὲν ἐδυνήθη πλέον νὰ τὰ σπάσῃ, καὶ νὰ γλυτώσῃ· «Ἐξελεύσομαι ὡς ἅπαξ, καὶ ἅπαξ, καὶ ἐκτιναχθήσομαι· καὶ αὐτὸς οὐκ ἔγνω ὅτι Κύριος ἀπέστη ἐπάνωθεν αὐτοῦ».

Ἔτζι καὶ σὺ ἀδελφέ, ἀγκαλὰ καὶ μίαν καὶ δύω καὶ τρεῖς φοραῖς ἁμαρτήσας, καὶ ἀργοπορήσας τὴν διόρθωσιν καὶ τὴν ἐξομολόγησιν, ὕστερον ἠξιώθης νὰ ἐξομολογηθῇς καὶ νὰ διορθωθῇς· ἀλλὰ εἰς τὴν τετάρτην, ἐάν, ἁμαρτήσας, ἀναβάλῃς τὸν καιρὸν τῆς ἐξομολογήσεως, ἴσως δὲν θέλῃς ἀξιωθῆ τούτου· ἀλλὰ θέλῃς ἀποθάνη ἀνεξομολόγητος καὶ ἀδιόρθωτος· τὸ ὁποῖον ἄμποτε νὰ μὴ γίνῃ ποτὲ εἰς κἀνένα Χριστιανόν.

Δʹ. Προφυλακτικὸν ἡ ἐνθύμησις τῶν ὑστερινῶν σου. Δʹ. Προφυλακτικὸν μεταχειρίζου, ἀδελφέ, τὸ νὰ ἐνθυμῆσαι τὰ ὑστερινά σου, ἤγουν τὸ νὰ μελετᾷς παντοτεινὰ τὸν θάνατόν σου, τὴν φοβερὰν κρίσιν τοῦ Θεοῦ, τὴν αἰώνιον κόλασιν; καὶ τὴν αἰώνιον ἀπόλαυσιν τοῦ Παραδείσου· διατὶ ἡ ἐνθύμησις καὶ ὁ φόβος τούτων τῶν τεσσάρων γίνεται εἰς τοῦ λόγου σου, ὡσὰν ἕνα δυνατὸν χαλινάρι, τὸ ὁποῖον δὲν σὲ ἀφίνει νὰ ἁμαρτήσῃς· καθὼς λέγει διὰ τοῦ Σειρὰχ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· «Μιμνήσκου, τὰ ἔσχατά σου, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα οὐ μὴ ἁμαρτήσῃς».

Ὅταν λοιπὸν ὁ πονηρὸς λογισμὸς καὶ ὁ διάβολος καὶ τὰ πάθη σὲ πολεμοῦν καὶ σὲ παρακινοῦν νὰ ἁμαρτήσῃς, Αʹ. βάλε ἔμπροσθέν σου τὸν θάνατον, καὶ συλλογίσου, πῶς αὐτὸ τὸ σῶμά σου, ὁποῦ τώρα ἐπιθυμεῖ νὰ πορνεύσῃ, ἢ νὰ φονεύσῃ, ἢ νὰ κλέψῃ, ἢ ἄλλην ἁμαρτίαν νὰ κάμῃ, αὐτὸ ἔχει νὰ ἀποθάνῃ, καὶ ἔχει νὰ χάσῃ τὴν εὐμορφίαν, τὴν ὑγείαν, τὴν παχύτητα, καὶ ὅλας του τὰς δυνάμεις, καὶ νὰ γένῃ νεκρόν, ἄμορφον, χωρὶς εἶδος, χωρὶς κάλλος χωρὶς πνοήν· Συλλογίσου, πῶς αὐτὸ ἔχει νὰ ἐνταφιασθῇ μέσα εἰς ἕνα σκοτεινότατον τάφον, καὶ ἐκεῖ νὰ διαλυθῇ, καὶ νὰ γένῃ φαγητὸν τῶν σκωλήκων, βρωμερόν, συγχαμερόν, σαπρία, καὶ κονιορτός. Ἐνθυμήσου πόσον φόβον, πόσον πόνον, πόσην ἀγωνίαν μέλλεις νὰ λάβῃς, ὅταν χωρίζεται ἡ ψυχή σου ἀπὸ τὸ σῶμά σου, ὅταν σὲ παραστέκωνται οἱ φοβεροὶ δαίμονες διὰ νὰ σὲ ἁρπάσουν, καὶ κἀνένας δὲν εὑρίσκεται διὰ νὰ σοὶ βοηθήσῃ.

Τοῦτο τὸ ἴδιον ἐνθυμήσου, πῶς ἔχει νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ εἰς ἐκεῖνο τὸ πρόσωπον, μὲ τὸ ὁποῖον ἐσὺ ἐπιθυμεῖς νὰ κάμῃς τὴν ἁμαρτίαν· διατί αὐτὸ τὸ σῶμα, ὁποῦ ἐσὺ τώρα τόσον ἀγαπᾷς καὶ ὀρέγεσαι, μετ’ ὀλίγον ἔχει νὰ κατασταθῇ μετὰ θάνατον, παρομοίως νεκρόν, ἄχαρον, συγχαμερόν, σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία.

Καὶ ἐπάνω εἰς ὅλα αὐτὰ ἐνθυμήσου, πῶς αὐτὸς ὁ θάνατος εἶναι τόσον αἰφνίδιος κλέπτης, εἰς τρόπον ὁποῦ δὲν ἠξεύρεις πότε ἔρχεται εἰς τοῦ λόγου σου. Ἐνδέχεται νὰ ἔλθῃ τούτην τὴν ἡμέραν, τούτην τὴν ὥραν, τούτην τὴν στιγμήν, καὶ σὺ ὁποῦ ἐξημερώθης καλά, νὰ μὴ φθάσῃς νὰ ἰδῇς τὴν ἑσπέραν· καὶ σὺ ὁποῦ ἔφθασες τὴν ἑσπέραν, νὰ μὴ φθάσῃς νὰ ἐξημερωθῇς, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος· «Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν, οὐδὲ τὴν ὥραν, ἐν ᾗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται».

Συμπέρανε λοιπόν, ἀδελφέ μου, ἀπὸ τοῦτα, καὶ εἰπὲ ἔτζι εἰς τὸν ἑαυτόν σου· Ἂν ἐγὼ ἔχω νὰ ἀποθάνω, καὶ ἴσως μὲ ἕνα αἰφνίδιον θάνατον, τί ἔχω νὰ γένω ὁ ταλαίπωρος; τί θέλει μὲ ὠφελήσει τότε, ἂν ἀπολαύσω ὅλας τοῦ κόσμου τὰς ἡδονάς; τί θέλω κερδήσει, ἂν κάμω τούτην τὴν ἁμαρτίαν; τί θέλει μοῦ μείνῃ, ἂν πράξω τοῦτο τὸ κακόν; ὕπαγε ὀπίσω μου Σατανᾶ, καὶ κακὲ λογισμέ· δὲν θέλω σοῦ ἀκούσει εἰς τὸ νὰ ἁμαρτήσω.

Βʹ. Ἐὰν θέλῃς νὰ μὴ ἁμαρτήσῃς, βάλε ἔμπροσθέν σου τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως, καὶ ἐνθυμήσου ὅλα ἐκεῖνα ὁποῦ ἔχουν νὰ γένουν τότε, ἤγουν, πῶς ὁ οὐρανὸς ἔχει νὰ τυλιχθῇ ὡς χαρτίον· πῶς οἱ ἀστέρες ἔχουν νὰ πέσουν ἀπὸ τὸν οὐρανόν· πῶς οἱ φωστῆρες ἔχουν νὰ σκοτισθοῦν· τὰ ὄρη καὶ βουνὰ νὰ ἀναλύσουν ὡσὰν τὸ κηρί· ἡ θάλασσα νὰ φρίξῃ καὶ νὰ ὀλιγοστεύσῃ· τὰ στοιχεῖα νὰ καοῦν, ἡ γῆ νὰ σεισθῇ, οἱ τάφοι νὰ ἀνοίξουν, καὶ νὰ ἀναστηθοῦν ὅλοι οἱ ἀπὸ Ἀδὰμ ἕως τῆς συντελείας ἄνθρωποι, διὰ νὰ παρασταθοῦν ἔμπροσθεν τοῦ φοβεροῦ Κριτοῦ· πῶς ἀπὸ τὸν φόβον τους ἔχουν νὰ σαλευθοῦν καὶ αὐτοὶ οἱ οὐράνιοι Ἄγγελοι· πῶς ἔχουν νὰ ἀνοιχθοῦν αἱ βίβλοι, καὶ πῶς ἔχει νὰ κριθῇ κάθε ἕνας, ἀποδίδοντας ἀκριβὸν λογαριασμὸν διὰ τὰ κακὰ ἔργα ὁποῦ ἔκαμε, διὰ τὰ κακὰ λόγια ὁποῦ ἐλάλησε, καὶ διὰ τοὺς κακοῦς λογισμούς, ὁποῦ ἐσυλλογίσθη.

Καὶ λοιπὸν ἁμαρτωλέ, εἰπὲ ἔτζι εἰς τὸν λογισμόν σου· Ἂν ἐγὼ ἁμαρτήσω τώρα, τί ἔχω νὰ κάμω τότε εἰς ἐκείνην τὴν φοβερὰν ἡμέραν καὶ ὥραν; τί ἀπολογίαν ἔχω νὰ δώσω διὰ τὴν ἁμαρτίαν ταύτην εἰς ἐκεῖνον τὸν ἀδέκαστον καὶ ἀπροσωπόληπτον Κριτήν; ἄχ! πόσον φόβον καὶ τρόμον ἔχω νὰ δοκιμάσω ὁ ἄθλιος. Ἀλλοίμονον! ἀλλοίμονον! Πῶς μέλλω νὰ βαστάσω, ὅταν ἀκούσω τὴν τρομερὰν ἐκείνην ἀπόφασιν; «Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ»· ἀλλοίμονον! ἀλλοίμονον! πόσην ἐντροπὴν μέλλω νὰ λάβω τότε, παραστέκωντας γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος ἔμπροσθεν εἰς ὅλον ἐκεῖνο τὸ παγκόσμιον συνάθροισμα, Ἀγγέλων, Ἁγίων, Δικαίων, ἁμαρτωλῶν, καὶ πάσης τῆς ἀνθρωπότητος.

Βέβαια ἐγὼ μὴ ἠμπορῶντας νὰ ὑποφέρω τὴν ἀκατανόητον ἐκείνην ἀτιμίαν καὶ ἐντροπήν, ἔχω νὰ λέγω εἰς τὰ ὄρη καὶ εἰς τὰ βουνὰ νὰ πέσουν νὰ μὲ καταπλακώσουν, διὰ νὰ μὴ φαίνωμαι εἰς τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ναί, διὰ νὰ γλυτώσω ἀπὸ τὴν ὀργὴν τοιούτου φοβεροῦ Κριτοῦ· «Καὶ λέγουσι τοῖς ὄρεσι καὶ ταῖς πέτραις· πέσετε ἐφ’ ἡμᾶς καὶ κρύψατε ἡμᾶς ἀπὸ προσώπου τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου, καὶ ἀπὸ τῆς ὀργῆς τοῦ ἀρνίου». Ὅθεν διὰ νὰ ἀποφύγω ὅλα ἐτοῦτα, ποτὲ δὲν θέλω πράξει τὴν ἁμαρτίαν.

