Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Ἐξομολογητάριον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Η αναγκαιότητα της διαρκούς μετανοίας και η θεραπεία των παθών

Καταληκτήριες νουθεσίες για την παντοτινή άσκηση της μετανοίας, την εκρίζωση των κακών έξεων και την καλλιέργεια των αρετών έως το τέλος της ζωής.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 16 από 16

Καὶ διὰ νὰ καταλάβῃς τοῦτο πρέπει νὰ σοῦ φανερώσωμεν ποία εἶναι τὰ ἀποτελέσματα καὶ οἱ καρποὶ τῆς ἀληθινῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως, διὰ νὰ τὰ ἔχῃς εἰς τὸν ἑαυτόν σου ὡσὰν σημάδια· διατὶ ἐσὺ νομίζεις πῶς, ἀφοῦ ἐξομολογηθῇς μὲ κατάνυξιν εἰς τὸν Πνευματικὸν τὰς ἁμαρτίας ὁποῦ ἔπραξες, καὶ ἀφοῦ σοῦ ἀναγνώσῃ ὁ Πνευματικὸς τὴν συγχωρητικὴν Εὐχήν, νομίζεις, λέγω πῶς εἶσαι καθαρός, ὡσὰν νὰ μὴ ἔπραξες ποτὲ κἀμμίαν ἁμαρτίαν, καὶ πῶς μισεύεις ἀπὸ τοὺς πόδας τοῦ Πνευματικοῦ, ὡσὰν νὰ ἐστάθης πάντοτε χωρὶς μολυσμόν· ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ λογισμὸς οὗτος ἀληθινός· διότι, καθὼς τὸ Βάπτισμα, ἀγκαλὰ καὶ ἐξαλείφῃ τὸ προπατορικόν, καὶ κάθε ἄλλο προαιρετικὸν ἁμάρτημα, δὲν ἐξαλείφει ὅμως καὶ τὴν ἄγνοιαν τοῦ νοός, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν, καὶ ἔμφυτον κλίσιν τῆς καρδίας εἰς τὴν ἁμαρτίαν, καὶ ἄλλα ἀποτελέσματα, ὁποῦ ἐπροξένησεν εἰς τὴν φύσιν τῶν ἀνθρώπων αὐτὸ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα· μένουσι γὰρ ταῦτα ὡς ποινὴ καὶ μετὰ τὸ Βάπτισμα, πρὸς δοκιμὴν τοῦ αὐτεξουσίου, καὶ πρὸς ἀγῶνα καὶ νίκην καὶ στέφανον τῶν βεβαπτισμένων· ἔτζι καὶ ἡ ἐξομολόγησις, ὁποῦ γένῃ καλῶς, καὶ καθὼς πρέπει, ἀγκαλὰ καὶ ἐξαλείφῃ τὰς ἁμαρτίας, ὅμως δὲν ἐξαλείφει καὶ Ὅτι ἡ ἐξομολόγησις δὲν ἐξαλείφει τὰς κακὰς κλίσεις τῆς καρδίας ὅλον τὸ κακόν, ὁποῦ ἔκαμαν εἰς τὴν ψυχὴν αἱ ἁμαρτίαι· ἤγουν τὴν τύφλωσιν καὶ σκότωσιν τοῦ νοός, τὰς κακὰς κλίσεις καὶ διαθέσεις τῆς θελήσεως, τὰς συνηθείας καὶ ἕξεις τῆς καρδίας, τὴν φθορὰν καὶ ἀχρειότητα τῶν δυνάμεων καὶ ἐνεργειῶν τῆς φύσεως· τὴν ἀσχημάδα τοῦ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν· διατὶ ἡ ἐξομολόγησις δὲν πέρνει ἀπὸ λόγου μας ὅλην τὴν ποινὴν καὶ τὸν κανόνα ὁποῦ πρέπει νὰ λάβωμεν ἡμεῖς διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, οὐδὲ σηκόνει ὅλην τὴν δύναμιν τῶν κακῶν ἕξεων, καὶ συνηθειῶν, ὁποῦ ἐλάβαμεν εἰς τὴν ἁμαρτίαν, ἀγκαλά, καὶ κἄποιόν τι τὰς ὀλιγοστεύῃ.

Ἀλλὰ αὐτὰ ὅλα ἀφίνει εἰς ἡμᾶς νὰ τὰ διορθώσωμεν καὶ νὰ τὰ ἐξαλείψωμεν ἡμεῖς μὲ τὸν παντοτεινὸν πόνον τῆς καρδίας μας, καὶ μὲ τοὺς κόπους, καὶ μόχθους καὶ ἀγῶνας τῆς μετανοίας, ὁποῦ Πόσα πρέπει νὰ κάμνῃ τινὰς μετὰ τὴν ἐξομολόγησιν. χρεωστοῦμεν νὰ κάμνωμεν εἰς ὅλην μας τὴν ζωὴν μετὰ τὴν ἁμαρτίαν.

