Ἔργον
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Ἐξομολογητάριον
Λόγος περί της αποφυγής της εκούσιας αμαρτίας
Ψυχωφελής λόγος που αναιρεί την πλάνη όσων αμαρτάνουν εκούσια ελπίζοντας στη μελλοντική θεία ευσπλαχνία και τη μετάνοια.
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ἔργον
Λόγος περί της αποφυγής της εκούσιας αμαρτίας
Ψυχωφελής λόγος που αναιρεί την πλάνη όσων αμαρτάνουν εκούσια ελπίζοντας στη μελλοντική θεία ευσπλαχνία και τη μετάνοια.
ΛΟΓΟΣ ΨΥΧΩΦΕΛΗΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΥΘΑΔΕΙΑΣ ΕΚΕΙΝΩΝ, ΟΠΟΥ ΑΜΑΡΤΑΝΟΥΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΠΩΣ ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΘΟΥΝ, ΚΑΙ ΝΑ ΜΕΤΑΝΟΗΣΟΥΝ ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ Διὰ ποίαν αἰτίαν, ἐγὼ ἐρωτῶ, ὁ ἄνθρωπος εἰς ὅλα μὲν τὰ σωματικὰ ἔργα του κλίνει περισσότερον εἰς τὸ νὰ φοβῆται, παρὰ εἰς τὸ νὰ ἐλπίζῃ· εἰς δὲ τὰ τῆς ψυχῆς ἐλπίζει περισσότερον παρὰ ὁποῦ φοβεῖται; Τοῦτο βέβαια δὲν ἀκολουθεῖ δι’ ἄλλο, πάρεξ διατὶ ὀλίγον ἀγαπᾷ τὴν σωτηρίαν του, καὶ ἔτζι δὲν φοβεῖται, διατὶ δὲν ἀγαπᾷ. Εἶναι πολλοὶ καὶ σχεδὸν ἀναρίθμητοι Χριστιανοί, ὁποῦ, κατὰ τὸν Ἰώβ, πίνουν τὴν πονηρίαν ὡσὰν νερόν· διατὶ ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς πρὸ τοῦ μὲν νὰ ἁμαρτήσῃ συλλογίζεται καὶ λέγει «ἂς ἁμαρτήσω, καὶ θέλω ἐξομολογηθῆ, θέλω μετανοήσει».
Ἀφ’ οὗ δὲ ἁμαρτήσῃ καὶ ἐξομολογηθῇ, δὲν ἐγνοιάζεται πλέον διὰ τὴν ἁμαρτίαν, διατὶ λέγει· ἐξωμολογήθηκα· ἐμετανόησα· «Ὢ πονηρὸν ἐνθύμημα! πόθεν ἐνεκυλίσθης καλύψαι τὴν ξηρὰν ἐν δολιότητι»; ὢ παρανομωτάτη πλάνη καὶ πρόληψις, ὁποῦ σκεπάζεις τὴν γῆν μὲ τὰς ἁμαρτίας, ἀπὸ ποῖον βυθὸν εὐγῆκες; ὄχι ἀπὸ ἄλλον βέβαια, πάρεξ ἀπὸ τὸν ᾅδην. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ γυρίσῃς πάλιν εἰς τὸν ᾅδην, καὶ νὰ μὴ πλανᾷς πλέον τοὺς Χριστιανούς; Ὅθεν ἡμεῖς θέλομεν ὁμιλήσει εἰς τὸν παρόντα Λόγον, περὶ τῆς αὐθαδείας τῶν τοιούτων, ὁποῦ λέγουν ταῦτα.
ΜΕΡΟΣ Αʹ Δὲν εὑρέθη ποτὲ βεβαιότατα κἀνένας πραγματευτὴς τόσον ἄγνωστος, ὁποῦ, χωρὶς κἀμμίαν ἀνάγκην, νὰ ῥίψῃ τὸ πρᾶγμά του εἰς τὴν θάλασσαν, μὲ τὴν ἐλπίδα πῶς ἔχει πάλιν νὰ τὸ πάρῃ ὀπίσω.
Μὲ ὅλον τοῦτο εὑρίσκονται τόσοι ἄγνωστοι Χριστιανοί, ὁποῦ ῥίπτουν θεληματικῶς τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς των, καὶ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, ἥτις εἶναι τὸ μεγαλήτερον χάρισμα, ὁποῦ ἠμπορεῖ εἰς τοῦτον τὸν κόσμον νὰ μᾶς δώσῃ ὁ Κύριος, μὲ τὴν ἐλπίδα πῶς ἔχουν νὰ λάβουν πάλιν ἐκείνην τὴν καθαρότητα, καὶ ἐκεῖνα τὰ οὐράνια χαρίσματα, διὰ μέσου τῆς Ἐξομολογήσεως καὶ Μετανοίας· καὶ γίνονται οἱ ταλαίπωροι σκλάβοι ἁλυσιδωμένοι τοῦ ᾅδου, μὲ τὸ θάῤῥος τοῦτο, πῶς ἔχουν νὰ κόψουν τὰς ἁλυσίδας των κατὰ τὴν ὄρεξίν τους καὶ πηγαίνουν ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἑωσφόρον μὲ τὰ κλειδία τῆς ψυχῆς των εἰς τὰ χέρια, νομίζοντες πῶς θέλει δυνηθοῦν νὰ τὰ πάρουν πάλιν ἀπὸ αὐτόν, ὅταν θελήσουν· καὶ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος δὲν θαυμάζομαι, διατὶ τοῦτο τὸ σφάλμα δὲν εἶναι καινούριον εἰς τοὺς ἀνθρώπους, μάλιστα αὐτὸς ἐστάθη ὁ πρῶτος πειρασμὸς τοῦ κόσμου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπαρακίνησεν ὁ διάβολος τὴν Εὔαν νὰ παραβῇ τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ παρασταίνοντας εἰς αὐτὴν τὴν εὐσπλαγχνίαν καὶ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, καὶ λέγωντας «Οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»· κάμετε δηλαδὴ κατὰ τὴν ὄρεξίν σας, καὶ δὲν θέλει σᾶς συμβῆ κἀνένα κακόν, διατὶ ὁ Θεὸς εἶναι κατὰ πολλὰ εὔσπλαγχνος καὶ ἀγαθός· καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Ἀδάμ, ὁποῦ, κατὰ τὸν ἀπόστολον, δὲν ἦτον πλανημένος ὡσὰν τὴν γυναῖκα· «Καὶ Ἀδὰμ οὐκ ἠπατήθη»· μὲ ὅλον τοῦτο ἐκαταστάθη νὰ γένῃ σύντροφος τῆς Εὔας εἰς τὸ νὰ φάγῃ τὸν ἀπηγορευμένον καρπόν· διατὶ ἐνόμισε, πῶς τὸ πταῖσμά του, ἀγκαλὰ καὶ βαρύτατον, ὅμως εὔκολα ἤθελε τοῦ τὸ συγχωρήσῃ ὁ Πλάστης του, καθὼς λέγει ὁ Ἱερὸς Αὐγουστῖνος εἰς τὸ ιαʹ.
Βιβλίον τοῦ· καὶ καθὼς λέγει καὶ ἄλλος Θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας· «Ἥμαρτεν Ἀδάμ, λογιζόμενος τὸ θεῖον ἔλεος»· ἔπταισε δηλαδὴ ὁ Ἀδάμ, νομίζωντας, ὅτι ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ δὲν ἤθελε τὸν παιδεύσῃ, καθὼς τὸν ἐφοβέρισε.
Καὶ τί ἄλλο περισσότερον θέλεις εἰς βεβαίωσιν τούτου, ἀδελφέ; ὅταν βλέπῃς πῶς ὁ διάβολος αὐθαδίασε τόσον, ὁποῦ ἐπῆγε νὰ πολεμήσῃ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ἔχωντας μεγάλον θάῤῥος νὰ τὸν νικήσῃ μὲ αὐτὰ τὰ ἴδια ἅρματα τῆς πρὸς Θεὸν ἐλπίδος, τὰ ὁποῖα ἐμεταχειρίσθη πολλὰ εὐτυχῶς τόσαις φοραῖς καὶ εἰς ἄλλους; Ὅθεν ὁ μιαρὸς ἐσυμβούλευσε τὸν Κύριον νὰ κρημνισθῇ ἀπὸ τὸ πτερύγιον τοῦ Ἱεροῦ, μὲ τὴν ἐλπίδα πῶς οἱ Ἄγγελοι ἤθελαν τρέξει παρευθὺς νὰ τὸν κρατήσουν νὰ μὴ πάθῃ κἀνένα κακόν, κατὰ τὴν ἐντολήν, ὁποῦ τοὺς ἔδωκεν ὁ Θεὸς νὰ φυλάττουν τοὺς δούλους του· «Βάλλε σεαυτὸν κάτω· γέγραπται γὰρ ὅτι τοῖς Ἀγγέλοις αὑτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ· καὶ ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου».
Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ θαυμάζεται τινάς, πῶς μὲ τοῦτον τὸν ἀπατηλὸν λογισμὸν πειράζει συχνάκις ὁ ἐχθρὸς τοὺς Χριστιανούς, παρακινῶντάς τους νὰ κρημνίζωνται, καὶ νὰ πίπτουν εἰς κάθε παρανομίαν, καὶ νὰ προσθέτουν εἰς τὴν πρώτην ἁμαρτίαν ἀκόμη χιλίας ἄλλας, μὲ τούτην τὴν πρόληψιν καὶ ἐλπίδα, ὅτι ἔχουν νὰ ἐξομολογηθοῦν, καὶ ὅτι οἱ Πνευματικοὶ ἔχουν νὰ τοὺς συγχωρήσουν, τρέχοντες ὡς Ἄγγελοι εἰρήνης, διὰ νὰ μὴ τοὺς ἀφήσουν νὰ πέσουν εἰς τὸν ᾅδην.
Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὁποῦ πρέπει νὰ θαυμάζεται τινὰς εἶναι, πῶς οἱ Χριστιανοὶ δὲν γνωρίζουν μίαν ἀπάτην τόσον ψηλαφητήν, καὶ φανερὰν τοῦ διαβόλου, καὶ πῶς δείχνουν τόσην ἀχαριστίαν εἰς τὸν Θεόν, διατὶ μεταχειρίζονται τὴν ἐξομολόγησιν καὶ μετάνοιαν, αἰτίαν τῶν ἁμαρτιῶν, καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν καὶ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ὁποῦ εἶναι αἰτία τῆς σωτηρίας των, αὐτοὶ τὴν κάμνουν αἰτίαν τοῦ κρημνισμοῦ, καὶ τῆς ἀπωλείας των! καὶ καθὼς τὸ φαρμακερὸν χόρτον τὸ ὀνομαζόμενον Νάπελλον, αὐξάνει τὸ φαρμάκι του καὶ μὲ αὐτὴν τὴν πλέον γλυκυτέραν δρόσον τοῦ οὐρανοῦ· τοιουτοτρόπως καὶ αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι, αὐξάνουν τὸ φαρμάκι καὶ τὸν θάνατόν τους μὲ τὸ γλυκύτατον καὶ σωτηριῶδες αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ· διατὶ αὐτὸ τὸ αἷμα, ὁποῦ ὑπηρετεῖ εἰς τὸ λουτρὸν τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως, διὰ νὰ καταβυθίζῃ κάθε ἁμαρτίαν τους, τὸ κάμνουν νὰ ὑπηρετῇ, σχεδὸν εἰπεῖν, εἰς τὸ νὰ ποτίζῃ καὶ νὰ αὐξάνῃ τὰς ἁμαρτίας των. Ἄχ! καὶ εὑρίσκεται μεγαλητέρα παρανομία ἀπὸ ἐτούτην; καὶ τί ἄλλο εἶναι αὐτό; πάρεξ ὅτι μεταχειριζόμεθα τὸ ἰατρικόν μας εἰς θρίαμβον καὶ νίκην τοῦ διαβόλου; καθὼς θρηνεῖ ὁ θεῖος Ἀμβρόσιος εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν· «Τὸ φάρμακον ἡμῶν, αὐτῷ τῷ διαβόλῳ γίνεται θρίαμβος».
ΜΕΡΟΣ Βʹ. Ποίας ζημίας προξενοῦν εἰς τὴν σωτηρίαν τους ἐκεῖνοι, ὁποῦ ἁμαρτάνουν, μὲ ἐλπίδα πῶς ἔχουν νὰ ἐξομολογηθοῦν, καὶ νὰ μετανοήσουν. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ παραστήσῃ ἀρκετὰ τὰς ζημίας, ὁποῦ προξενοῦν εἰς τὸν ἑαυτόν τους ἐκεῖνοι, ὁποῦ ἁμαρτάνουν μὲ ἐλπίδα πῶς ἔχουν νὰ μετανοήσουν; Ἐγὼ πιστεύω, πῶς τὸ περισσότερον μέρος τῶν Χριστιανῶν ἔχει νὰ κολασθῇ διὰ αὐτὴν τὴν πονηρὰν καὶ πλανεμένην ἐλπίδα, ἡ ὁποία ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τοὺς ὡδήγησεν εἰς τὸν φρικτὸν ἐγκρεμνὸν τοῦ ᾅδου· ὥστε ὁποῦ, ἀγκαλὰ καὶ ἐπίστευαν, ὅτι ἦτον ἑτοιμασμένη μία φλόγα αἰώνιος διὰ ἐκείνους, ὁποῦ ἁμαρτάνουν, μὲ ὅλον τοῦτο αὐτοὶ ἥμαρτον, ὡσὰν νὰ ἐπίστευαν, πῶς ἡ κόλασις εἶναι ἕνας μῦθος. Καὶ τοῦτο διατί; ἐπειδὴ καὶ ἐλογίαζαν τὴν ἰατρείαν τῶν ἁμαρτιῶν τους, πῶς εἶναι τόσον εὐκόλη, καθὼς εἶναι τὸ νὰ ἐξομολογηθοῦν εἰς τὸν Πνευματικὸν τὰς ἁμαρτίας, ὁποῦ ἔπραξαν, καὶ νὰ λάβουν δι’ αὐτὰς ἕνα ἐλαφρότατον κανόνα· καὶ ὕστερα ἁπὸ αὐτὸ εἰρηνεύουν πλέον καὶ ἀμεριμνοῦν, νομίζοντες πῶς ἐπλήρωσαν κάθε χρέος τους.
Αʹ. Ζημία τῶν μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς μετανοίας ἁμαρτανόντων ἡ ὑπερβολική, ποσότης τῶν ἁμαρτιῶν. Ἡ πρώτη λοιπὸν ζημία, ὁποῦ προξενοῦν εἰς τὸν ἑαυτόν τους ἐκεῖνοι, ὁποῦ ἁμαρτάνουν μὲ ἐλπίδα μετανοίας, εἶναι ἡ ποσότης καὶ τὸ πολὺ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν, ὁποῦ κάμνουν· διατὶ αὐτοί, ἔχοντες εὔκολον τὸ νὰ ἐξομολογηθοῦν τὰς ἁμαρτίας των μὲ κἄποιαν ὀλίγην κατάνυξιν, καὶ νομίζοντες πῶς εἰς τοῦτο στέκει ὅλη των ἡ μετάνοια, διὰ τὴν εὐκολίαν λέγω αὐτήν, καὶ τὴν ψευτίκην ἐλπίδα, πίπτουν ἔπειτα οἱ ταλαίπωροι εἰς τὰ πάθη· ἀφ’ οὗ δὲ πέσουν μίαν φοράν, ἀφίνουν πλέον τὸ χαλινάρι τοῦ λογικοῦ καὶ τῆς προσοχῆς, καὶ τρέχουν ὡσὰν ἄλογα ζῶα εἰς τὴν στράταν τῆς ἀπωλείας. Ὅθεν ποῖος ἠμπορεῖ νὰ ἐπαριθμήσῃ τὰ πεσίματα, ὁποῦ κάμνουν; Ὅσαις φοραῖς εὕρουν τρόπον, καὶ τόπον ἁρμόδιον, εὐθὺς πίπτουν εἰς τὴν ἁμαρτίαν· ὅσαις φοραῖς θελήσει ἡ κακή των ὄρεξις, εὐθὺς πίπτουν· ὅσαις φοραῖς τοὺς ἔλθῃ ὁ κακὸς λογισμός, εὐθὺς πίπτουν καὶ εἰς τὸ ἔργον. Χάριν ὅμως περιεργείας, ἂς κάμωμεν ἕνα καθαρὸν λογαριασμόν, διὰ νὰ ἰδοῦμεν, πόσον εἶναι αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν, ὁποῦ κάμνουν οὗτοι.