Γʹ. Ἐὰν θέλῃς νὰ μὴ ἁμαρτήσῃς, ἀδελφέ μου, βάλε ἔμπροσθέν σου ὅλα τὰ φοβερὰ εἴδη τῆς κολάσεως, τὰ ὁποῖα ἐφεῦρεν ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ παιδεύσῃ τὴν ἁμαρτίαν, ἤγουν τὴν παντοτεινὴν στέρησιν τοῦ Θεοῦ, τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον, τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον, τὸν ἀκοίμητον σκώληκα, τὸν ψυχρότατον τάρταρον, τὸν κλαυθμὸν τὸν ἀπαρηγόρητον, τὸν βρυγμὸν τῶν ὀδόντων, καὶ τὰ ἐπίλοιπα ἀναρίθμητα καὶ διάφορα βασανιστήρια· καὶ ἐπάνω εἰς ὅλα, τὸ νὰ εὑρίσκεσαι παντοτεινὰ συντροφευμένος μὲ ἐκείνους τοὺς ἰδίους ἐχθρούς σου δαίμονας, τοὺς ὁποίους τόσον μισεῖς, διατὶ σοῦ ἐπροξένησαν ὅλα ταῦτα τὰ βάσανα· πρᾶγμα, ὁποῦ εἶναι χειρότερον ἀπὸ τὰ ἄλλα εἴδη τῆς κολάσεως, κατὰ τὸν Ἅγιον Μάξιμον· λέγει γὰρ οὗτος ἐν τῷ παραινετικῷ Λόγῳ πρὸς Γεώργιον τὸν Ἔπαρχον τῆς Ἀφρικῆς ταῦτα· «Καὶ τὸ δὴ πάντων ἐλεεινότερον, ἢ βαρύτερον εἰπεῖν ἀληθέστερον, ὃ καὶ λέγων μόνον ὀδυνῶμαι, πόσῳ γε μᾶλλον πάσχων· (Ἰλάσθητι Χριστέ, καὶ σῶσον ἡμᾶς ταύτης τῆς ὀδύνης) ὁ τοῦ Θεοῦ, καὶ τῶν Ἁγίων αὐτοῦ Δυνάμεων χωρισμός, καὶ ἡ πρὸς τὸν Διάβολον, καὶ τοὺς πονηροὺς Δαίμονας οἰκείωσις εἰς ἀεὶ διαμένουσα. ... Καὶ ἔστι πάσης κολάσεως κολαστικώτερόν τε καὶ δεινότερον τὸ διαπαντὸς συνεῖναι τοῖς μισοῦσι καὶ μισουμένοις».

Ἔπειτα ἐνθυμήσου πῶς αὐτὰ ὅλα τὰ βάσανα ἔχουν νὰ παιδεύουν τοὺς ἁμαρτωλούς, ὄχι εἰς ἑκατὸν χιλιάδας χρόνους, ὄχι εἰς χίλια μιλιούνια, ἀλλ’ εἰς αἰῶνας αἰώνων, χωρὶς νὰ ἦναι ἐλπίς, ὅτι ἔχουν νὰ λάβουν τέλος ποτὲ ποτέ.

Καὶ λοιπὸν εἰπὲ ἔτζι εἰς τὸν ἑαυτόν σου. Ἐὰν ἐγὼ δὲν ὑποφέρω τὸν πόνον ἑνὸς κοκκάλου ἐδικοῦ μου, ὅταν εὔγῃ ἀπὸ τὸν τόπον του, πῶς θέλω ὑποφέρει ὁ ἄθλιος, νὰ ἦμαι παντοτεινὰ μεμακρυσμένος ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅπου εἶναι τὸ κέντρον τοῦ εἶναί μου; Ἂν ἐγὼ δὲν ὑποφέρω νὰ βαλθῶ μέσα εἰς ἕνα φοῦρνον μίαν μοναχὴν ὥραν, ἂν καὶ ἤθελα νὰ ἀπολαύσω πρὸ τοῦ, ὅλας τὰς ἡδονὰς τοῦ κόσμου, πῶς θέλω ὑποφέρει νὰ εὑρίσκωμαι παντοτεινὰ εἰς τὴν κάμινον ἐκείνην τοῦ ἀσβέστου πυρός;

Κατηραμένη νὰ ἦσαι ἁμαρτία, ὁποῦ μὲ ἐνοχλεῖς· ὄχι· δὲν θέλω σὲ πράξει, καὶ διὰ μίαν ὀλίγην ἡδονήν σου νὰ ἀγοράσω μίαν αἰωνιότητα βασάνων, καὶ νὰ κλαίω ὡσὰν ἀνόητος ἀπαρηγόρητα, καθὼς ἐκεῖνος ὁ Ἰωνάθαν· «Γευσάμενος ἐγευσάμην ἐν ἄκρῳ τῷ σκήπτρῳ τῷ ἐν τῇ χειρί μου βραχὺ μέλι, καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποθνήσκω».

Δʹ. Ἐὰν θέλῃς, ἀδελφὲ νὰ μὴ ἁμαρτήσῃς, ἐνθυμήσου ὅλο ἐκεῖνα τὰ αἰώνια, καὶ ἀνεκλάλητα ἀγαθά, ὁποῦ σοῦ ἔχῃ ὁ Θεὸς ἑτοιμασμένα εἰς τοὺς οὐρανούς, διὰ νὰ τὰ ἀπολαύσῃς μετὰ θάνατον. Ἐντύπωσε καλὰ εἰς τὴν φαντασίαν σου τὴν τρυφὴν ἐκείνην τὴν γλυκυτάτην τοῦ Παραδείσου, τὴν ἄρρητον δόξαν τοῦ οὐρανοῦ, τὴν παντοτεινὴν χαράν, τὸ ἀνέσπερον καὶ ἀβασίλευτον φῶς, τὴν μακαρίαν θεωρίαν, καὶ γνῶσιν τοῦ Θεοῦ, ἥτις εἶναι τὸ ἄκρον ἀντικείμενον, καὶ ἡ κυρίως ἀπόλαυσις ὅλων τῶν Μακαρίων. Ἐνθυμήσου τὴν ἀχώριστον συναναστροφήν, ὁποῦ θέλεις ἔχει μὲ ὅλους τοὺς Ἀγγέλους εἰς αἰῶνας, αἰώνων· τὸν γνωρισμὸν καὶ τὴν συνομιλίαν, ὁποῦ μέλλεις νὰ ἀπολαμβάνῃς εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, μὲ τοὺς Προπάτορας, μὲ τοὺς Προφήτας, μὲ τοὺς Ἀποστόλους, μὲ τοὺς Μάρτυρας, μὲ τοὺς Ἱεράρχας, μὲ τοὺς Ὁσίους, καὶ μὲ ὅλους ἁπλῶς τοὺς Δικαίους, καὶ Ἁγίους· Συλλογίσου, ὅτι ἐκεῖ ἡ χαρὰ εἶναι μοναχὴ χαρά, χωρὶς λύπην· ἐκεῖ ἡ ζωή, εἶναι μοναχὴ ζωή, χωρὶς θάνατον· ἐκεῖ τὸ φῶς εἶναι χωρὶς σκότος, ἡ ὑγεία χωρὶς ἀσθένειαν, ἡ εἰρήνη χωρὶς ταραχήν, καὶ ἁπλῶς ἐκεῖ εἶναι ὅλα τὰ ἀγαθά, καὶ μόνον ἀγαθά, χωρὶς κἀνένα κακόν. Καὶ ποῦ ἠμπορῶ ἐγώ, ἀδελφέ, νὰ σοῦ παραστήσω διὰ λόγου ἕνα πρὸς ἕνα, τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ τοῦ Παραδείσου, ὁποῦ ἔχεις νὰ ἀπολαύσῃς; ἐκεῖνα εἶναι, ὄχι μόνον ἀνεκδιήγητα, ἀλλὰ καὶ ἀκατάληπτα εἰς τὸν νοῦν.

Αὐτὰ ὅλα λοιπὸν τὰ καλὰ μέλλεις νὰ ἀπολαύσῃς, ἀγαπητέ, ὄχι μόνον μὲ τὸν νοῦν καὶ τὴν ψυχήν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰς αἰσθήσεις, καὶ μὲ τὸ σῶμά σου· ὅθεν ὅταν ὁ κακὸς λογισμὸς σοῦ λέγῃ νὰ κάμῃς κἀμμίαν ἁμαρτίαν, γύρισε μίαν φορὰν καὶ ἰδὲ τὸν οὐρανὸν μὲ ὅλα τὰ κάλλη του· ἔπειτα βλέπωντάς τον, εἰπὲ ἔτζι εἰς τὸν ἑαυτόν σου. Ἰδοὺ ἡ γλυκυτάτη Πατρίς μου, ἰδοὺ ἡ αἰωνία κατοικία μου· ἐδῶ ἔχω νὰ ἀπολαμβάνω ἕνα παντοτεινὸν Παράδεισον, καὶ διατὶ νὰ τὸν ὑστερηθῶ διὰ μίαν πρόσκαιρον ἡδονήν; ἐδῶ ἐγὼ ἔχω νὰ γένω υἱὸς καὶ κληρονόμος Θεοῦ, καὶ συγκληρονόμος Χριστοῦ, καθὼς λέγει ὁ Παῦλος· «Εἰ δὲ τέκνα καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ».

Ἐδὼ ἐγὼ ἔχω νὰ βασιλεύω μίαν βασιλείαν αἰώνιον· «Καὶ βασιλεύσουσιν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Καὶ λοιπὸν διατὶ νὰ ἁμαρτήσω, καὶ νὰ γένω υἱὸς τοῦ διαβόλου, καὶ κληρονόμος μιᾶς ἀτελευτήτου κολάσεως; ἐτούτη ἡ ψυχή, ὁποῦ ἔχω, εἶναι νύμφη τοῦ οὐρανίου Βασιλέως, καὶ ἐδῶ ἔχει νὰ λάμπῃ ὡσὰν ὁ ἥλιος μὲ τὴν δόξαν τοῦ ἀθανάτου Πατρός της, καθὼς εἶναι γεγραμμένον· «Τότε οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Πατρὸς αὐτῶν»· καὶ πῶς ἐγὼ νὰ τὴν φθείρω μὲ τὴν ἁμαρτίαν, καὶ νὰ τὴν κάμω σκοτεινὸν δαυλὸν τῆς γεέννης; Ἐτοῦτο τὸ σῶμά μου ἐδῶ μέλλει νὰ συνδοξασθῇ μὲ τὴν ψυχήν μου, καὶ νὰ γένῃ σύμμορφον μὲ τὸ δεδοξασμένον σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὡς λέγει ὁ Παῦλος· «Ὃς μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ». Καὶ λοιπόν, πῶς ἐγὼ νὰ τολμήσω νὰ τὸ μολύνω μὲ τὴν λάσπην καὶ τὸν βοῦρκον τῆς ἁμαρτίας;

ἐτούταις μου ᾑ αἴσθησες ἐδῶ ἔχουν νὰ ἀπολαμβάνουν αἰωνίως, κάθε μία κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς φύσεώς της, τὸ κάλλος καὶ τὴν μακαριότητα τοῦ Παραδείσου· οἱ ὀφθαλμοί μου ἐδῶ ἔχουν νὰ βλέπουν παντοτεινὰ τὸ φῶς, καὶ τὴν δόξαν τῆς Τρισηλίου Θεότητος· «Χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τὴν δόξαν σου»· τὰ αὐτία μου ἐδῶ ἔχουν νὰ ἀκούουν αἰωνίως τὰς γλυκυτάτας ψαλμῳδίας τῶν Ἀγγέλων, καὶ τῶν Ἁγίων· «Καὶ ἤκουσα φωνὴν ὄχλου πολλοῦ μεγάλην ἐν τῷ οὐρανῷ, λέγοντος, Ἀλληλούϊα»· τὸ στόμα καὶ ἡ γλῶσσά μου ἐδῶ ἔχουν νὰ δοξολογοῦν διαπαντὸς τὸν Θεόν· «Μακάριοι οἱ κατοικοῦντες ἐν τῷ οἴκῳ σου, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων αἰνέσουσί σε»· αἱ χεῖρές μου ἐδῶ ἔχουν νὰ ὑψόνωνται πάντοτε εἰς τὸν Θεόν, καὶ οἱ πόδες μου μέλλουν νὰ πατοῦν ἐπάνω εἰς τὰς χρυσᾶς πεδιάδας τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ· καὶ ἁπλῶς, ὅλα μου τὰ μέλη ἐδῶ ἔχουν νὰ δοξασθοῦν αἰωνίως.

Ὅθεν, πῶς νὰ μολύνω ἐγὼ τοὺς ὀφθαλμούς μου μὲ θεωρίας αἰσχράς; πῶς τὰ αὐτία μου, μὲ λόγια σατανικά; πῶς τὸ στόμα μου, μὲ ὕβρεις καὶ λοιδορίας; πῶς τὰς χεῖράς μου, μὲ ἁρπαγὰς καὶ ἀδικίας; πῶς τοὺς πόδας μου, μὲ τὰς στράτας τῆς ἁμαρτίας; ἢ πῶς νὰ κάμω μέλη πόρνης, τὰ ἅγια μέλη μου; «Ἄρα οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο»· Ὕπαγε λοιπὸν ὀπίσω μου Σατανᾶ, καὶ κακὲ λογισμέ, δὲν θέλω σοῦ ὑπακούσει, καὶ νὰ ἁμαρτήσω.

Εʹ. Προφυλακτικὸν ἡ γνῶσις τῆς ἁμαρτίας. Εʹ. Προφυλακτικὸν μεταχειρίζου, ἀδελφέ, τὸ νὰ γνωρίσῃς καλά, τί κακὸν πρᾶγμα εἶναι ἡ ἁμαρτία, καὶ μάλιστα ἡ θανάσιμος· ἐπειδὴ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι διὰ τοῦτο κάμνουν τὴν ἁμαρτίαν, διατὶ δὲν ἠξεύρουν πόσον μεγάλον κακὸν εἶναι. Διὸ καὶ εἰς πολλὰ μέρη τῆς θείας Γραφῆς οἱ ἁμαρτωλοὶ ὀνομάζονται ἄφρονες καὶ ἄγνωστοι. Ὅθεν ἡμεῖς ἐδῶ θέλομεν σοῦ δώσει νὰ γνωρίσῃς τὴν κακίαν τῆς ἁμαρτίας, ὄχι μὲ ὅλην τὴν τελειότητα, διατὶ κἀνένας νοῦς δὲν δύναται νὰ τὴν καταλάβῃ τελείως· «Παραπτώματα τίς συνήσει» ἀλλὰ μόνον ὅσον εἶναι δυνατόν· αʹ. ἀπὸ αὐτὴν καθ’ αὑτὴν τὴν ἁμαρτίαν· βʹ. ἀπὸ τὰς περιστάσεις της· καὶ γʹ. ἀπὸ τὴν παιδείαν, ὁποῦ ἔλαβε παρὰ Θεοῦ.

Αʹ. Ἡ γνῶσις τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ αὐτὴν καθ’ ἑαυτήν Καὶ λοιπὸν διὰ νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ αʹ. ἡ ἁμαρτία αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν εἶναι ἕνα κακὸν ἄπειρον, διατί εἶναι μία ὕβρις εἰς τὸν ἄπειρον Θεόν, καὶ μία καταφρόνησις τῆς ἀπείρου του μεγαλειότητος· ἐπειδὴ ὅταν, θετέον, ἐσὺ ἔχῃς νὰ κάμῃς φόνον, ἢ πορνείαν, ἢ κλεψίαν, ἢ ἄλλην τινὰ ἁμαρτίαν, λογίασαι πῶς ὁ Θεὸς στέκεται ἀπὸ τὸ ἕνα σου μέρος, καὶ ὁ διάβολος, ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ὁ Θεὸς σοῦ λέγει· Ἄνθρωπε μὴ κάμῃς τὴν ἁμαρτίαν αὐτήν, διατὶ εἶναι πρᾶγμα ἐναντίον εἰς τὸν νόμον μου· διατί, ἂν δὲν τὴν κάμῃς, ἔχεις νὰ κερδήσῃς ἕνα αἰώνιον Παράδεισον· καὶ ἂν τὴν κάμῃς, ἔχεις νὰ κερδήσῃς μίαν αἰώνιον κόλασιν. Ὁ διάβολος πάλιν σοῦ λέγει· Κάμε τὴν ἁμαρτίαν αὐτήν, καὶ μὴ στοχασθῇς μήτε τὴν ὕβριν, ὁποῦ αὐτὴ προξενεῖ εἰς τὸν Θεόν, μήτε τὴν τιμωρίαν, ὁποῦ ἔχεις νὰ λάβῃς ὕστερον.

Σὺ λοιπὸν ἂν ἀκούσῃς τοῦ διαβόλου, καὶ πράξῃς τὴν ἁμαρτίαν αὐτήν, τί κάμνεις; ὑβρίζεις τὸν Θεόν, καταφρονεῖς τὸν νόμον του, ἐξουθενεῖς τὴν μεγαλειότητά του, καὶ ἂν ὄχι μὲ τὸν λόγον, ὅμως μὲ τὸ ἔργον φαίνεται πῶς τοῦ λέγεις ἐκεῖνα τὰ τοῦ Ἰώβ· «Λέγει δὲ Κυρίῳ· ἀπόστα ἀπ’ ἐμοῦ, ὁδούς σου εἰδέναι οὐ βούλομαι»· ἐγὼ δὲν φροντίζω διὰ ἐσέ, ἐγὼ δὲν θέλω τὸν Παράδεισόν σου, δὲν ψηφῶ τὴν κόλασίν σου, δὲν φοβοῦμαι τὴν ὀργήν σου, δὲν σὲ ἠξεύρω διὰ αὐθέντην ἐδικόν μου· διὰ τοῦτο δὲν θέλω νὰ ἀκούσω τὴν φωνὴν καὶ τὴν προσταγήν σου· ὁμοιούμενος καὶ σὺ μὲ τὸν σκληροτράχηλον Φαραώ, ὁποῦ ἔλεγε· «Τίς ἐστιν οὗ εἰσακούσομαι τῆς φωνῆς αὐτοῦ; οὐκ οἶδα τὸν Κύριον».

Ὅθεν τοιουτοτρόπως σὺ ὑβρίζωντας, καὶ καταφρονῶντας τὸν Θεόν, ἁμαρτάνεις ἐν πᾶσι, καθὼς εἶναι γεγραμμένον εἰς τὴν αἴνεσιν τῶν τριῶν Παίδων· «Ἐξημάρτομεν ἐν πᾶσι»· διατὶ τὸν καταφρονεῖς ὡς Νομοθέτην, μὴ θέλωντας νὰ φυλάξῃς τὸν νόμον του· τὸν καταφρονεῖς ὡς Δεσπότην, μὴ ὑποτασσόμενος εἰς τὴν ἐξουσίαν του· τὸν καταφρονεῖς ὡς Δημιουργόν, γυρίζωντας κατ’ ἐπάνω του τὸ εἶναί σου, τὸν νοῦν σου, τὸ αὐτεξούσιόν σου, καὶ πάντα ὅσα ἔλαβες ἀπὸ αὐτόν. Ἁμαρτάνεις ἐν πᾶσι· διατὶ τὸν καταφρονεῖς ὡς ἔσχατον τέλος, μὴ φροντίζωντας διὰ τὴν μακαριότητα, ὁποῦ σοῦ ὑπεσχέθη· τὸν καταφρονεῖς ὡς Λυτρωτήν, μὴ στοχαζόμενος τὸ αἷμα ὁποῦ ἔχυσε, καὶ τὸν ἐπώδυνον θάνατον ὁποῦ ἐδοκίμασε διὰ λόγου σου· τὸν καταφρονεῖς ὡς Κριτήν, μὴ φοβούμενος τὴν φρικτήν του ἀπόφασιν, οὔτε τὸν θυμόν του, οὔτε τὰς κολάσεις του· τὸν καταφρονεῖς ὡς Φίλον, μὴ θέλωντας τὴν φιλίαν του, μηδὲ τὴν χάριν του· τὸν καταφρονεῖς ὡς Πατέρα, ἀποστρεφόμενος τὴν κληρονομίαν καὶ τὸ ἀξίωμα τῆς υἱοθεσίας του.

Ἁμαρτάνεις ἐν πᾶσι· διατὶ καταφρονεῖς τὴν εὐσπλαγχνίαν του, μεταχειριζόμενος αὐτὴν ἓν ὄργανον διὰ νὰ ἁμαρτάνῃς ἀχαλίνωτα· καταφρονεῖς τὴν ἀγαθότητά του, κάμνωντάς την νὰ ὑποφέρῃ ἐσένα τὸν ἀποστάτην, καὶ νὰ σὲ ὑπηρετῇ εἰς τὰς πράξεις ἐκείνας, ὁποῦ αὐτὴ ἐμποδίζει· καταφρονεῖς τὴν δικαιοσύνην του, μὴ συλλογιζόμενος τὰς οἰκουμενικὰς παιδείας, ὁποῦ αὐτὴ ἔδωκεν εἰς τόσους καὶ τόσους παρανόμους ὡσὰν καὶ ἐσέ· καταφρονεῖς τὴν πρόνοιάν του, χαλῶντας τὴν τάξιν καὶ τὸ τέλος, διὰ τὸ ὁποῖον αὐτὴ σὲ ἐδιάταξε· καταφρονεῖς τὴν αἰωνιότητά του, κάμνωντας τὴν ἁμαρτίαν, ἡ ὁποία, ἂν ἦτο τρόπος νὰ φθαρῇ τὸ εἶναι τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅλον τὸ μεγαλεῖον, καὶ ἡ δόξα, καὶ ἡ ζωή, καὶ ἡ βασιλεία, ἤθελε τὰ διαφθείρῃ ὅλα αὕτη ἡ ἁμαρτία σου.

Καὶ διὰ νὰ εἰπῶ μὲ συντομίαν, ἁμαρτάνεις ἐν πᾶσι· διατὶ καταφρονεῖς ὅλα τὰ ἄλλα τελειότατα, παγκάλλιστα, καὶ ἄπειρα ἰδιώματα τοῦ Θεοῦ, καὶ μεταχειρίζεσαι ὅλα τὰ καλὰ τῆς φύσεως, καὶ ὅλα τὰ καλὰ τῆς θείας του χάριτος, ὡσὰν τόσα ἅρματα νὰ πολεμῇς αὐτὸν τὸν ἴδιον, ὁποῦ σοῦ τὰ ἔδωκεν· Ὢ ὕβρις ἀκατανόητος! ὢ καταφρόνησις ἄπειρος!

Ὥστε, ὅσον ἀπείραις εἶναι ᾑ τελειοτήταις, καὶ τὰς ἰδιώματα τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅσα εἶναι τὰ χαρίσματα τὰ φυσικά, τὰ ὑπερφυσικά, τὰ κοινά, τὰ μερικά, τὰ κρυφά, τὰ φανερά, τὰ ὁποῖα ἐχάρισεν ὁ Θεὸς εἰς ἐσένα τὸν ἄνθρωπον, τόσον ἄπειρος εἶναι ἡ κακία τῆς ἁμαρτίας σου, ἄνθρωπε, ἡ ὁποία καταφρονεῖ καὶ ἐνυβρίζει ταῦτα πάντα.