Πολλοὶ ἀπὸ τούτους τοὺς ἁμαρτωλούς, ὁποῦ ἔχουν διὰ εὐκόλην τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν τους μὲ τὴν ἐξομολόγησιν, εἰς κάθε ἡμέραν, μίαν μὲ τὴν ἄλλην, ἠμποροῦν νὰ πράξουν δέκα ἁμαρτίας, τόσον μὲ τὰ πονηρὰ ἔργα των, ὅσον καὶ μὲ τὰς κακάς των ἐπιθυμίας, καὶ μὲ τὰς ἀφυλάκτους συνομιλίας των, καὶ μὲ τὰς ἀπρεπεῖς ἡδονάς των· ἐξαιρέτως δὲ καὶ μάλιστα μὲ τὰ σκάνδαλα, ὁποῦ δίδουν εἰς τοὺς ἄλλους, καὶ θανατόνουν τὰς ψυχάς των. Ὅθεν κατὰ τὸ μέτρον αὐτό, ὁ λογαριασμὸς τῶν ἁμαρτιῶν τους εἰς ἕνα μῆνα θέλει φθάσει εἰς τριακοσίας ἁμαρτίας, καὶ ἀκολούθως εἰς ἕνα χρόνον θέλουν κάμει περισσότερον ἀπὸ τρεῖς χιλιάδας ἁμαρτίας· ὥστε ὁποῦ, κάθε ἕνας ἀπὸ τοὺς τοιούτους, εἰς ἕνα χρόνον θέλει κτυπήσει περισσότερον ἀπὸ τρεῖς χιλιάδαις φοραῖς εἰς ταῖς πόρταις τοῦ ᾅδου. Τώρα τί δύσκολον εἶναι νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ θέλει ἀνοίξει μίαν φορὰν εἰς ἕνα τοιοῦτον ἁμαρτωλὸν τὰς πόρτας τοῦ ᾅδου, καὶ νὰ τὸν ἀφήσῃ νὰ πέσῃ μέσα εἰς ἐκείνην τὴν ἄβυσσον;
μάλιστα αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, ὁποῦ φοβερίζει ὅτι θέλει κάμει ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ στόμα τοῦ Ἱερεμίου· «Εἰς ἀλγηρὸν ἰατρεύθης· ὠφέλειά σοι οὐκ ἔστιν, ὅτι πληγὴν ἐχθροῦ ἔπαισά σε, παιδείαν στερεὰν ἐπὶ πᾶσαν ἀδικίαν σου· ἐπληθύνθησαν αἱ ἁμαρτίαι σου» Ζυγίασαι καλά, ἀδελφέ, αὐτὰ τὰ λόγια· δὲν λέγει ὁ Θεὸς πῶς δὲν ἰατρεύθης, ἀλλὰ πῶς δὲν ὠφελήθης ἀπὸ τὴν ἰατρείαν· «Εἰς ἀλγηρὸν ἰατρεύθης, ὠφέλειά σοι οὐκ ἔστι»· μάλιστα ἀπὸ πολλὰς ἰατρείας ὁμοῦ· διότι, ὄχι μίαν μόνην φοράν, ἀλλὰ πολλαῖς καὶ πολλαῖς φοραῖς ἐξωμολογήθης· καὶ μὲ ὅλον τοῦτο ἡ ἐξομολόγησις ὁποῦ εἶναι διὰ νὰ φαρμακόνῃ καὶ νὰ θανατόνῃ τὰς ἁμαρτίας, ἐξ αἰτίας τῆς ἐδικῆς σου πονηρίας, ὑπηρέτησε διὰ νὰ τὰς αὐξήσῃ· ἐπειδὴ καὶ σὺ λέγεις μὲ τὸν ἑαυτόν σου· «Ἐὰν ἁμαρτάνω, φθάνει με νὰ ἐξομολογηθῶ· καὶ ἐὰν ἥμαρτον μίαν φοράν, ἠμπορῶ νὰ ἁμαρτήσω καὶ ἄλλην, καὶ ἄλλην φοράν· διατί ἢ πολλὰς ἁμαρτίας κάμω, ἢ ὀλίγας, ἔχω νὰ ἐξομολογηθῶ, καὶ νὰ μετανοήσω». —«Λοιπὸν ἰατρεύθης ναί, ἀλλ’ ὠφέλειά σοι οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς ἰατρείας ταύτης»· διατί ἡ ὠφέλεια, ὁποῦ ἀπολαμβάνεις ἀπὸ τόσαις ἐξομολόγησες, εἶναι τὸ νὰ προσθέτῃς ἁμαρτίαν χωρὶς ἀριθμόν, καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζῃς, ὅτι αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν, σὲ καταβυθίζει εἰς τὸν ᾅδην· σὲ κάμνει ἄξιον διὰ νὰ σὲ παιδεύῃ ὁ Θεὸς μὲ μίαν παιδείαν στερεάν, χωρὶς εὐσπλαγχνίαν, καὶ νὰ σὲ τιμωρῇ ὡσὰν ἕνα του ἐχθρόν, ὁποῦ θέλει νὰ πταίῃ εἰς τὸν Θεὸν τόσον περισσότερον, ὅσον περισσότερον ὁ Θεὸς ἐφάνη εἰς αὐτὸν εὔσπλαγχνος· «Πληγὴν ἐχθροῦ ἔπαισά σε, ὅτι ἐπληθύνθησαν αἱ ἁμαρτίαι σου».
Διὰ τοῦτο καὶ ἀλλαχοῦ ὁ αὐτὸς Προφήτης λέγει ἀλληγορικῶς περὶ τῆς ψυχῆς ἐκείνης, ὁποῦ ἐξομολογεῖται καὶ ἰατρεύεται ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας, ἔπειτα πάλιν ἁμαρτάνει, καὶ γίνεται ἀνιάτρευτος, καὶ ἀξία νὰ ἐγκαταλειφθῇ τελείως ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ νὰ κολασθῇ· «Ἰατρεύσαμεν τὴν Βαβυλῶνα, καὶ οὐκ ἰάθη· ἐγκαταλίπωμεν αὐτήν, ὅτι ἤγγικεν εἰς οὐρανὸν τὸ κρίμα αὐτῆς».
Βʹ. Ζημία τῶν μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς μετανοίας ἁμαρτανόντων, ἡ ὑπερβολικὴ ποιότης τῶν ἁμαρτιῶν. Ἡ δευτέρα ζημία, ὁποῦ προξενοῦν εἰς τὸν ἑαυτόν τους ἐκεῖνοι, ὁποῦ ἁμαρτάνουν μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἐξομολογήσεως καὶ μετανοίας, εἶναι ἡ ποιότης καὶ ἡ ὑπερβολὴ τῶν ἁμαρτιῶν ὁποῦ πράττουν· διατὶ αὐτοί, μὲ τὸν ψεύτικον λογαριασμὸν ὁποῦ κάμνουν, λέγοντες «θέλω ἐξομολογηθῆ», μὲ τοῦτο λέγω ἁμαρτάνουν χωρὶς κἀνένα φόβον καὶ συστολήν· βυθίζονται εἰς τὰ βάθη, καὶ εἰς τὴν πλέον ἀκαθαρτοτέραν λάσπην τῆς ἁμαρτίας· πράττουν ἀδιάντροπα ἐκεῖνα τὰ κακά, ὁποῦ δὲν τὰ πράττουν οὔτε οἱ ἴδιοι ἀσεβεῖς, καὶ κυλίονται μέσα εἰς τὸν βόρβορον ἐκεῖνον καὶ εἰς τὰς ἀκαθαρσίας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν κυλίονται οὔτε αὐτὰ τὰ ἄλογα ζῶα. Ἀλλὰ τί τοὺς κάμνει καὶ ὁ Θεός; δὲν ἀλησμονεῖ τὴν πονηρίαν αὐτήν, ἀλλὰ ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρός, τὴν παιδεύει καθὼς τὸ λέγει μὲ τὸ στόμα τοῦ Ὠσηέ· «Ἐφθάρησαν κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ βουνοῦ».
Ἰδοὺ αἱ ἁμαρτίαι τῶν τοιούτων πονηρῶν· «Μνησθήσεται τῶν ἀδικιῶν αὐτῶν, καὶ ἐκδικήσει τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν». Ἰδοὺ καὶ ἡ τιμωρία, μὲ τὴν ὁποίαν τοὺς παιδεύει ὁ Θεός. Γʹ. Ζημία τῶν μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς μετανοίας ἁμαρτανόντων, ἡ καταφρόνησις, καύχησις, ἀμετανοησία καὶ ἄρνησις.
Ἡ τρίτη ζημία, ὁποῦ προξενοῦν εἰς τὸν ἑαυτόν τους οἱ μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς μετανοίας ἁμαρτάνοντες, εἶναι ἡ ἐν γνώσει καταφρόνησις, ὁποῦ αὐτοὶ κάμνουν εἰς τὴν σωτηρίαν τους, καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου μετὰ τὴν ἁμαρτίαν· διατὶ κατὰ τὸν Σολομῶντα· «Ὅταν ἔλθῃ ἀσεβὴς εἰς βάθος κακῶν καταφρονεῖ». Αὐτοὶ ὅταν φθάσουν εἰς τὰ ἔσχατα τῆς πονηρίας, πωρόνεται ὁ νοῦς των, σκληρύνεται ἡ καρδία των, καὶ δὲν μετροῦν πλέον τὴν ἁμαρτίαν παντελῶς. Κἄποιοι δὲ ἀπὸ αὐτοὺς πηγαίνουν ἀκόμη παρεμπρός, διατὶ ὄχι μόνον καταφρονοῦν, ἀλλὰ καὶ ἀρέσκονται εἰς τὰς ἁμαρτίας των, καὶ εὐφραίνονται εἰς αὐτάς, καὶ καυχῶνται ὡσὰν εἰς μεγάλα των κατορθώματα, ὡς λέγει ὁ Σολομών· «Ὢ οἱ εὐφραινόμενοι ἐπὶ κακοῖς, καὶ χαίροντες ἐπὶ διαστροφῇ κακῇ»!. Καὶ ὁ Ἡσαΐας· «Τὴν ἁμαρτίαν αὑτῶν ὡς Σοδόμων ἀνήγγειλαν, καὶ ἐνεφάνισαν».