Ὅτι δὲ αὐτὰ δὲν εἶναι ἁπλοὶ στοχασμοὶ ἀλλὰ ἀλήθειαι ἀναντίῤῥητοι, μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος Θεός, ποτὲ μὲν παραπονούμενος καὶ λέγωντας διὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, ὅτι παρέβηκαν τὸν νόμον του, καὶ τὸν κατεφρόνησαν· «Αὐτοὶ δὲ ὡς ἄνθρωπος παραβαίνων διαθήκην· ἐκεῖ καταφρόνησέ μου»· ποτὲ δέ, ὅτι ἐγέννησε καὶ ἀνέθρεψε τοὺς ὑβριστάς του· «Υἱοὺς ἐγέννησα καὶ ὕψωσα, αὐτοὶ δέ με ἠθέτησαν»· ποτὲ δὲ ὅτι αὐτὸς μὲν τοὺς ἀγαπᾷ, ὡσὰν ἕνας ἐραστής, αὐτοὶ δὲ τὸν καταφρονοῦν καὶ τὸν ἀποστρέφονται· «Ὡς ἀθετεῖ γυνὴ εἰς τὸν συνόντα αὐτῇ, οὕτως ἠθέτησεν εἰς ἐμὲ οἶκος Ἰσραήλ»· καὶ ποτέ, ὅτι ὁ θυμός τους καὶ ἡ ὑπερηφάνειά τους ἀντιστέκεται εἰς αὐτόν· «Ὁ θυμός σου, ὃν ἐθυμώθης, καὶ ἡ πικρία σου ἀνέβη πρός με».

Μαρτυρεῖ ταῦτα καὶ ὁ θεῖος Παῦλος φωνάζωντας, ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ καταφρονοῦν τὴν ἀγαθότητα καὶ μακροθυμίαν τοῦ Θεοῦ· «Ἢ τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος αὐτοῦ, καὶ τῆς ἀνοχῆς, καὶ τῆς μακροθυμίας καταφρονεῖς»· ὅτι αὐτοὶ καταπατοῦν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὅτι βεβηλώνουν τὸ αἷμά του, καὶ ὅτι ὑβρίζουν τὴν χάριν του· «Ὁ τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, καταπατήσας, καὶ τὸ αἷμα τῆς διαθήκης κοινὸν ἡγησάμενος, καὶ τὸ πνεῦμα τῆς χάριτος ἐνυβρίσας».

Ὅλα αὐτά, ἀδελφέ μου, εἶναι λόγια ζωντανά, μὲ τὰ ὁποῖα ἀποδείχνεται, πόσον ὁ Θεὸς βλάπτεται καὶ ὑβρίζεται ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, καὶ μάλιστα τὴν θανάσιμον· καὶ πόσον ἀληθέστατον εἶναι τὸ ἀπόφθεγμα ἐκεῖνο, ὁποῦ εἶπε μία παρθένος, δηλαδὴ ὅτι ἐὰν καθ’ ὑπόθεσιν ἦτον ἔμπροσθέν της ἕνα πέλαγος ἀπὸ φωτίαν, καὶ εἰς τὸν λιμένα τούτου νὰ ἐστέκετο μία ἁμαρτία θανάσιμος, ἐπροτίμα καλήτερα νὰ πέσῃ αὐτὴ εἰς ἐκεῖνο τὸ πύρινον πέλαγος, παρὰ νὰ πέσῃ εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἁμαρτίας.

Θέλεις νὰ καταλάβῃς ἁμαρτωλέ, τὴν ἄπειρον ὕβριν, ὁποῦ προξενεῖ ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν Θεόν; κατάλαβέ την ἀπὸ τὴν ἄπειρον πληρωμήν, ὁποῦ ἔδωκε δι’ αὐτὴν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, μὲ τόσα πάθη, καὶ μὲ τόσον ἐπονείδιστον θάνατον· διατὶ ἀνίσως, θετέον, βάλῃς εἰς τὸ ἕνα μέρος τῆς ζυγαρίας τὴν θανάσιμον ἁμαρτίαν, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος νὰ βάλῃς ὅλην τὴν ἀγάπην τῶν Ἀγγέλων, ὅλας τὰς ἀξιομισθίας τῆς Βασιλίσσης τῶν Ἀγγέλων καὶ Θεοτόκου, ὅλα τὰ αἵματα τῶν Μαρτύρων, ὅλα τὰ δάκρυα, καὶ τοὺς κόπους, καὶ τὰς νηστείας τῶν Ἀσκητῶν, καὶ ἁπλῶς, ὅλα τὰ καλὰ ἔργα τῶν Ἁγίων, ταῦτα πάντα ὁμοῦ συμμαζωμένα δὲν βαρύνουν τόσον, ὅσον βαρύνει μία θανάσιμος ἁμαρτία.

Τί λέγω. Ἂν ὁ Θεὸς ἤθελε δημιουργήσῃ τόσους ἄλλους κόσμους, ὅσα εἶναι τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἤθελε τοὺς γεμίσῃ ὅλους ἀπὸ ἁγίους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἰς χιλίους χρόνους τῆς ζωῆς των ἄλλο νὰ μὴ ἤθελαν κάμνει, παρὰ νὰ κλαίουν καὶ νὰ παρακαλοῦν, ὅλα ταῦτα τὰ καλά τους δὲν ἐδύναντο νὰ ἰσοζυγιασθοῦν μὲ μίαν μικροτέραν θανάσιμον ἁμαρτίαν· ἀλλ’ ἤθελαν φαίνωνται, ὡσὰν νὰ ἤθελες βάλει ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τῆς ζυγαρίας ἕνα σπειρὶ ἄμμου, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἕνα βουνὸν μεγαλώτατον· ἐπειδὴ καὶ ὅλοι οἱ θησαυροὶ τῶν κτισμάτων εἶναι ἐλλειπεῖς, ὄχι διὰ νὰ δώσουν μίαν τοιαύτην πληρωμήν, ἀλλ’ οὐδὲ κᾂν νὰ ἐξαγοράσουν μίαν μόνην ῥανίδα ἀπὸ τὸ νερὸν ἐκεῖνο, ὁποῦ ἐπεθύμει εἰς τὸν ᾅδην ὁ πλούσιος.

Μόνη λοιπόν, μόνη πληρωμὴ τούτου τοῦ ἀπείρου χρέους τῆς ἁμαρτίας, ἐστάθη τὸ ἀπειρότιμον αἷμα ἑνὸς Θεοῦ, καὶ μόνος ὁ Σταυρός, καὶ οἱ ἦλοι, καὶ τὰ πάθη του ἐδυνήθησαν νὰ ἰσοζυγιάσουν μὲ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας.

Θαυμάζεις, ἀδελφέ, ταῦτα ἀκούωντας; Ἀλλ’ ἐγὼ θαυμάζω περισσότερον ἀπὸ λόγου σου, πῶς ἀποτολμᾷς καὶ ἁμαρτάνεις ἐσὺ ὁ Χριστιανός, ὁποῦ πιστεύεις τούταις ταῖς ἀληθείαις· ὁ ὁποῖος πρέπει ἢ νὰ ζῇς χριστιανικὴν ζωήν, ἢ νὰ μὴν ὀνομάζεσαι Χριστιανός.

Εʹ. Ἡ γνῶσις τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ τὰς περιστάσεις. Ἀπεδείξαμεν σκιωδῶς πόση εἶναι ἡ κακία τῆς ἁμαρτίας, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν θεωρουμένη· τώρα θέλομεν σοῦ ἀποδείξει τὴν κακίαν της καὶ ἀπὸ τὰς περιστάσεις, ὁποῦ τὴν συντροφεύουν.

Αʹ. Περίστασις τῆς ἁμαρτίας. Πρώτη λοιπὸν περίστασις τῆς ἁμαρτίας εἶσαι ἐσὺ ὁ ἴδιος, ὁποῦ τὴν κάμνεις, ἐπειδὴ ἐσύ, ὁποῦ ἀντιστέκεσαι εἰς τόσην ἄπειρον μεγαλειότητα τοῦ Δημιουργοῦ σου, τίς εἶσαι; ἕνας οὐτιδανὸς σκώληξ τῆς γῆς, ἕνας ὀλίγος πηλός, καθὼς λέγει ὁ Ἡσαΐας· «Πατὴρ ἡμῶν σὺ εἶ, ἡμεῖς δὲ πηλός». Ἕνας ἄνθρωπος, ὁποῦ ὄχι μόνον ἔχεις τὴν ἀρχήν σου ἀπὸ τὸ χῶμα, καὶ εἰς τὸ χῶμα ἔχεις νὰ διαλυθῇς· ἀλλὰ καὶ ἕνας ἄνθρωπος ἄκρως εὐεργετημένος ἀπὸ τὸν Θεόν, δημιουργημένος μὲ ἄπειρον δύναμιν καὶ σοφίαν του, διαφυλαγμένος μὲ ἄπειρόν του πρόνοιαν, ἐξαγορασμένος μὲ τὰ ἀναρίθμητά του βάσανα καὶ πόνους, υἱοθετημένος εἰς τὸ βάπτισμά του, κοινωνὸς τῶν Μυστηρίων του, βυζασμένος μὲ τὸ αἷμά του, ἀναθρεμμένος μὲ τὸ σῶμά του· καὶ ἕνας τοιοῦτος ἄνθρωπος νὰ ἁμαρτάνῃ; ὢ φρικωδεστάτου θεάματος!

Νὰ ἁμαρτάνῃ ἕνας Σκύθης, ἕνας Ἀγαρηνός, ἕνας εἰδωλολάτρης, ὑπομονή· «Εἰ ὁ ἐχθρὸς ὠνείδισέ με, ὑπήνεγκα ἂν» μὰ νὰ ἁμαρτάνῃ ἕνας Χριστιανός, ὁποῦ ἐμέθεξεν ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὁποῦ στρατεύεται ὑποκάτω εἰς τὴν σημαίαν καὶ τὴν σκέπην τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁποῦ εἶναι οἰκεῖός του, ὁποῦ ἀπόλαυσε τόσαις φοραῖς τὰς χάριτας, ὁποῦ χρεωστεῖ εἰς αὐτὸν ὅλον τὸν ἑαυτόν του, τοῦτο δὲν ἔχει ὑπομονήν· «Σὺ δὲ ἄνθρωπε ἰσόψυχε ἡγεμών μου καὶ γνωστέ μου, ὃς ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐγλύκανάς μοι ἐδέσματα»;

Διὰ τοῦτο δίκαιον εἶχεν ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος νὰ λέγῃ, ὅτι ὅταν ἁμαρτήσῃ ἕνας ἄπιστος, εἶναι ἄξιος τῇς κολάσεως· μὰ ὅταν ἁμαρτήσῃ ἕνας Χριστιανός, δὲν εἶναι ἄξιος μόνον τὴς τοῦ ᾅδου κολάσεως, ἀλλὰ χρειάζεται νὰ γένῃ ἐπιταὐτοῦ διὰ λόγου του ἕνας δεύτερος ᾅδης· καὶ ἡ μεγάλη ἐκείνη κάμινος τοῦ πυρός, ὁποῦ μέλλει νὰ τὸν δεχθῇ, χρειάζεται νὰ ἔχῃ, ὡσὰν ἡ Βαβυλωνία, φλόγας ἑπταπλασιωτέρας, καὶ δαίμονας ἑπτάκις σκληροτέρους, καὶ βασανιστήρια ἄλλα διαβολικά, ἑπτάκις φοβερώτερα καὶ περισσότερα ἀπὸ τὰ τῶν ἀπίστων.

Βʹ. Περίστασις τῆς ἁμαρτίας. Βʹ. Περίστασις τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ἁμαρτάνεις ἐσὺ ἁμαρτωλέ· καὶ ἆρά γε ἀποτολμᾷς ἐσὺ καὶ κάμνεις τὴν ἁμαρτίαν διὰ κἀμμίαν μεγάλην σου ἀνάγκην; διὰ νὰ φυλάξῃς τὴν ζωήν σου; διὰ νὰ ἀποκτήσῃς δόξαν, ἢ πλοῦτον καὶ βασιλείαν; ὄχι· τὴν κάμνεις διὰ ὀλίγην φακήν, ὡς ὁ Ἠσαῦ· διὰ νὰ φάγῃς ὀλίγον μέλι, ὡς ὁ Ἰωνάθαν· ἢ διὰ νὰ ἀποκτήσῃς ὀλίγον κριθάρι ἢ κομμάτι ψωμί· «Ἐβεβήλουν με πρὸς τὸν λαόν μου, ἕνεκεν δρακὸς κριθῶν, καὶ ἕνεκεν κλάσματος ἄρτων».

Ἔτζι παραπονεῖται ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ἰεζεκιήλ. Ἐσὺ ἀποῤῥίπτεις πολλαῖς φοραῖς τὴν χάριν του, καταπατεῖς τὸν νόμον του, καταφρονεῖς τὰς εὐεργεσίας του· διατί; διὰ μίαν συγχαμερὰν ἡδονήν, διὰ ἕνα κέρδος οὐτιδανόν, διὰ μίαν μόνην ματαίαν φαντασίαν σου, διὰ ἕνα, διὰ ἕνα οὐδέν. Ἰδοὺ εἰς ποίαν ὑπερβολὴν φθάνει ἡ κακία τῆς καρδίας σου, ἄνθρωπε, διὰ τὴν ὁποίαν παραπονετικῶς φωνάζει ὁ Ἰησοῦς· «Ἐμίσησάν με δωρεάν». Ἄχ! καὶ διὰ μίαν τοιαύτην σου καταφρόνησιν, δὲν ἔπρεπεν ὁ οὐρανὸς νὰ βρέξῃ πάλιν ἐπάνω εἰς ἐσὲ τὴν φωτίαν καὶ τὸ θειάφι τῶν Σοδόμων διὰ νὰ σὲ κατακαύσῃ; δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνοίξῃ ἡ γῆ αἰφνιδίως ὑποκάτω εἰς τοὺς πόδας σου, καὶ νὰ σὲ καταπίῃ ζωντανόν, ὡς τὸν Δαθὰν καὶ Ἀβειρών;

Γʹ. Περίστασις τῆς ἁμαρτίας. Γʹ. Περίστασις τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὁ τόπος εἰς τὸν ὁποῖον κάμνεις αὐτήν, ἀδελφέ. Ἄχ! καὶ ἂν ἤθελες ὑβρίζει τὸν Θεὸν εἰς κἀνένα τόπον, ὁποῦ νὰ μὴ βλέπῃ αὐτὸς τὴν ὕβριν, ὑπομονή· ἀλλὰ ἂν ὁ Θεὸς περιέχῃ ὅλους τοὺς τόπους, ὡς πανταχοῦ παρών, καὶ ὑπὲρ τὸ πᾶν, πῶς δύναται νὰ εὑρεθῇ τοιοῦτος τόπος ποτέ; Εἰς τὸ πρόσωπόν του λοιπόν, εἰς τὸ πρόσωπόν του ἐμπρὸς ἁμαρτάνεις ἁμαρτωλέ, ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἰδίους του ὀφθαλμούς, καὶ φαίνεσαι ὡσὰν νὰ τοῦ λέγῃς· «Ἀγκαλὰ καὶ νὰ ἦσαι παρών, ἀγκαλὰ καὶ νὰ βλέπῃς, καὶ νὰ ἀκούῃς κάθε μου λογισμόν, καὶ λόγον, καὶ ἔργον, ἀγκαλὰ καὶ οἱ φωτεινότατοι ὀφθαλμοί σου βλέπουν μὲ μῖσος τὴν κακίαν, ὅμως ἐγὼ θέλω νὰ τὴν κάμω. Ἂν τὴν βλέπῃς, καὶ ἂν δὲν σοῦ ἀρέσῃ, ὀλίγον περὶ τούτου μὲ μέλει· φθάνει νὰ μὴ μὲ ἰδοῦν τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, καὶ τὰ ἐδικά σου ἂν μὲ ἰδοῦν, δὲν συγχύζομαι»· ὢ τόλμη ἀνήκουστος! ὢ αὐθάδεια ἀνεκδιήγητος!

Καὶ ποῖος πταίστης ἀποτολμᾷ ποτε νὰ σφάλῃ ἔμπροσθεν εἰς τὸν ἴδιόν του κριτήν; ποῖος ἀποστάτης ἐπιβουλεύεται τὸν αὐθέντην του ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἰδίους του ὀφθαλμούς; μόνος, μόνος ἐσὺ ἄθλιε ἁμαρτωλὲ κάμνεις τοῦτο τὸ τόλμημα· μόνος ἐσύ, ὁποῦ συγκρινόμενος μὲ τὴν ἀπειρίαν τοῦ Θεοῦ, εἶσαι ἀπείρως μικρότερος ἀπὸ τὸ παραμικρότατον σκωλῆκι τῆς γῆς, αὐθαδιάζεις νὰ σηκώνῃς τὸν τράχηλόν σου ἐναντίον εἰς μίαν ὑψηλοτάτην μεγαλειότητα, καὶ νὰ ζητῇς νὰ τῆς πάρῃς τὸν στέφανον ἀπὸ τὴν κεφαλήν, καὶ νὰ τὴν διαφθείρῃς· πρᾶγμα, ὁποῦ εἶναι τολμηρότερον, παρὰ ἂν ἕνας μύρμηκας ἤθελε συκωθῆ ἐναντίον εἰς τὸν Ἥλιον, καὶ νὰ ζητῇ νὰ τὸν σβύσῃ· «Ἔναντι Κυρίου παντοκράτορος ἐτραχηλίασεν· ἔδραμε δὲ ἐναντίον αὐτοῦ ἐν ὕβρει».

Δʹ. Περίστασις τῆς ἁμαρτίας. Δʹ. Περίστασις εἶναι ὁ καιρός, εἰς τὸν ὁποῖον κάμνεις τὴν ἁμαρτίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν περίστασιν μάλιστα δείχνεται ἡ μεγάλη κακία της· διατὶ δὲν τὴν κάμνεις μόνον ὅταν ὁ Θεὸς σὲ παιδεύῃ, καὶ σὲ τιμωρῇ, ἀλλὰ παντοτεινά. Ἔτζι παραπονεῖται ὁ ἴδιος Θεός· «Ὁ λαὸς οὗτος ὁ παροξύνων με ἐναντίον ἐμοῦ διαπαντός». Διαπαντός, καὶ ὅταν σοῦ δίδῃ τὸ συμφέρον σου, καὶ ὅταν σοῦ φυλάττῃ τὸ εἶναί σου, καὶ ὅταν σοῦ χαρίζῃ τὴν ζωοτροφίαν καὶ ἐνδυμασίαν σου. Διαπαντός, καὶ ὅταν σὲ σκεπάζῃ ἀπὸ χιλίους κινδύνους φοβερούς, καὶ ὅταν σοῦ δίδῃ τὴν δύναμιν, τὴν ὑγείαν, τὴν ὡραιότητα, τοὺς φίλους, τὰ ὑπάρχοντα, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἀγαθά, ὅσα καὶ ἂν ἔχῃς.

Καὶ τὸ μεγαλήτερον, ὅτι εἰς τὸν ἴδιον καιρόν, ὁποῦ λαμβάνεις ταῦτα ἀπὸ τὸν Θεόν, ἐσὺ τὰ μεταχειρίζεσαι ἅρματα, διὰ νὰ πολεμῇς ἀκατάπαυστα αὐτὸν τὸν ἴδιον, ὁποῦ σοῦ τὰ ἔδωκε· πρᾶγμα, ὁποῦ ἂν ἤθελες τὸ κάμει ἐναντίον εἰς ἕνα ἐπίγειον Βασιλέα, ἤθελες εἶσαι ἔνα τέρας παρανομίας καὶ ἀχαριστίας. Ἤθελαν ὁμιλοῦν διὰ τὴν τοιαύτην ἀχαριστίαν σου ὅλαις ᾑ Ἱστορίαις τοῦ κόσμου, καὶ ἤθελαν ἐντρέπωνται οἱ ἄνθρωποι ὅλοι, πῶς ἔχουν κοινὴν τὴν φύσιν μὲ ἐσένα.

Εʹ. Περίστασις τῆς ἁμαρτίας. Εʹ. Περίστασις τῆς θανασίμου ἁμαρτίας εἶναι τὰ φοβερὰ κακά, καὶ ἀποτελέσματα, ὁποῦ αὐτὴ προξενεῖ εἰς ἐσένα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἑπτά, ὡσὰν ἑπτὰ κεφαλαὶ τοῦ φαρμακεροῦ δράκοντος.

Αʹ. Κακὸν τῆς ἁμαρτίας. Αʹ. Κακὸν εἶναι ἡ στέρησις τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, τῆς προκαταρκτικῆς, λέγω καὶ δραστικῆς, καὶ δικαιούσης, καὶ ἁπλῶς τῆς διὰ πίστεως γενικῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία εἶναι μαργαρίτης τόσον πολύτιμος ὁποῦ ἐξώδευσεν ὁ Κύριος ὅλον του τὸ αἷμα, διὰ νὰ σοῦ τὸν ἐξαγοράσῃ, τὸν ὁποῖον ἐσύ, ταλαίπωρε, ἀλλάζεις μὲ ἕνα οὐδέν, καὶ κάμνεις ἀφρονέστερα ἀπὸ ἕνα νήπιον, ὁποῦ ἀλλάζει ἕνα διαμάντι μὲ ἕνα μόνον καρύδι.

Χωρὶς αὐτὴν τὴν χάριν ἡ ψυχή σου, ἀδελφέ, μένει τόσον ἄσχημος, ὁποῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἰδῇ τινάς, καθὼς εἶναι, καὶ νὰ μὴ ἀποθάνῃ. Καὶ πόθεν τοῦτο εἶναι φανερόν; ἄκουσον; Φαίνεται εἰς τὰς Ἐκκλησιαστικὰς Ἱστορίας, ὅτι μία παρθένος εἶδεν ἕνα δαίμονα, ὁ ὁποῖος εἶχε τόσην ἀσχημάδα, ὁποῦ αὐτὴ ἔταξε νὰ προτιμήσῃ καλήτερα νὰ περιπατῇ μίαν στράταν γεμάτην ἀπὸ ἀναμμένα κάρβουνα, καὶ πυρωμένα σίδηρα, καὶ νὰ τὴν περιπατῇ μὲ γυμνὰ πόδια ἕως τῆς συντελείας τοῦ κόσμου, παρὰ νὰ ἰδῇ ἄλλην μίαν φορὰν τοιοῦτον ἀνυπόφορον θέαμα· καὶ μὲ ὅλον τοῦτο ὁ Θεὸς τῆς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶδεν ὅλην τὴν ἀσχημάδα τοῦ δαίμονος καθὼς εἶναι, ἀλλὰ μόνον μίαν εἰκόνα ἐκείνης.