Καὶ αὐτοί, ὁποῦ πρότερον ἔλεγον «ἂς ἁμαρτήσω τώρα, καὶ ἔπειτα θέλω ἐξομολογηθῆ, θέλω μετανοήσει»· καταντοῦν εἰς ἕνα βαθμόν, ὁποῦ ἀφ’ οὗ φθάσουν εἰς τὸ βάθος τῶν κακῶν, δὲν θέλουν πλέον οὔτε νὰ ἐξομολογηθοῦν, οὔτε νὰ μετανοήσουν· καὶ ἂν τύχῃ κἀμμίαν φορὰν νὰ θελήσουν, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦν· διατὶ ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας ἔγεινεν ἕξις εἰς αὐτούς, καὶ ἡ ἕξις ἔγεινεν ὡσὰν φύσις, καὶ ἐσκλήρυνεν ὡσὰν πέτραν τὴν καρδίαν των καὶ τὴν ἔκαμεν ἀναίσθητον, καὶ ἀνεπίδεκτον μετανοίας καὶ διορθώσεως· καὶ οὕτως ἀποθαίνουν οἱ ἄθλιοι, ἀδιόρθωτοι, καὶ ἀμετανόητοι.
Καὶ εἶναι θαῦμα μεγάλον, πῶς οἱ τοιοῦτοι Χριστιανοί, ὁποῦ φθάσουν εἰς τὰ ἔσχατα τῆς πονηρίας, κρατοῦν καὶ τὴν πίστιν των, καὶ δὲν τὴν ἀρνοῦνται· ἀγκαλὰ καὶ μερικοὶ ἐξ αὐτῶν ἀφίνουν ἀπὸ τὰς χεῖράς των, φεῦ! καὶ αὐτὴν τὴν ἄγκυραν τῆς Πίστεως· διατί ὁ βίος ὁ πονηρὸς γεννᾷ καὶ δόγματα πονηρά, καθὼς λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος.
Βλέπεις, ἀδελφέ, πόσας ζημίας, βλέπεις ποταπὴν ἀπώλειαν προξενοῦν εἰς τὸν ἑαυτόν τους ἐκεῖνοι, ὁποῦ ἁμαρτάνουν μὲ τὴν ψευτίκην ἐλπίδα, πῶς ἔχουν νὰ ἐξομολογηθοῦν, καὶ νὰ μετανοήσουν; Διὰ τοῦτο σοφώτατα εἶπεν ὁ Ἀββᾶ Ἰσαάκ, ὅτι ὅποιος μὲ ἐλπίδα μετανοίας πίπτει εἰς δεύτερα ἁμαρτήματα, αὐτὸς πονηρίαν μεταχειρίζεται μὲ τὸν Θεόν, καὶ ἀνελπίστως θέλει ἀποθάνει, χωρὶς νὰ ἀξιωθῇ μετανοίας, καθὼς ἤλπιζεν· «Ὁ ἐν ἐλπίδι μετανοίας ὀλισθαίνων ἐκ δευτέρου, οὗτος μετὰ πανουργίας πορεύεται μετὰ τοῦ Θεοῦ· τούτῳ ἀγνώστως ἐπιπίπτει ὁ θάνατος, καὶ οὐ φθάνει τὸν καιρὸν τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ, τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς πληρῶσαι». Σχεδὸν τὸ αὐτὸ λέγει καὶ ὁ μέγας Βασίλειος· «Ὁ ἐν ἐλπίδι τῆς μετανοίας κακουργῶν, κακουργίας ἔχει τὸν τρόπον, καὶ ἀπεστέρηται μετανοίας». Εἰς τοῦτον ἁρμόζει καὶ ἐκεῖνο, ὁποῦ λέγει ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος· «Ἡ τῆς συγχωρήσεως εὐχέρεια ἐνδόσιμον παρέχει τοῦ ἁμαρτάνειν».
ΜΕΡΟΣ Γʹ. Περὶ τῆς ἰατρείας ἐκείνων, ὁποῦ ἁμαρτάνουν μὲ ἐλπίδα πῶς ἔχουν τὰ ἐξομολογηθοῦν, καὶ νὰ μετανοήσουν. Αʹ. Ἰατρεία τῶν μὲ ἐλπίδα μετανοίας ἁμαρτανόντων ἡ προσευχή. «Χρηστὸς εἶ σὺ Κύριε, καὶ ἐν τῇ χρηστότητί σου δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου». Αὐτὴν τὴν προσευχὴν ἔκαμνεν ὁ Προφήτης Δαυΐδ, καὶ αὐτὴν πρέπει καὶ ἐσύ, ἀδελφέ, νὰ κάμνῃς εἰς τὸν Θεόν, ἐξ ὅλης σου καρδίας· διατὶ ἡ Προσευχὴ εἶναι ἡ πρώτη ἰατρεία αὐτῆς τῆς πονηρᾶς προλήψεως, καὶ ψευτίκης ἐλπίδος, τὴν ὁποίαν ἕως τώρα ἐκατηγορήσαμεν. Ὦ Κύριε, σὺ εἶσαι ἀγαθός, μᾶλλον δὲ εἶσαι ἡ ἰδία ἀγαθότης κατ’ οὐσίαν· «Χρηστὸς εἶ σὺ Κύριε»· κάμε λοιπὸν τὸν τρόπον, ὁποῦ αὐτὴ ἡ ἰδία ἀγαθότης σου νὰ μὲ διδάξῃ, διὰ νὰ φυλάττω τὸν νόμον σου· «Ἐν τῇ χρηστότητί σου δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου».
Αὐτὸ σοῦ ζητεῖ ὁ Κύριος, μὲ τὸ νὰ ἦναι χρηστὸς μὲ ἐσένα, μὲ τὸ νὰ σὲ προσμένῃ εἰς τὴν ἐξομολόγησιν, καὶ μὲ τὸ νὰ σοῦ συγχωρῇ τὰς ἁμαρτίας σου· ἤγουν ζητεῖ νὰ μάθῃς ἀπὸ αὐτὸν νὰ ἦσαι καὶ ἐσὺ χρηστός. Πῶς λοιπὸν δὲν φοβεῖσαι νὰ τὸν παροργίσῃς, ἐὰν διαστρέψῃς τοιουτοτρόπως τὸν σκοπόν του; πῶς ἐσὺ θέλεις νὰ γίνεσαι τόσον κακὸς καὶ παράνομος μὲ τὸν Θεόν, εἰς καιρὸν ὁποῦ ὁ Θεὸς εἶναι τόσον ἀγαθὸς καὶ γλυκὺς μὲ ἐσένα; «Εἰ ἀνταποδίδοται ἀντὶ ἀγαθῶν κακά;». Ἔτζι ἀνταποδίδεις ἐσὺ τὰς εὐεργεσίας τοῦ Θεοῦ σου; ἔτζι μεταχειρίζεσαι τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν χάριν τῆς ἐξομολογήσεως, ὄργανον διὰ νὰ ἁμαρτάνῃς, καὶ νὰ ὑβρίζῃς τὸν Θεόν;
Ἕνα ἀπὸ τὰ δύω, ἀνίσως καὶ δὲν πιστεύῃς, ἁμαρτωλέ, ὅτι ἀνάμεσα εἰς τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, καὶ εἰς τὴν κακίαν, εἶναι μία ἐναντιότης, ἄπειρος, οὐσιώδης καὶ ἀδιάλλακτος, ἐσὺ δὲν πιστεύεις καθὼς πρέπει τὸν Θεὸν διὰ Θεόν· εἰ δὲ καὶ τὸν πιστεύεις, ἔπειτα θέλεις νὰ γίνεται ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ αἰτία εἰς ἐσένα νὰ κάμνῃς τὴν ἁμαρτίαν, ὁποῦ εἶναι ἕνας τόσον μεγάλος ἐχθρὸς τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ, ἤξευρε, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ νὰ ἁρματόνῃς τὸν Θεὸν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ κάμνῃς σχεδὸν νὰ πολεμήσῃ ἡ ἐλεημοσύνη του μὲ τὴν δικαιοσύνην του.
Ὅθεν παρακάλει, ἀδελφέ, τὸν Κύριον πάντοτε, νὰ εὐγάλῃ ἀπὸ τὴν καρδίαν σου αὐτὴν τὴν ψευτίκην καὶ πλανεμένην ἐλπίδα, περὶ τῆς ὁποίας εἶναι γεγραμμένον· «Ἐθήκαμεν ψεῦδος τὴν ἐλπίδα ἡμῶν, καὶ ἐν τῷ ψεύδει σκεπασθησόμεθα»· καὶ νὰ σὲ φωτίσῃ μὲ τὴν χάριν του νὰ γνωρίσῃς, πῶς ἡ ἐλπίδα αὐτὴ εἶναι μία ἀπάτη καὶ παγίδα τοῦ διαβόλου, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπλάνεσε τοὺς Προπάτορας μέσα εἰς τὸν Παράδεισον, ὡς προείπομεν, καὶ πλανᾷ ὁλοένα τόσους ἀθλίους ἁμαρτωλούς, καὶ τοὺς κατεβάζει εἰς τὸν ᾅδην· καὶ διὰ νὰ λυτρωθῇς ἀπὸ αὐτήν, λέγε πρὸς Κύριον ἐκεῖνο τὸ Δαβιτικόν· «Φύλαξόν με Κύριε, ἀπὸ παγίδος, ἧς συνεστήσαντό μοι».
Βʹ. Ἰατρεία τῶν μὲ ἐλπίδα μετανοίας ἁμαρτανόντων ἡ γνῶσις τῆς ἀληθινῆς μετανοίας καὶ τῶν καρπῶν αὐτῆς. Ἡ δευτέρα ἰατρεία, ἀδελφέ, εἶναι νὰ πολεμήσῃς τὴν ῥίζαν αὐτῆς τῆς ψευτίκης ἐλπίδος, ἡ ὁποία γεννᾶται ἀπὸ δύω ἀγνωσίας· ἀπὸ τὸ νὰ μὴν ἠξεύρουν οἱ μὲ ἐλπίδα μετανοίας ἁμαρτάνοντες, τί πρᾶγμα καθ’ αὐτὸ εἶναι ἡ ἐξομολόγησις, καὶ ἡ μετάνοια· καὶ Βʹ. ἀπὸ τὸ νὰ μὴν ἠξεύρουν, τί λογῆς ἀποτελέσματα, καὶ καρποὺς ἔχει ἡ ἀληθινὴ μετάνοια, καὶ ἐξομολόγησις· ὅθεν ὅταν εὐγάλῃ τινὰς ἀπὸ τὸν νοῦν του αὐτὰς τὰς δύο ἀγνωσίας, βέβαια θέλει ἰατρευθῇ.
Αʹ. Λοιπὸν ἐκεῖνοι, ὁποῦ ἁμαρτάνουν μὲ τὸ θάῤῥος τῆς ἐξομολογήσεως, δὲν ἠξεύρουν κοινῶς τί εἶναι ἡ ἐξομολόγησις. Αὐτοὶ νομίζουν, πῶς ἡ ἐξομολόγησις δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ μόνον τὸ νὰ εἰποῦν καταλεπτῶς εἰς τὸν Πνευματικὸν τὰς ἁμαρτίας των, καὶ πῶς, ἀφ’ οὗ τὰς φανερώσουν μὲ προσοχήν, ἔκαμαν ὅλο τὸ πᾶν· διὰ τοῦτο ὅλη τους ἡ ἐπιμέλεια διὰ Τί εἶναι ἡ ἐξομολόγησις. νὰ ἑτοιμασθοῦν εἰς τὴν ἐξομολόγησιν εἶναι τὸ νὰ ἐνθυμηθοῦν τὰς ἁμαρτίας ὁποῦ ἔκαμαν, καὶ ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐξομολόγησιν ἡ φροντίδα τους δὲν εἶναι ἄλλη, παρὰ νὰ στοχασθοῦν καλά, μὴ τύχῃ καὶ ἀλησμόνησαν κἀμμίαν ἁμαρτίαν. Ἀλλὰ ἀνίσως καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιμέλεια καὶ ἡ φροντίδα μόνον εἶναι ἀρκετὴ διὰ νὰ τοὺς φιλιόνῃ μὲ τὸν Θεόν, ἡ στράτα τοῦ Οὐρανοῦ δὲν θέλει εἶναι πλέον στενή, καθὼς μᾶς λέγει τὸ Εὐαγγέλιον «Στενὴ καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν»· ἀμὴ θέλει εἶναι πλατυτέρα ἀπὸ τὰς πλατείας τῆς πόλεως· καὶ τί μεγάλος κόπος εἶναι νὰ εἰποῦμεν τὰς ἁμαρτίας μας εἰς ἕνα Πνευματικόν, ἀφ’ οὗ ἡμεῖς ἐσυνειθίσαμεν ἀκόμη ἀπὸ παιδία, ὁποῦ ἤμεθα, νὰ τὰς λέγωμεν;
Καὶ ἂν εἰς τοῦτο ἐστέκετο ὅλο τὸ πᾶν, ἐκεῖνοι οἱ πλέον ἀναίσχυντοι καὶ ἀδιάντροποι ἁμαρτωλοί, ὁποῦ καυχῶνται εἰς τὰς ἁμαρτίας των, καὶ τὰς διηγοῦνται ὡσὰν ἕνα παιγνίδι εἰς τὰς συναναστροφὰς τῶν συντρόφων των, ἐκεῖνοι λέγω ἤθελαν εἶναι καλλιώτερα ἑτοιμασμένοι διὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν καλῶς· διατὶ αὐτοὶ ἐξομολογοῦνται ὅλας τὰς ἁμαρτίας των χωρὶς ἐντροπήν. Ὅθεν ἡ ἐξομολόγησις ἤθελεν εἶναι μία πραγματεία, ὁποῦ τελειόνει ὅλη εἰς μόνον τὸ στόμα, καὶ ἤθελεν ἦναι ἕνα ξεφόρτωμα περισσότερον τῆς ἐνθυμήσεως, παρὰ τῆς καρδίας. Ἀλλὰ δὲν Ὅτι ἡ ἐξομολόγησις χρειάζεται νὰ ἔχῃ καὶ πόνον. εἶναι ἔτζι ἡ ἀλήθεια· ἐπειδὴ ἐξομολόγησις μὲ ξεχωριστὸν τρόπον θέλει νὰ εἰπῇ, τὸ νὰ ἀποστραφῇ ὁ ἁμαρτωλὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, καὶ νὰ ἐπιστραφῇ, καὶ νὰ γυρίσῃ πάλιν εἰς τὸν Θεόν. Ὅθεν ἀγκαλὰ καὶ νὰ ἦναι ἀναγκαία καὶ αὐτὴ ἡ ἐξωτερικὴ φανέρωσις τῆς ἁμαρτίας μὲ τὸ στόμα τοῦ ἁμαρτωλοῦ, διὰ νὰ τὴν ἀκούσῃ ὁ Πνευματικός, καὶ νὰ τὴν διορθώσῃ καὶ νὰ τὴν συγχωρήσῃ, μὲ ὅλον τοῦτο αὐτὴ μόνη δὲν εἶναι ἀρκετή, ἀλλὰ χρειάζεται ἀκόμη καὶ ἕνας πόνος ἐσωτερικὸς τῆς καρδίας διὰ τὰς ἁμαρτίας· ὁ ὁποῖος πόνος πρέπει νὰ ἔχῃ ἐτοῦτα τὰ τρία περιστατικά·
Πόσα πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ πόνος. Αʹ. νὰ ᾖναι δραστικός· Βʹ. νὰ ᾖναι ἄκρος· καὶ Γʹ. νὰ ᾖναι ὑπερφυσικός. Ὅθεν καὶ εἰς τὴν ἐδικήν σου ἐξομολόγησιν, ἀδελφέ, ἐὰν μόνον λείπῃ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ τρία περιστατικὰ τοῦ πόνου, ἡ ἐξομολόγησίς σου θέλει εἶναι ὡσὰν ἐκείνη τοῦ Σαούλ, ὡσὰν ἐκείνη τοῦ Ἀντιόχου, καὶ ὡσὰν ἐκείνη τοῦ Ἰούδα· διατὶ καὶ ἡ μετάνοια τούτων ᾖναι μὲ τὸ στόμα μόνον, καὶ ὄχι μὲ τὴν καρδίαν.
Ἐπειδὴ δὲ αὐτὰ τὰ τρία περιστατικὰ τοῦ πόνου τῆς καρδίας εἶναι τόσον ἀναγκαῖα, ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον τὸ νὰ λάβωμεν ἀπὸ τὸν Θεὸν τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν μας· διὰ τοῦτο κάμνει χρείαν νὰ σοῦ τὰ ξεκαθαρίσω ἐδῶ, ἀδελφέ, ἢ κᾂν νὰ σοῦ τὰ ἐξαναενθυμίσω ἕνα πρὸς ἕνα.
Ὁ πόνος πρέπει νὰ ᾖναι δραστικός. Αʹ. Λοιπὸν ὁ πόνος τῆς μετανοίας πρέπει νὰ ᾖναι δραστικός, ὁποῦ θέλει νὰ εἰπῇ, νὰ ᾖναι ὄχι ἀδύνατος καὶ ἀσθενής, ὁποῦ νὰ μὴ κάμνῃ κἀμμίαν δραστικὴν καὶ ἀξιόλογον ἐνέργειαν· ἀλλὰ τόσον δυνατός, ὁποῦ νὰ κυριεύῃ τὴν καρδίαν, καὶ νὰ μὴ τὴν ἀφίνῃ νὰ νικᾶται (ἵνα μὴ λέγω καὶ νὰ αἰσθάνεται τελείως) ἀπὸ τὴν ὄρεξιν τῆς σαρκός, καὶ τὴν ἡδονὴν τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία ἐμβαίνει διὰ μέσου τῶν προσβολῶν τοῦ ἐχθροῦ· καὶ πρὸς τούτοις νὰ ᾖναι τόσον ἀποφασιστικός, ὥστε ὁποῦ νὰ κάμνῃ τὸν μετανοοῦντα νὰ μὴ μεταγυρίσῃ πλέον νὰ βλάψῃ τὸν Θεὸν μὲ ἁμαρτίας, οὔτε εἰς κἀνένα καιρόν, οὔτε διὰ κἀμμίας λογῆς ἀφορμήν, οὔτε δι’ ἀγάπην τινὸς κτιστοῦ πράγματος, οὔτε διὰ φόβον τινὸς κακοῦ· καθὼς κάμνει μία τιμημένη γυναῖκα, ὁποῦ εἶναι ἀποφασισμένη νὰ φυλάξῃ τὴν τιμὴν τοῦ ἀνδρός της, καὶ νὰ γένῃ ἄπιστος εἰς αὐτὸν ποτὲ ποτέ, κᾂν καὶ ἤθελαν τῆς ἀκολουθήσουν τὰ μύρια κακά.