Ἄχ! καὶ ἂν μία μοναχὴ θανάσιμος ἁμαρτία ἐπροξένησεν εἰς τὸν δαίμονα μίαν τερατώδη ἀσχημάδα, καὶ ἀπὸ λαμπρὸν τοῦ οὐρανοῦ ἀστέρα, τὸν ἔκαμε δαυλὸν τοῦ ᾅδου· πόσην ἆρά γε ἀσχημάδα ἀπέκτησεν, ἀδελφέ, ἡ ἐδική σου ψυχή, διὰ τόσας καὶ τόσας ἁμαρτίας; τίς ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ πόσον εἶναι αὐτὴ συγχαμερὴ ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ; καὶ πόσην βρῶμαν εὐγάνουν ᾑ πληγαῖς της; καὶ ἂν ἡ αὐτὴ παρθένος ᾐσθάνετο τὴν βρῶμαν τῶν ἁμαρτωλῶν, καὶ δὲν ἐδύνετο νὰ ὑποφέρῃ· πόσον τάχα βρωμερὸς εἶσαι ἐσὺ ὁ κατασεσαθρωμένος ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας, ἐμπρὸς εἰς τὸν Θεόν;

Βεβαιότατα, κἀνένα ἑρπετόν, κἀνένας δράκων, κἀνένα θηρίον, δὲν εἶναι τόσον μισητὸν ἐμπρὸς εἰς ἐσένα ἁμαρτωλέ, ὅσον εἶσαι ἐσὺ μισητὸς εἰς τὸν Θεὸν μὲ τὴν ἁμαρτίαν. Καὶ μὲ ὅλον τοῦτο ἐσὺ ὁ ταλαίπωρος δὲν βλέπεις τὴν βρωμισμένην σου ψυχήν, καὶ νὰ λυπῆσαι· ἀλλὰ ὡσὰν τὸ παγῶνι χαίρεσαι, ἢ εἰς τὰ εὔμορφα ῥοῦχα ὁποῦ φορεῖς, ἢ εἰς τὸ ὡραῖόν σου πρόσωπον, ἢ εἰς τὰς ἄλλας ἐξωτερικὰς ἐπιφανείας σου· Διὸ καὶ ὁ Κύριος μὲ κάθε δίκαιον ὠνόμασε σὲ καὶ τοὺς ὁμοίους σου, τάφους ἀσβεστωμένους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἔξωθεν μὲν ἕνα ὡραῖον μάρμαρον, ἢ μίαν ἐπιγραφὴν εὐμόρφην, μέσα δὲ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ κόκκαλα βρωμισμένα· «Οὐαὶ ὑμῖν ... ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵ τινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν, καὶ πάσης ἀκαθαρσίας».

Βʹ. Κακὸν τῆς ἁμαρτίας. Βʹ. Κακὸν τῆς θανασίμου ἁμαρτίας εἶναι, τὸ νὰ ὑστερῇ τὴν ψυχήν σου, ἁμαρτωλέ, ἀπὸ τὴν θείαν υἱοθεσίαν, ἡ ὁποία εἶναι μία εἰδικὴ καὶ ξεχωριστὴ δωρεά, καὶ ἕνα τόσον ὑψηλὸν χάρισμα, ὁποῦ κάμνει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον νὰ κατοικῇ εἰς ἐσὲ μὲ μίαν ἰδιαιτέραν καὶ διαφορετικὴν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους τόπους παρουσίαν του καὶ ἐνέργειαν. Αὐτὴ σὲ κάμνει υἱὸν Θεοῦ, καὶ κληρονόμον τῆς βασιλείας του, καὶ αὐτὴ κατασταίνει τὰ ἔργα σου ἄξια τόσου μεγάλου μισθοῦ, ὥστε ὁποῦ ἡ πλέον μικρά σου πρᾶξις εἶναι τόσης πολλῆς τιμῆς ἀξία, ὅσης εἶναι καὶ ὅλος ὁ Παράδεισος· ἀλλ’ εὐθὺς ὁποῦ χάσῃς τὴν τοιαύτην χάριν τί γίνεσαι; ἀλλοίμονον! υἱὸς τοῦ διαβόλου, παρόμοιος μὲ ἐκεῖνον διὰ τὴν ἁμαρτίαν, καθὼς καὶ ὁ υἱὸς παρομοιάζει μὲ τὸν πατέρα του διὰ τὴν φύσιν· «Ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστέ».

Γʹ. Κακὸν τῆς ἁμαρτίας. Γʹ. Κακὸν τῆς ἁμαρτίας εἶναι τὸ νὰ σὲ ὑστερῇ, ἀδελφέ, ἀπὸ τὴν αἰώνιον κληρονομίαν τοῦ Παραδείσου, ὡς προείπομεν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἑτοιμασμένην νὰ σοῦ δώσῃ ὁ οὐράνιός σου Πατήρ. Καὶ ποῖος δύναται νὰ εἰπῇ, πόσον ἀπὸ ὅλους τιμᾶται ἕνας πρωτότοκος υἱὸς καὶ κληρονόμος ἑνὸς Βασιλέως; πόσον ἀπὸ ὅλους φθονεῖται; πόσον μακαρίζεται; βέβαια οὐδείς. Ἔτζι ἐξ ἐναντίας δὲν δύναται τινὰς νὰ εἰπῇ πόσον εἶναι μωρός, πόσον καταγελᾶται ἀπὸ ὅλους ἕνας, ὁποῦ ἤθελε πωλήσῃ τὰ πρωτοτόκιά του ταῦτα, καὶ τὴν κληρονομίαν του διὰ ἔνα ὀλίγον, ὡς ὁ Ἠσαῦ τὰ ἐπώλησε διὰ ὀλίγην φακήν. Σύγκρινε τώρα σύ, ἁμαρτωλέ, τὸν οὐρανὸν μὲ τὴν γῆν, τὴν κληρονομίαν τῆς ἀφθάρτου βασιλείας, ὁποῦ ἔχασες, μὲ τὰ πρωτοτόκια τοῦ Ἡσαῦ, καὶ μὲ τὴν ἐπίγειον κληρονομίαν τῆς φθαρτῆς βασιλείας, καὶ θέλεις καταλάβει, πόσον ἀξιογελαστότερος καὶ μωρότερος εἶσαι. Διὰ τοῦτο ἔγραφεν ὁ Ἀπόστολος· «Μή τις πόρνος, ἢ βέβηλος ὡς Ἠσαῦ, ὃς ἀντὶ βρώσεως μιᾶς, ἀπέδοτο τὰ πρωτοτόκια αὑτοῦ· ἴστε γὰρ ὅτι καὶ μετέπειτα θέλων κληρονομῆσαι τὴν εὐλογίαν, ἀπεδοκιμάσθη· μετανοίας γὰρ τόπον οὐχ εὗρε, καί περ μετὰ δακρύων ἐκζητήσας αὐτήν».

Δʹ. Κακὸν τῆς ἁμαρτίας. Δʹ. Κακόν, ὁποῦ κάμνει ἡ ἁμαρτία, εἶναι τὸ νὰ σὲ ὑστερῇ, ἀγαπητέ, ἀπὸ ὅλους τοὺς μισθοὺς ὅλων τῶν καλῶν ἔργων, ὁποῦ ἔκαμες πρὸ τῆς ἁμαρτίας· χάριν παραδείγματος. Ἐὰν ἐσὺ ἤθελες δοκιμάσει σκληραγωγίαν εἰς ἑξήκοντα ὁλοκλήρους χρόνους, μένωντας ὁλόγυμνος, καὶ τὸ μὲν θέρος συγκαιόμενος ἀπὸ τὸ καῦμα τοῦ Ἡλίου, τὸν δὲ χειμῶνα, πηγνύμενος ἀπὸ τὸ ψύχος, ὡσὰν τὸν Ὀνούφριον, καὶ Πέτρον τὸν Ἀθωνίτην· ἂν ἤθελες βαστάσει εἰς τὸν λαιμόν σου μίαν σιδηρᾶν ἁλυσσίδα εἴκοσι χρόνους, ὡσὰν τὸν Ἅγιον Εὐσέβιον· ἂν ἤθελες κατοικήσει μέσα εἰς ἕνα τάφον δεκατεσσάρους χρόνους, ὡσὰν τὸν Ὅσιον Ἰάκωβον· ἂν ἤθελες σταθῆ σαράντα χρόνους ἐπάνω εἰς ἕνα στύλον, ὡσὰν τὸν Ἅγιον Συμεὼν τὸν Στυλίτην· ἂν ἤθελες ἐπιστρέψει εἰς τὴν πίστιν περισσότερα ἔθνη ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους· ἂν ἤθελες λάβει περισσοτέρας ἀποκαλύψεις ἀπὸ τοὺς Προφήτας· ἂν ἤθελες χύσει περισσότερον αἷμα ἀπὸ ὅλους τοὺς Μάρτυρας· καὶ ὕστερα ἀπὸ ὅλα ταῦτα ἤθελες πράξει μίαν μόνον θανάσιμον ἁμαρτίαν ἀφανίζονται παρευθὺς ἀπὸ αὐτὴν ὅλα ἐκεῖνα τὰ πρῶτά σου καλὰ καὶ οἱ μισθοί, καὶ ἀποθνήσκωντας ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ, δὲν θέλεις ὠφεληθῇ ἀπὸ αὐτὰ τὸ οὐδέν.

Ἔτζι ἀποφασίζει ὁ ἴδιος Θεὸς διὰ τὸν δίκαιον ὁποῦ ἁμαρτήσῃ, πῶς δὲν θέλουν ἐνθυμηθοῦν αἱ πρότεραί του δικαιοσύναι· «Πᾶσαι αἱ δικαιοσύναι αὐτοῦ οὐ μὴ ἀναμνησθῶσιν» ἐπειδὴ κατὰ τὸν Νύσσης θεῖον Γρηγόριον «Ὁ θεῖος ὀφθαλμὸς τὸ ἐνεστὸς ἀεὶ βλέπει, τὸ δὲ παρῳχηκὸς οὐ λογίζεται».

Καὶ ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ εἰς τὸν κόσμον κἀμμία ἄλλη μεγαλητέρα ζημία ἀπὸ αὐτήν; Βεβαιότατα, ἀδελφέ, εἰς τὸν τόσον μεγάλον χαϊμόν σου ἀπορεῖ τινάς, καὶ δὲν ἠξεύρει τί νὰ εἰπῇ· καθὼς καὶ οἱ φίλοι ἐκεῖνοι τοῦ Ἰώβ, βλέποντες τὴν τόσην μεγάλην ζημίαν καὶ συμφοράν, ὁποῦ ἔπαθεν, ἑπτὰ ὁλοκλήρους ἡμέρας καθήμενοι ἔμπροσθέν του, ἐσιώπησαν, καὶ οὐδὲ ἕνα λόγον ἐδυνήθησαν νὰ προφέρουν. «Παρεκάθισαν αὐτῷ ἑπτὰ ἡμέρας, καὶ ἑπτὰ νύκτας, καὶ οὐδεὶς αὐτῶν ἐλάλησεν· ἑώρων γὰρ τὴν πληγήν, δεινὴν οὖσαν καὶ μεγάλην σφόδρα».

Εʹ. Κακὸν τῆς ἁμαρτίας. Εʹ. Κακόν, ὁποῦ προξενεῖ ἡ ἁμαρτία εἶναι τὸ νὰ σὲ ὑστερῇ, ἀδελφέ, ἀπὸ τὰς ἐξαιρέτους βοηθείας τοῦ Θεοῦ· διατί, καθὼς μία φιλόστοργος μήτηρ ἀγαπᾷ καὶ προνοεῖται ἀπὸ καρδίας διὰ τὸ τέκνον της πάντοτε, ἔτζι καὶ ὁ Θεὸς προνοεῖται διὰ τὴν ψυχήν σου, ὅταν εἶναι χωρὶς ἁμαρτίαν θανάσιμον· «Ὡς εἴ τινα μήτηρ παρακαλέσῃ, οὕτω κᾀγὼ παρακαλέσω ὑμᾶς». Αὐτὸς τὴν βοηθεῖ, τὴν κυβερνᾷ, τὴν κρατεῖ εἰς τὰς ἀγκάλας του, τῆς γλυκαίνει τὴν καρδίαν, τῆς φωτίζει τὸν νοῦν, τῆς θερμαίνει τὴν θέλησιν, καὶ τῆς δίδει μίαν δραστικὴν δύναμιν, διὰ νὰ ἐργάζεται εὐκόλως τὴν σωτηρίαν της.

Ἀφ’ οὗ δὲ ἐσὺ ἁμαρτήσῃς θανασίμως, ἀγκαλὰ καὶ νὰ μὴ σὲ παραιτῇ παντελῶς ὁ Θεός, ὅμως δὲν διαχέει εἰς τὴν ψυχήν σου τὰς προτέρας ἐπιῤῥοὰς καὶ βοηθείας τῆς χάριτός του· ὅθεν μὲ τὸ νὰ ὑστερῆσαι τῶν τοιούτων βοηθειῶν, γίνεται εἰς ἐσὲ δυσκολωτέρα ἡ σωτηρία σου. Ἐπειδὴ τὸ ἀνώτερον μέρος τῆς ψυχῆς σου ἀδυνατίζει, καὶ δυναμόνει καὶ ὑπερνικᾷ τὸ κατώτερον καὶ παθητικόν, καὶ ἔτζι μεταπίπτωντας ἀπὸ μίαν εἰς ἄλλην ἁμαρτίαν, καταντᾷς τελευταῖον εἰς μίαν ἄβυσσον τῶν κακῶν.

Ϛʹ. Κακὸν τῆς ἁμαρτίας. Ϛʹ. Κακόν, ὁποῦ προξενεῖ ἡ ἁμαρτία εἰς ἐσένα, ἀδελφέ, εἶναι τὸ νὰ σὲ κάμνῃ ἔνοχον τῆς αἰωνίου κολάσεως· διατὶ εὐθύς, ὁποῦ ἁμαρτήσῃς θανασίμως, ἐξαλείφεται τὸ ὄνομά σου ἀπὸ τὴν βίβλον τῆς ζωῆς, καὶ γίνεσαι ὑπόδικος εἰς ἐκεῖνα τὰ τρομερὰ τοῦ ᾅδου βασανιστήρια, διὰ νὰ τιμωρῆσαι αἰωνίως.

Ζʹ. Κακὸν τῆς ἁμαρτίας. Ζʹ. Κακὸν τῆς ἁμαρτίας εἶναι τὸ τελευταῖον, ὁποῦ ἀκολουθεῖ μετὰ τὸν θάνατον· διατί, ἐὰν δὲν διαφθείρῃς τὴν ἁμαρτίαν πρὸ τοῦ θανάτου σου μὲ μίαν ἀληθινὴν καὶ τελείαν μετάνοιαν, καὶ διόρθωσιν, καταβαίνει ἐμπράκτως ἡ ψυχή σου μέσα εἰς ἐκείνας τὰς φυλακὰς τοῦ ᾅδου, εἰς τόπον ὀδυνηρόν, εἰς τόπον σκοτεινόν, προσμένουσα ἕως ὁποῦ νὰ γένῃ ἡ κοινὴ ἀνάστασις νὰ ἀναστηθῇ καὶ τὸ σῶμά σου, διὰ νὰ λάβῃς καὶ τὸ τέλειον τῆς κολάσεως.

Ὅλα ἐτοῦτα τὰ ἄπειρα κακὰ καὶ ζημίας, ὁποῦ σοῦ προξενεῖ ἡ ἁμαρτία μελέτα πάντοτε καὶ συλλογίζου, σύντροφέ μου ἁμαρτωλέ, διὰ νὰ μισήσῃς ἐκ βάθους καρδίας τὴν ἁμαρτίαν, ὡσὰν ἕνα θανάσιμον καὶ τὸν πλέον μεγαλήτερόν σου ἐχθρόν, καὶ ἄλλην φορὰν νὰ μὴ πράξῃς.

Γνῶσις τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ τὰς τρεῖς παιδείας, ὁποῦ ἔλαβε. Τώρα ἔμεινεν, ἀδελφέ, νὰ σοῦ ἀποδείξωμεν τὴν κακίαν τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἀπὸ τὴν αὐστηρὰν παιδείαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς τὴν ἐπαίδευσεν, αʹ. εἰς τοὺς Ἀγγέλους, βʹ. εἰς τοὺς ἀνθρώπους, γʹ. εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Αʹ. Παιδεία τῆς ἁμαρτίας εἰς τοὺς Ἀγγέλους. Ἐπαίδευσε τὴν ἁμαρτίαν εἰς τοὺς Ἀγγέλους ὁ Θεός, ἐπειδὴ καὶ διὰ ἕνα μόνον ὑπερήφανον καὶ ἀποφασιστικὸν λογισμόν τους, ἐκρήμνισεν εἰς τὸν ᾅδην ἕνα ἀναρίθμητον πλῆθος ἀπὸ αὐτούς, καὶ δὲν τοὺς ἐψήφισε πῶς ἦσαν πνεύματα ἄϋλα εἰς τὴν φύσιν, ἀθάνατοι εἰς τὸ εἶναι, σοφώτεροι ὅλων τῶν ἀνθρώπων, δυνατώτεροι ἀπὸ ὅλα τὰ κατώτερα κτίσματα, δὲν ἐψήφισεν οὔτε τὴν εὐγένειάν τους, οὔτε τὸν λεπτότατον νοῦν τους, οὔτε τὴν ἄϋλον γνῶσίν τους· ἀλλὰ τοὺς ἐκαταδίκασε νὰ παιδεύωνται αἰωνίως μὲ τὰ πλέον χειρότερα παιδευτήρια τοῦ ᾅδου, διὰ νὰ μᾶς κάμῃ νὰ γνωρίσωμεν πόσον μισεῖ ἐνταυτῷ καὶ παιδεύει τὴν ἁμαρτίαν. «Ἀγγέλους τε τοὺς μὴ τηρήσαντας τὴν ἑαυτῶν ἀρχήν, ἀλλὰ ἀπολιπόντας τὸ ἴδιον οἰκητήριον εἰς κρίσιν μεγάλης ἡμέρας, δεσμοῖς ἀϊδίοις ὑπὸ ζόφον τετήρηκεν».

Καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος εἶπεν· «Ὁ Θεὸς Ἀγγέλων ἁμαρτησάντων οὐκ ἐφείσατο· ἀλλὰ σειραῖς ζόφον ταρταρώσας, παρέδωκεν εἰς κρίσιν τετηρημένους».

Βʹ. Παιδεία τῆς ἁμαρτίας εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Ἐπαίδευσε τὴν ἁμαρτίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, διατὶ τὸν αʹ. ἄνθρωπον, τὸν Ἀδάμ, εὐθὺς ὁποῦ παρήκουσε τὴν ἐντολήν του, τὸν ἐξώρισεν ἀπὸ τὸν Παράδεισον, καὶ ἐκαταδίκασεν αὐτόν, καὶ ἡμᾶς ὅλους τοὺς ἀπογόνους του νὰ ζῶμεν εἰς τὴν κατηραμένην ταύτην γῆν μὲ πτωχείας, μὲ ἀσθενείας, πόνους, ἀναστεναγμούς, δυστυχίας, καὶ τελευταῖον νὰ δοκιμάζωμεν ἕνα παρὰ φύσιν καὶ ὀδυνηρὸν θάνατον. Ἐπαίδευσε τὴν ἁμαρτίαν, διατὶ τοὺς ἐπὶ Νῶε ἀνθρώπους ἁμαρτήσαντας κατέπνιξε μὲ ἕνα παγκόσμιον κατακλυσμὸν ἀπὸ νερόν· διατὶ τὰ Σόδομα καὶ Γόμορα κατέκαυσε μὲ ἕνα ἄλλον καινούριον κατακλυσμὸν ἀπὸ θειάφι καὶ φωτίαν· καὶ τελευταῖον, διατὶ κατεδίκασε τοὺς ἀμετανοήτους ἁμαρτωλοὺς νὰ κατακαίωνται αἰωνίως μέσα εἰς τὸ πῦρ τῆς κολάσεως, τῶν ὁποίων δὲν θέλουν κουρασθῆ ποτὲ οἱ βασανισταί τους δαίμονες, καὶ ὁ Θεὸς δὲν θέλει συμπονέσει ποτὲ τὴν συμφοράν τους, δὲν θέλει ἀκούσει ποτὲ τὰ κλαύματά τους, ἀλλὰ μᾶλλον θέλει τοὺς πολεμεῖ, καὶ θέλει τοὺς μισεῖ αἰωνίως· διατὶ αὐτὸς εἶναι ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος λαός, ὁποῦ ἀναφέρει ὁ Μαλαχίας· «Λαός, ἐφ’ ὃν παρατέτακται Κύριος ἕως αἰῶνος».

Σοῦ φαίνονται, ἀδελφέ μου, μεγάλαις αὐταῖς ᾑ παιδείαις τῆς ἁμαρτίας; ἀλλ’ ἤξευρε, πῶς κάθε ἁμαρτία δὲν παιδεύεται ποτὲ ἀπὸ τὸν Θεὸν κατ’ ἀξίαν, ἀλλὰ πάντοτε μὲ εὐσπλαγχνίαν· καὶ ἕνας ἁμαρτωλός, ἀγκαλὰ καὶ νὰ κολάζεται αἰωνίως, ὅμως κολάζεται ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ, τι τοῦ πρέπει. Καὶ ἠμπορεῖ καὶ αὐτὸς νὰ εἰπῇ ἐκεῖνο τοῦ Ἰώβ· «Οἷα συνετέλουν, καὶ οὐκ ἄξια ἤτασέ με ὧν ἥμαρτον».