Βʹ. Αὐτὸς ὁ πόνος πρέπει νὰ ᾖναι ὄχι πλαστός, ὄχι ὀλίγος καὶ παραμικρός, ἀλλὰ μεγάλος καὶ ἄκρος· διατὶ τόσον ὁ πόνος ἐκεῖνος, ὁποῦ μᾶς παρακινεῖ νὰ ἀποστερώμεθα καὶ νὰ μισῶμεν τὰς ἁμαρτίας δι’ ἀγάπην Θεοῦ, καὶ διατὶ μὲ αὐτὰς ἐλυπήσαμεν τὸν Θεόν, ὅς τις καὶ ὀνομάζεται Συντριβή, ὅσον καὶ ὁ πόνος ἐκεῖνος, ὁποῦ μᾶς παρακινεῖ, νὰ ἀποστρεφώμεθα τὰς ἁμαρτίας διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ ἑαυτοῦ μας, καὶ διατὶ ὑστερούμεθα διὰ αὐτὰς τὸν Παράδεισον, καὶ καταδικαζόμεθα εἰς τὸν ᾌδην, ὁ ὁποῖος πόνος ὀνομάζεται Ἐπιτριβή· καὶ οἱ δύω λέγω οὗτοι πόνοι πρέπει νὰ ᾖναι τόσον ἄκροι καὶ τέλειοι, ὥστε ὁποῦ νὰ κάμνουν τὸν μετανοοῦντα νὰ ἀποστραφῇ, καὶ νὰ μισήσῃ τὰς ἁμαρτίας περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλο κακόν, ἐξ ὅλης του ψυχῆς· ἤγουν μὲ τόσην πολλὴν δύναμιν, εἰς τρόπον ὁποῦ ἡ ψυχὴ διὰ μέσου τῆς δυνάμεως αὐτῆς νὰ διαλέγῃ καλήτερα κάθε ἄλλο κακόν, ὁποῦ ἠμπορεῖ νὰ τῆς ἀκολουθήσῃ, εἴτε στέρησις τῶν πραγμάτων εἶναι, εἴτε στέρησις τῆς τιμῆς, εἴτε στέρησις καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς, πάρεξ νὰ πράξῃ τὴν ἁμαρτίαν.
Ὅθεν εἶναι ἀναγκαῖον εἰς ἐκεῖνον ὁποῦ ἀληθῶς μετανοεῖ, νὰ δείξῃ εἰς τὸν Θεόν, ὁποῦ βλέπει τὸ βάθος τῆς καρδίας, ὅτι ἡ καρδία του τόσον πονεῖ, ὁποῦ, συγκρίνουσα τὴν φιλίαν τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν φιλίαν τῶν κτισμάτων, προτιμᾷ περισσότερον τὴν φιλίαν τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματα· καὶ πρὸς τούτοις τόσον ἄκροι πρέπει νὰ ᾖναι οἱ πόνοι αὐτοί, ὥστε ὁποῦ ὄχι μόνον νὰ μένουν παντοτεινὰ εἰς τὸν μετανοοῦντα, καὶ νὰ συντρίβουν τὴν καρδίαν του, ὄχι μόνον νὰ τὴν κάμνουν νὰ εὐγάνῃ ἀναστεναγμοὺς καὶ δάκρυα, καθὼς εἶναι γεγραμμένον περὶ τῶν ἁμαρτωλῶν· «Ὑμεῖς δὲ κεκράξεσθε διὰ τὸν πόνον τῆς καρδίας ὑμῶν, καὶ ἀπὸ συντριβῆς πνεύματος ὀλολύξετε»· ἀλλὰ καὶ νὰ κάμνουν ἀκόμη τὴν καρδίαν νὰ μισῇ ἐσωτερικῶς, καὶ νὰ ἀποστρέφεται τὴν ἁμαρτίαν, καὶ νὰ θέλῃ νὰ μὴ ἤθελε γένῃ ἡ ἁμαρτία ποτὲ ποτέ.
Γʹ. Ὁ πόνος αὐτὸς τῆς καρδίας πρέπει νὰ ᾖναι ὑπερφυσικός, τόσον κατὰ τὴν ἀρχήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν προέρχεται, ὅσον καὶ κατὰ τὸ τέλος, διὰ τὸ ὁποῖον γίνεται· ἐπειδὴ ἡ ἀρχὴ καὶ αἰτία τοῦ πόνου τούτου κυρίως καὶ καθ’ ἑαυτὸ εἶναι ὄχι ἡ φύσις, ἢ ἄλλο τι φυσικὸν αἴτιον, ἀλλὰ ἡ ὑπερφυσικὴ χάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία συντρίβει, καὶ κατανύγει τὴν καρδίαν μὲ τὸν τοιοῦτον πόνον τῆς μετανοίας. Διὰ τοῦτο εἶπεν ὁ μέγας Βασίλειος· «Ἡ αὐτομάτως γινομένη κατάνυξις, δῶρόν ἐστι τοῦ Θεοῦ ... ἵνα γευσαμένη ἡ ψυχὴ τῆς γλυκύτητος τοῦ τοιούτου πόνου, σπουδάσῃ τοῦτον ἐξομαλίσαι». Τινὲς δὲ καὶ τὸ τοῦ Ἀποστόλου ἐκεῖνο· «Ὃν θέλει ὁ Θεὸς ἐλεεῖ» ἀντὶ τοῦ, Κατανύσσει, ἐννόησαν· ἐπιφέρει γάρ· «Ὃν δὲ θέλει σκληρύνει ...»· σκληρότης δὲ καὶ κατάνυξις εἶναι ἐναντία κατ’ εὐθεῖαν. Ὁμοίως καὶ τὸ τέλος τούτου τοῦ πόνου πρέπει νὰ ᾖναι ὄχι διὰ κἀνένα τέλος φυσικόν, ἢ διὰ τὰ φυσικὰ καὶ πρόσκαιρα ἀγαθὰ ὁποῦ ἐχάσαμεν (ἐπειδὴ ἐὰν διὰ ταῦτα λυπῆται τινὰς καὶ πονῇ, ἡ λύπη καὶ ὁ πόνος αὐτὸς δὲν τοῦ λογίζεται εἰς μετάνοιαν, ἀλλ’ εἶναι ἀνωφελής)· ἀλλὰ διὰ τὰ ὑπερφυσικὰ ἀγαθά, ὁποῦ ὑστερήθημεν διὰ τῆς ἁμαρτίας, καὶ διὰ τὰ ὑπερφυσικὰ κακὰ ὁποῦ ἀπελάβομεν, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ μᾶς τὰ ἐφανέρωσεν ἡ ὑπερφυσικὴ πίστις.
Ἡ κυριωτέρα δὲ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ᾖναι ὁ πόνος αὐτὸς ὑπερφυσικός, εἶναι αὕτη, ὅτι διὰ μέσου τοῦ ὑπερφυσικοῦ πόνου τούτου ἔχομεν νὰ ἀπολαύσωμεν τὴν πρὸς Θεὸν καταλλαγὴν καὶ ἕνωσιν, καὶ ἀκολούθως τὴν μακαριότητα, τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουν τοὺς ὅρους τῆς φύσεως. Λοιπὸν ἐκεῖνος, ὁποῦ ἐξομολογεῖται, ἐὰν δὲν ἔχῃ εἰς τὴν καρδίαν του ἕνα τοιοῦτον δραστικόν, ἄκρον, καὶ ὑπερφυσικὸν πόνον, ὕστερον ἀπὸ τὴν ἐξομολόγησιν γυρίζει πάλιν εἰς τὴν κατοικίαν του μαζῆ μὲ ὅλας τὰς ἁμαρτίας του.