Γʹ. Παιδεία τῆς ἁμαρτίας εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐπαίδευσεν ὁ Θεὸς τὴν ἁμαρτίαν καὶ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μὰ μὲ τόσην σκληρὰν παιδείαν, ὥστε ὁποῦ ὅλαις ᾑ ἄνω εἰρημέναις παιδείαις συγκρινομέναις μὲ αὐτήν, φαίνονται ὡσὰν ἕνας ἴσκιος· διότι μία μοναχὴ καὶ ἐλαφρὰ πληγὴ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, μία ἀγκίδα ἀπὸ τὰς ἀκάνθας του, μία μόνη μαστίγωσίς του εἶναι μεγαλητέρα παιδεία, παρὰ ἂν ὁ Θεὸς ἤθελε χαλάσει ὅλον τὸν κόσμον, καὶ νὰ ἐγκρημνίσῃ ἀνθρώπους, Ἀγγέλους, Ἀρχαγγέλους, καὶ κάθε ἄλλο κτίσμα, μέσα εἰς τὸ πῦρ τῆς κολάσεως. Ἐπειδή, τί ἔχει νὰ κάμῃ ἡ παιδεία ὅλων τῶν κτισμάτων, μὲ τὴν μικροτέραν βάσανον τοῦ Κτίστου, τοῦ ἀθωοτάτου, τοῦ ἁγιωτάτου, τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ;

Καὶ ὅμως ὁ οὐράνιός του Πατὴρ δὲν εὐχαριστήθη νὰ πάθῃ ὁ Υἱός του μίαν ὀλίγην βάσανον, διὰ νὰ χαλάσῃ τὴν ἁμαρτίαν ἀλλὰ μίαν ὑπερβολὴν τῶν βασάνων. Θέλεις νὰ τὸ καταλάβῃς ἁμαρτωλέ; γύρισαι καὶ ἰδὲ τὸν Ἰησοῦν πῶς πάσχει διὰ τὴν ἁμαρτίαν σου! Προδίδεται, ἐξορκίζεται, ἐμπαίζεται, σύρνεται εἰς τὰ κριτήρια ὡς κατάδικος. Ἰδέ, πῶς οἱ ὀφθαλμοί του εἶναι καταπληγομένοι ἀπὸ τοὺς γρονθισμοὺς καὶ τοὺς κονδύλους! πῶς τὸ πρόσωπόν του εἶνε γεμάτον ἀπὸ ἐμπτύσματα! πῶς τὰ μάγουλά του εἶναι ὁλόμαυρα ἀπὸ τὰ ῥαπίσματα! πῶς ὁ λάρυγγάς του εἶναι ξηραμένος ἀπὸ τὴν δίψαν! Ἰδέ, πῶς τὰ χείλη του εἶναι πικραμένα ἀπὸ τὴν χολήν! πῶς ἡ κεφαλή του εἶναι κατατρυπημένη ἀπὸ ταῖς σκληροτάταις ἄκανθες! πῶς οἱ βραχίονες καὶ οἱ σφυγμοί του εἶναι σφικτοδεμένοι μὲ δυνατὰ σχοινία! πῶς οἱ ὦμοί του εἶναι καταδαμασμένοι ἀπὸ τὸ βαρύτατον βάρος τοῦ Σταυροῦ! πῶς τὰ χέριά του καὶ τὰ πόδια εἶναι καρφωμένα μὲ ὀξύτατα καρφία! Ἰδέ, ἁμαρτωλέ, πῶς ἡ φλέβες του ὅλαις εἶναι ἀδείαις ἀπὸ αἷμα! πῶς ἡ πλευρά του εἶναι λογχευμένη! τὰ ἄρθρα του ὅλα, πῶς εἶναι κατακεκομμένα ἀπὸ τὸ σφοδρότατον τάνυσμα τοῦ Σταυροῦ! καὶ πῶς ἐπάνω εἰς τὰ σκληρὰ καρφία κρεμάμενος, παρέδωκε τὸ πνεῦμα! Ἰδέ, πῶς ὅλον του τὸ σῶμα ἔγεινε μία ὁλόκληρος πληγὴ χωρὶς εἶδος, χωρὶς κάλλος ἀνθρώπινον! «Εἴδομεν αὐτόν, καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος, οὐδὲ κάλλος».

Πέρασε τώρα, ἀδελφέ, μὲ τὸν νοῦν σου εἰς τὸ ἐσωτερικὸν μέρος τῆς ψυχῆς τοῦ Ἰησοῦ διὰ νὰ ἰδῇς ἐκεῖ μέσα, πόσον ἀσυγκρίτως περισσότερον ἔπαθε μὲ τὴν ψυχήν, παρὰ ὁποῦ ἔπαθε μὲ τὸ σῶμα, λυπούμενος σφοδρότατα διὰ τόσας ἁμαρτίας, διὰ τόσας ὕβρεις, καὶ διὰ τόσην μεγάλην καταφρόνησιν, ὁποῦ ἔμελλον νὰ κάμουν εἰς τὴν μεγαλειότητά του καὶ εἰς τὰ πάθη του οἱ ἴδιοι ἐκεῖνοι ἁμαρτωλοί, τοὺς ὁποίους διὰ νὰ σώσῃ, τόσα καὶ τόσα ἔπαθε. Καὶ διὰ νὰ εἰπῶ μὲ συντομίαν, τόσον ὑπερβολικὸν ἐστάθη τὸ ἐσωτερικὸν πάθος, ὁποῦ ὑπέμεινεν ὁ Ἰησοῦς διὰ τοὺς ἀνθρώπους, ὥστε ὁποῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ καταλάβῃ τινὰς εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν· μόνον εἰς τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως, κατά τινας Διδασκάλους, ἔχει κάθε ἕνας νὰ τὸ γνωρίσῃ ἐντελῶς· ἐπειδὴ καὶ τότε ἔχει νὰ τὸ δείξῃ ὁ Κύριος, διὰ νὰ τὸ ἰδοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, πρὸς καταισχύνην τῶν ἀποδεδοκιμασμένων ἁμαρτωλῶν.

Τί λέγεις τώρα διὰ τὴν ἁμαρτίαν, ἀγαπητέ; καταλαμβάνεις πόσον ἄπειρος εἶναι ἡ κακία της, ἀπὸ τὴν ἀκατάληπτον παιδείαν ταύτην, ὁποῦ ἔπαθεν ὁ γλυκύτατος Ἰησοῦς, διὰ νὰ τὴν χαλάσῃ; Λοιπὸν τώρα ὁποῦ ἐγνώρισες τὴν κακίαν τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀπὸ αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν τὴν ἁμαρτίαν, καὶ ἀπὸ τὰς περιστάσεις της, καὶ ἀπὸ τὴν παιδείαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς τὴν ἐπαίδευσε, λυπήσου τὴν ψυχήν σου, σύντριψαι τὴν καρδίαν σου, ἐλθὲ εἰς τὸν ἑαυτόν σου, καὶ ἀποφάσισαι στερεά, χιλίαις φοραῖς νὰ ἀποθάνῃς καλήτερα, παρὰ νὰ πράξῃς ποτέ σου κἀμμίαν θανάσιμον ἁμαρτίαν.

Ϛʹ. Προφυλακτικὸν ἡ Προσευχή. Ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος λέγει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ κάμνῃ ἐκεῖνο, ὁποῦ δύναται, καὶ νὰ ζητῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐκεῖνο, ὁποῦ δὲν δύναται· «Ποιεῖν ὃ δύνασαι, καὶ αἰτεῖν ὅπερ οὐ δύνασαι». Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς, ἀφοῦ σοῦ ἐδώσαμεν, ἀδελφέ, τὰ προῤῥηθέντα προφυλακτικά, διὰ νὰ μὴ μεταπίπτῃς εἰς τὴν ἁμαρτίαν, τὰ ὁποῖα δύνασαι νὰ τὰ κάμνῃς ἀπὸ λόγου σου μὲ τὴν ἐδικήν σου δύναμιν καὶ προαίρεσιν, τελευταῖον σοῦ δίδομεν καὶ ἕνα ἕκτον προφυλακτικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἱερὰ Προσευχή.

Μὴ παύῃς λοιπὸν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀφιερώνῃς τὸν ἑαυτόν σου εἰς τὸν Θεόν, καὶ νὰ τὸν παρακαλῇς θερμότατα νὰ ἐνδυναμώσῃ τὴν ἀσθένειάν σου, καὶ νὰ στερεώσῃ τὴν θέλησίν σου εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ὁποῦ ἔκαμες, μὲ τὴν ἐξ ὕψους χάριν του καὶ βοήθειαν, ἐλπίζωντας ὅτι θέλει σοῦ εἰσακούσει διὰ τὴν μεγάλην του ἐλεημοσύνην, ὡς τὸ ὑπόσχεται μόνος του· «Ἐὰν καταβοήσῃ πρός με, εἰσακούσομαι αὐτοῦ, ἐλεήμων γάρ εἰμι».

Δὲν ἔχεις δύναμιν ἀπὸ λόγου σου; δὲν ἔχεις βεβαιότητα εἰς τὴν θέλησίν σου; ἡ αἰτία εἶναι, διατὶ δὲν τὴν ζητεῖς ἀπὸ τὸν Θεόν· «Οὐκ ἔχετε, διὰ τὸ μὴ αἰτεῖσθε ὑμᾶς» λέγει ὁ θεῖος Ἰάκωβος. Φοβεῖσαι τὸν κίνδυνον; τρομάζεις τὸν πειρασμὸν τῆς ἁμαρτίας; ἀγρύπνει καὶ προσεύχου, διὰ νὰ μὴ πέσῃς εἰς αὐτόν· «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν». Διὰ περισσοτέραν δὲ εὐκολίαν ἰδοὺ ὁποῦ σοῦ σημειώνομεν ἐδῶ τὴν παροῦσαν Εὐχήν.

Εὐχή. Πολυέλεε Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός μου, εὐχαριστῶ σοι, ὅτι διὰ τῆς πρὸς τὸν Πνευματικόν μου Πατέρα μυστηριώδους ἐξομολογήσεως, μὲ ἠξίωσε τὸν ἁμαρτωλὸν νὰ λάβω παρὰ σοῦ τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν μου. Λοιπόν, μιμούμενος τὸν Δαυΐδ, ὁποῦ εἶπεν· «Ὤμοσα καὶ ἔστησα τοῦ φυλάξασθαι τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου». σοῦ ὑπόσχομαι μὲ μίαν ἀποφασιστικὴν θέλησιν τῆς ψυχῆς μου, ὅτι προτιμῶ νὰ λάβω μυρίους θανάτους καλήτερα, παρὰ νὰ πράξω πλέον κἀμμίαν θανάσιμον ἁμαρτίαν, καὶ νὰ παραπικράνω μὲ αὐτὴν τὴν ἄπειρόν σου ἀγαθότητα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἐδική μου θέλησις εἶναι ἀσθενὴς ἀπὸ λόγου της, χωρὶς τὴν εἰδικήν σου βοήθειαν, σὲ παρακαλῶ θερμῶς νὰ μὲ ἐνδυναμώσῃς μὲ τὴν χάριν σου, καὶ νὰ μὲ στερεώσῃς μὲ τὴν κραταιάν σου βοήθειαν, ἵνα μένω μέχρι τέλους ἀμετάθετος εἰς τὴν ἁγίαν μου ταύτην ἀπόφασιν. Ναί, φιλοψυχότατέ μου Ἰησοῦ, ἐνδυνάμωσόν με νὰ ἀπεράσω ἐν μετανοίᾳ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς μου, διὰ νὰ ἀπολαύσω ἐδῶ κάτω τὴν χάριν σου, ἐκεῖ δὲ εἰς τὸν οὐρανὸν τὴν μακαρίαν σου δόξαν· διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπερευλογημένης σου Μητρός, καὶ πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ἀμήν.

Ἐπίλογος. Κάμνω τέλος, καὶ ἐπισφραγίζω τὴν συμβουλὴν ταύτην μὲ τοῦτα τὰ λόγια. Ὁ Πατὴρ ὁ πέμψας τὸν Πρόδρομον Ἰωάννην εἰς τὸ νὰ βαπτίζῃ, ἐκήρυξε διὰ τοῦ στόματος ἐκείνου εἰς τοὺς ἁμαρτωλοὺς «Μετανοεῖτε».

Ὁ Υἱός, ὅταν ἐφανερώθη εἰς τὸν κόσμον, τοῦτον τὸν λόγον ἔβαλεν ἀρχὴν καὶ θεμέλιον τοῦ κηρύγματός του «Μετανοεῖτε». Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὅταν κατέβη ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν, τοῦτον τὸν λόγον ἐλάλησε διὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου «Μετανοήσατε».

Τρεῖς εἶναι οἱ μαρτυροῦντες, καὶ τῶν τριῶν ἡ μαρτυρία ἐστὶν ἀληθής, μᾶλλον δὲ αὐτοαλήθεια. Λοιπόν, ἁμαρτωλοὶ σύντροφοι ἐδικοί μου· Μετανοεῖτε, Μετανοεῖτε, Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.