Ὅθεν, καλὴ μὲν καὶ ὠφέλιμος εἶναι ἡ ἔρευνα, ὁποῦ κάμῃ τινὰς τῆς συνειδήσεώς του, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ μὲ αὐτὴν ὅλας τὰς ἁμαρτίας ὁποῦ ἔκαμε μὲ ἔργον, μὲ λόγον, καὶ μὲ συγκατάθεσιν λογισμῶν· καλὸν εἶναι τὸ νὰ ἐξομολογηθῇ τινὰς εἰς τὸν Πνευματικὸν ὅλας τὰς ἁμαρτίας του, χωρὶς νὰ ἀφήσῃ κἀμμίαν ἀνεξομολόγητον, διατὶ προξενεῖ εἰς τὴν ψυχήν του μεγάλην ἐλάφρωσιν· ὅμως ὁμοῦ μὲ τὴν τοιαύτην ἔρευναν καὶ ἐξομολόγησιν, πρέπει νὰ ἦναι συντροφευμένη καὶ ἡ συντριβή, καὶ ὁ ἐσωτερικὸς πόνος τῆς καρδίας, διὰ τὸν ὁποῖον ἐδῶ ὁμιλοῦμεν· διατὶ ὁ μὲν ἄλλος κανόνας, ὁποῦ λάβῃ ὁ μετανοῶν παρὰ τοῦ Πνευματικοῦ, εἴτε νηστεία ἦναι, εἴτε γονυκλισίαι, εἴτε ἄλλη κακοπάθεια, συντρίβει μόνον καὶ παιδεύει τὸ σῶμα, καὶ τὸν ἔξω ἄνθρωπον, καὶ ὡσὰν νὰ εἴπῃς, κόπτει μόνον τοὺς ἔξω κλάδους τοῦ δένδρου· ὁ δὲ πόνος συντρίβει καὶ πληγόνει τὸν ἔσω ἄνθρωπον, καὶ αὐτὴν τὴν ἰδίαν καρδίαν, ἥτις εἶναι ἡ πρώτη καὶ κυρία αἰτία καὶ ῥίζα ὅλων ὁμοῦ τῶν ἁμαρτιῶν· συντρίβωντας δὲ τὴν καρδίαν, συντρίβει ἐν ταὐτῷ, καὶ πληγόνει καὶ τὰς ἁμαρτίας· ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, συντρίβει καὶ πληγόνει αὐτὸν τὸν ἴδιον διάβολον, καὶ ἀρχέκακον δράκοντα, ὁ ὁποῖος ἐμφολεύωντας μέσα εἰς τὴν καρδίαν, ἀπὸ ἐκεῖ μέσα λαλεῖ καὶ προσβάλλει ὅλους τοὺς αἰσχροὺς καὶ πονηροὺς καὶ βλασφήμους λογισμούς, καὶ τὰς ἁμαρτίας· «Ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι,».
Ὅτι ὁ πόνος τῆς καρδίας συστατικός ἐστι τῆς μετανοίας. Διὰ τοῦτο εἶναι δόγμα τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας, καθὼς θεολογεῖ Γεώργιος ὁ Κορέσσιος ἐν τῷ περὶ Μυστηρίων, ὅτι ὁ πόνος αὐτὸς καὶ ἡ ἐσωτερικὴ λύπη τῆς καρδίας εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα, καὶ συστατικά, καὶ οὐσιώδη τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως, καὶ μετανοίας.
Ὅθεν, καθὼς λόγου χάριν, εἶναι ἀναγκαῖα καὶ συστατικὰ τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας, ἡ διὰ στόματος ἐξομολόγησις τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ μετανοοῦντος, καὶ ἡ παρὰ τοῦ Πνευματικοῦ λύσις καὶ δέσις· καὶ καθὼς εἶναι συστατικὰ τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος ἡ ὕλη τοῦ νεροῦ, καὶ ἡ διὰ τῶν τριῶν καταδύσεων καὶ ἀναδύσεων ἐπιφώνησις τῆς Ἁγίας Τριάδος· ἔτζι εἶναι ἀναγκαῖον καὶ συστατικὸν τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας καὶ ὁ πόνος αὐτὸς ὁ ἐσωτερικὸς τῆς καρδίας· καὶ ἂν ὁ πόνος αὐτὸς λείπῃ ἀπὸ τὴν καρδίαν τοῦ μετανοοῦντος, φανερὸν ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀμετανόητος καὶ ἀνεξομολόγητος, κᾂν μετανοήσῃ καὶ ἐξομολογηθῇ, καθὼς εἶναι ἀμετανόητος καὶ ὅποιος δὲν ἐξομολογηθῇ τὰς ἁμαρτίας του, καὶ δὲν λυθῇ, ἢ δεθῇ ἀπὸ τὸν Πνευματικόν· ἢ καθὼς εἶναι ἀβάπτιστος, καὶ ὅποιος βαπτισθῇ χωρὶς νερόν, ἢ χωρὶς τὴν ἐπίκλησιν τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Διὰ τοῦτο ἀποφασιστικὰ εἶπεν ὁ Κύριος, ὅτι «Ἐὰν μὴ μετανοήσητε, πάντες ὁμοίως ἀπολεῖσθε»· ἤγουν, ἐὰν μὴ μετανοῆτε μὲ τοιοῦτον δραστικόν, ἄκρον καὶ ὑπερφυσικὸν πόνον τῆς καρδίας σας, ὅλοι θέλετε κολασθῆ. Ὅθεν καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον θέλωντας νὰ δείξῃ πόσον εἶναι ἀναγκαῖος αὐτὸς ὁ πόνος τῆς καρδίας εἰς τὴν μετάνοιαν, πρῶτον ζητεῖ τὸν πόνον αὐτὸν ἀπὸ τοὺς μετανοοῦντας, λέγον διὰ τοῦ Προφήτου Ἰωήλ· «Διαῤῥήξατε τὰς καρδίας ὑμῶν, καὶ μὴ τὰ ἱμάτια ὑμῶν» καὶ ὕστερον ζητεῖ τὴν μετάνοιάν τους· ἐπιφέρει γὰρ ἀκολούθως· «Καὶ ἐπιστράφητε πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ὑμῶν». Βλέπεις, ἀδελφέ, ποία εἶναι ἡ κανονικὴ καὶ νόμιμος ἐξομολόγησις; βλέπεις ποία εἶναι ἡ ἀληθινὴ μετάνοια;
Τώρα σὲ παρακαλῶ νὰ στοχασθῇς, ἀδελφέ, ἀνίσως καὶ ἐκεῖνος, ὁποῦ ἁμαρτάνει ἀναιδῶς, μὲ τὸ νὰ λέγῃ «θέλω ἐξομολογηθῆ· ἐγὼ ἔχω νὰ ἐξομολογηθῶ» ἠμπορῇ μὲ τοῦτο νὰ ἔχῃ ἀληθινὸν πόνον διὰ τὰς ἁμαρτίας του, καὶ νὰ τὸν ἔχῃ κατὰ τὸν τρόπον, ὁποῦ εἴπομεν. Ἐμένα μοῦ φαίνεται πῶς δὲν ἠμπορεῖ βεβαιότατα νὰ τὸν ἔχῃ· διατὶ μὲ αὐτὰ ὁποῦ λέγει, ἀποδείχνει, ὅτι οὐδὲ κἂν γνωρίζῃ πῶς εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μετανοήσῃ νομίμως, καὶ καθὼς πρέπει· εἰ δὲ τὸ γνωρίζει, καὶ ἔπειτα λέγει τοιαῦτα, καὶ μὲ ἐλπίδα μετανοίας ἁμαρτάνει, φαίνεται πῶς εἶναι ὁλότελα χωρὶς λογικόν· διατὶ αὐτὸ ὁποῦ λέγει, εἶναι τὸ ἴδιον ὡσὰν νὰ ἔλεγεν ἔτζι· «ἐγὼ θέλω νὰ κάμω τοῦτο τὸ κακόν, καὶ ὕστερον αὐτὸ τὸ ἴδιον κακὸν θέλει μοῦ φανῆ ἄσχημον πῶς τὸ ἔκαμα· ἐγὼ θέλω μολύνει τώρα τὴν ψυχήν μου, καὶ ὕστερον θέλω ἐπιθυμήσει νὰ δυνηθῶ νὰ ξεπλύνω ἐκεῖνον τὸν μολυσμὸν μὲ ὅλον τὸ αἷμά μου· ἐγὼ θέλω ἀγαπήσει τούτην τὴν ἁμαρτίαν, καὶ ἔπειτα θέλω μισήσει πῶς τὴν ἠγάπησα». Βλέπεις πῶς αὐτὰ τὰ λόγια εἶναι ἀνθρώπου μωροῦ; καὶ ἐσὺ ὁ ἴδιος ὅταν θέλῃς νὰ ἐμποδίσῃς τινὰ ἀπὸ κἀνένα κακὸν ἔργον, τοῦ λέγεις· «κοίταξε καλά, ἀδελφέ, διατὶ ὕστερον θέλεις τὸ μετανοήσει»· καὶ ἂν ὁ ἀδελφὸς ἐκεῖνος ᾖναι φρόνιμος, καὶ πιστεύει πῶς ἔχει νὰ τὸ μετανοήσῃ, ἐξάπαντος δὲν θέλει τὸ κάμει.
Τώρα στοχάσου ἂν ἦσαι καὶ ἐσύ, ἀδελφέ, ἕνας ἀπὸ τούτους τοὺς μωροὺς καὶ ἀγνώστους, ὁποῦ λέγουν παρόμοια λόγια· καὶ ἀπὸ τώρα καὶ ὕστερα ἄφες τὰς τοιαύτας μωρολογίας, καὶ πλάνας· διατὶ ἐν ὅσῳ λέγεις τὰ τοιαῦτα, καὶ ἀκολουθεῖς εἰς τὴν πλάνην ταύτην, ἁμαρτάνωντας μὲ ἐλπίδα μετανοίας, ἀδύνατον εἶναι νὰ ἀποκτήσῃς ἀληθινὴν μετάνοιαν, καὶ νὰ μεταστραφῇς εἰς τὸν Θεὸν ἐξ ὅλης σου καρδίας· ἀδύνατον εἶναι νὰ ἀποκτήσῃς τὸν ἀχώριστον σύντροφον τῆς ἀληθινῆς μετανοίας πόνον εἰς τὴν καρδίαν σου, ὡς προείπομεν, τόσον δραστικὸν καὶ τόσον ἄκρον, ὥστε ὁποῦ ὁ πόνος σου συγκρινόμενος μὲ κάθε ἄλλον σου πόνον νὰ ἦναι ὡσὰν τὸ πέλαγος, συγκρινόμενον μὲ ὅλους τοὺς ποταμούς· «Ἐμεγαλύνθη Ὅτι ὁ πόνος καὶ ἡ συντριβὴ χάρισμά ἐστι τοῦ Θεοῦ κυρίως. ὡσεὶ θάλασσα ποτήριον συντριβῆς σου». Ἀδύνατον εἶναι νὰ ἀποκτήσῃς τὸν ὑπερφυσικὸν πόνον αὐτόν· διατὶ ἤκουσες ἀνωτέρω, ὅτι ὁ τοιοῦτος πόνος πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅτι εἶναι χάρισμα ἐδικόν του.
Ἀνίσως λοιπὸν ᾖναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ, δίδεται δωρεάν, καὶ εἰς ὀλίγους, καὶ δὲν δίδεται εἰς ὅλας τὰς ψυχάς, ἀλλεοτρόπως δὲν εἶναι χάρισμα· καὶ πρὸς τούτοις ὁ πόνος αὐτὸς εἶναι ἕνα χάρισμα ἀπὸ τὰ πλέον τιμιώτερα, ὁποῦ νὰ ἠμπορῇ νὰ σοῦ δώσῃ ὁ Κύριος· μία εὐεργεσία ἀπὸ ταῖς ἐξαιρετωτέραις τῆς ἀγαθότητός του· ἕνα ἔργον ἀπὸ τὰ μεγαλήτερα τῆς παντοδυναμίας του, ὥστε ὁποῦ, ἐὰν ἤθελε δημιουργήσῃ ἕνα καινούριον κόσμον ὁλόχρυσον, καὶ ἕνα καινούριον οὐρανὸν ὅλον ἀπὸ σάπφειρον καὶ ἀδάμαντα, καὶ ἔπειτα νὰ κάμῃ ἐσένα αὐθέντην τοῦ κόσμου τούτου, βέβαια ἤθελε σοῦ δώσει ἀπείρως ὀλιγώτερον χάρισμα, παρὰ ἀνίσως ἤθελε σοῦ δώσει μίαν πρᾶξιν ἀληθινοῦ πόνου, καὶ ἀληθινῆς συντριβῆς.
Τώρα τὸ πιστεύεις ἐσύ, πῶς ὁ Θεὸς ἔχει νὰ σοῦ δώσῃ παρευθύς, καὶ κάθε φορὰν ὁποῦ θέλεις ἐσύ, αὐτὸ τὸ τόσον πολύτιμον χάρισμα τῆς συντριβῆς; αὐτὸ τὸ χάρισμα, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ δίδει εἰς τόσους ἄλλους, ὁποῦ τοὺς ἀφίνει εἰς τὴν σκληρότητά τους; «Ὃν γὰρ (φησὶ) θέλει σκληρύνει»· αὐτὸ τὸ χάρισμα, τὸ ὁποῖον διὰ νὰ λάβουν οἱ Ἅγιοι, ἔκαμαν τόσας σκληραγωγίας, ἔχυσαν τόσους ἱδρῶτας, καὶ ἑτοιμάσθησαν διὰ νὰ τὸ λάβουν μὲ τόσας μελέτας; Ἂν τὸ πιστεύῃς, κακὰ τὸ πιστεύεις, καὶ εὔγαλε τὴν ἰδέαν ταύτην ἀπὸ τὴν φαντασίαν σου. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ μέγας Βασίλειος λέγει, ὅτι πολλαῖς φοραῖς ἡ ψυχὴ βιάζει τὸν ἑαυτόν της νὰ κατανυχθῇ, καὶ δὲν δύναται· καὶ ὅτι διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τινὰς τὴν κατάνυξιν, χρειάζεται πολλὴν μελέτην, καὶ συχνὴν γύμνασιν· «Τὸ δὲ βιάζεσθαι καὶ μὴ δύνασθαι ἅμα μὲν ἔλεγχος τῆς ἐν τῷ ἄλλῳ χρόνῳ ἀμελείας ἡμῶν· οὐ γὰρ δυνατόν, ἄνευ μελέτης καὶ συγγυμνασίας πλείονος καὶ συνεχοῦς, ἐξαίφνης ἐπί τι παρελθόντα περιγενέσθαι αὐτοῦ· ἅμα δὲ δείκνυσι τὴν ψυχὴν ὑφ’ ἑτέρων παθῶν κυριευομένην, καὶ ὑπ’ ἐκείνων οὐδὲ πρὸς ἃ βούλεται ἐλευθεριάζειν ἐπιτρεπομένην».
Ἕνας ἐνάρετος ἔκαμνε κάθε χρόνον γενικὴν ἐξομολόγησιν, ἤγουν, ἐξωμολογεῖτο ὅλα τὰ ἁμαρτήματα ὁποῦ ἔπραξεν εἰς ὅλην του τὴν ζωήν, ὄχι διὰ ἄλλο, παρὰ διὰ νὰ λάβῃ εἰς τὴν καρδίαν του ἕνα ἀληθινὸν πόνον διὰ τὰς ἁμαρτίας του· ὅθεν καὶ ἑτοιμάζετο προτήτερα εἰς πολλὰς ἑβδομάδας μὲ τὴν ἡσυχίαν, καὶ μὲ τὰς μελέτας τῶν πνευματικῶν γυμνασμάτων, καὶ τὴν ἡμέραν, ὁποῦ ἤθελε νὰ ἐξομολογηθῇ ἐξώδευεν ὀκτὼ ὥρας εἰς τὸ νὰ γυμνάζεται τὰς πράξεις τῆς συντριβῆς, καὶ εἰς τὸ νὰ ζητῇ αὐτὸ τὸ μεγάλον χάρισμα ἀπὸ τὸν Θεόν. Καὶ ἐσύ, ὁποῦ ἐνδέχεται νὰ ἐμολύνθης ἐχθές, ἢ προχθὲς μὲ καινούρια ἁμαρτήματα, χωρὶς νὰ μετρήσῃς κατ’ οὐδὲν τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας, χωρὶς νὰ ψηφίσῃς τίποτε τὸ μεγαλεῖον καὶ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ ὁποῦ ἔβλαψες· χωρὶς νὰ διαβάσῃς κἀνένα βιβλίον, ὁποῦ νὰ περιέχῃ αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις· ἀλλὰ μόνον μὲ τὸ νὰ ἐνθυμηθῆς τὰ κακὰ ὁποῦ ἔκαμες, καὶ νὰ ὑπάγῃς νὰ τὰ ἐξομολογηθῇς εἰς τὸν Πνευματικόν, μὲ αὐτὸ νὰ νομίζῃς πῶς ἀπέκτησες τὴν ἀληθινὴν μετάνοιαν, καὶ τὸν δραστικὸν ἐκεῖνον, καὶ ἄκρον πόνον τῆς καρδίας, ὅς τις εἶναι ἀχώριστος ἀπὸ τὴν ἀληθινὴν μετάνοιαν;
Μακράν, ἀδελφέ, μακρὰν εἶσαι ἀπὸ τὴν ἀληθινὴν μετάνοιαν, μὲ τὰς τοιαύτας ἐξομολογήσεις ὁποῦ κάμνεις· διατὶ ὁμοιάζεις μὲ ἐκείνους, ὁποῦ λέγει ὁ Δαυΐδ, πῶς σχίζουν τὰ φορέματά τους, καὶ φαίνονται πῶς ἀδημονοῦν ἐξωτερικῶς, ἀλλὰ ἐσωτερικῶς εἰς τὴν καρδίαν δὲν κατανύγονται. «Διεσχίσθησαν, καὶ οὐ κατενύγησαν»· καὶ διατὶ ἔτζι ἐξομολογούμενος πλύνεις μόνον τὸ ἐξωτερικὸν σκεῦος, καὶ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς καρδίας σου, ἀλλὰ τὸ ἐσωτερικὸν βάθος της εἶναι γεμάτον ἀπὸ ἀκαθαρσίαν· «Καθάρισον πρῶτον τὸ ἐντὸς τοῦ ποτηρίου, καὶ τῆς παροψίδος, ἵνα γένηται καὶ τὸ ἐκτὸς αὐτῶν καθαρόν».
Πλὴν ἂς ὑποθέσωμεν πῶς ἐσύ, ὁποῦ δὲν ψηφᾷς τὴν ἁμαρτίαν ὅταν τὴν κάμνῃς, ὅταν ὅμως τὴν ἐξομολογῆσαι τὴν ψηφᾷς πολλὰ καλά, καὶ τὴν βδελύττεσαι περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλο κακόν, καὶ πῶς λυπῆσαι, καὶ κατανύγεσαι μὲ πόνον τῆς καρδίας διὰ αὐτήν, ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐξομολογήσεως (τὸ ὁποῖον εἶναι σπάνιον νὰ συμβῇ)· ὅμως μὲ τοῦτο μόνον δὲν δύνασαι νὰ ἀποκτήσῃς τὴν ἀληθινὴν μετάνοιαν, καὶ τὸν ἀληθινὸν πόνον τῆς μετανοίας εἰς τὴν καρδίαν σου.
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.