Ἤξευρε λοιπόν, ἀδελφέ, ὅτι ὕστερον ἀπὸ μίαν καλὴν καὶ κατανυκτικὴν ἐξομολόγησιν ὁποῦ κάμῃς, πρέπει· Αʹ. νὰ πληρώσῃς τὸν κανόνα καὶ τὴν παιδείαν, ὁποῦ ἤθελε σοῦ δώσει ὁ Πνευματικὸς διὰ τὰς ἁμαρτίας σου, κἂν νηστεία ᾖναι, κἂν γονυκλισίαι, κἂν προσευχή, κἂν ἄλλο τι· Βʹ. πρέπει νὰ πληρώσῃς μὲ εὐχαριστίαν καὶ ὑπομονὴν ἀγόγγυστον καὶ τὸν κανόνα καὶ παιδείαν ὁποῦ ἤθελε σοῦ δώσει ὁ Θεός, διὰ νὰ ἰατρεύσῃ τὰς ἁμαρτίας σου, εἴτε ἀῤῥωστίαι ἦναι, εἴτε ἀδικίαι, εἴτε στέρησις τῶν ὑπαρχόντων σου, εἴτε θάνατος ἄωρος ἐδικός σου, ἢ τῶν συγγενῶν καὶ ἠγαπημένων σου, εἴτε ὕβρεις καὶ ἀτιμίαις, εἴτε ἄλλοι πειρασμοὶ γινόμενοι ἢ παρὰ τῶν δαιμόνων, ἢ παρὰ τῶν ἀνθρώπων, ἢ παρὰ τῆς διεφθαρμένης φύσεως. Πάντα γὰρ ταῦτα, καὶ μάλιστα αἱ ἀτιμίαι καὶ ὕβρεις, πόνον καὶ κατάνυξιν γεννῶσιν εἰς τὴν καρδίαν, καὶ διὰ τοῦτο συγχωρεῖ ὁ Θεὸς νὰ σοῦ ἔρχωνται· ὅθεν εἶπεν ἕνας Πατήρ· «Ὄταν ἐφ’ ὕβρει ἢ ἀτιμίᾳ σφόδρα πονήσῃς, γίνωσκε σεαυτὸν μεγάλως ὠφεληθέντα»·

Καὶ ἄλλος Πατήρ, ὅταν τοῦ ἤρχετο θλίψις, ἐσυνείθιζε νὰ λέγῃ· «Καυτήρ ἐστιν οὗτος τοῦ Ἰησοῦ». Ὅθεν καὶ τοιαύτας παιδείας ἔδωκεν εἰς τὸν Δαυῒδ ὁ Θεὸς ὕστερα ἀπὸ τὴν συγχώρησιν τῆς μοιχείας καὶ τοῦ φόνου· διατὶ ὁ Θεὸς εἶναι ὁ σοφώτερος Πνευματικὸς ἀπὸ ὅλους, καὶ αὐτὸς ἠξεύρει νὰ διορθόνῃ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καλήτερα ἀπὸ ὅλους τοὺς Πνευματικοὺς μὲ σωστὸν κανόνα· καὶ διατὶ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ συγχωρῇ ὁμοῦ μὲ τὸ πταίσιμον καὶ τὴν αἰώνιον τιμωρίαν ὅμως δὲν τὴν συγχωρεῖ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ τὴν συγχωρεῖ μὲ κἄποιαν τινὰ πληροφορίαν, τοῦ προσορινοῦ τούτου κανόνος καὶ τῆς παιδείας· εἶπα δὲ κάποιαν τινὰ πληροφορίαν, διατί, ἀγκαλὰ καὶ ὁ κανόνας τοῦ ἁμαρτωλοῦ συνεργῇ εἰς τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν του, ὅμως ὅλον τὸ πᾶν τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν, εἶναι τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ ἀπειρότιμος ἱκανοποίησις, ὁποῦ ἔκαμεν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ διὰ τῶν παθῶν καὶ τοῦ θανάτου του, καθὼς λέγουν οἱ ἱεροὶ Θεολόγοι.

Μάλιστα δὲ συνειθίζει ὁ Θεὸς νὰ παιδεύῃ τοὺς ἁμαρτωλούς, ποτὲ μὲν ἐξύπνους μὲ τὸν ἔλεγχον τῆς συνειδήσεως, κατατήκωντας αὐτούς, καὶ ξηραίνωντας ὡσὰν τὴν ἀράχνην, καθὼς λέγει ὁ Δαυΐδ· «Ἐν ἐλεγμοῖς ὑπὲρ ἀνομίας ἐπαίδευσας ἄνθρωπον, καὶ ἐξέτηξας ὡς ἀράχνην τὴν ψυχὴν αὐτοῦ»· ποτὲ δὲ τοὺς φοβερίζει εἰς τὸν ὕπνον μὲ ὁράματα φοβερά, καθὼς λέγει ὁ Ἐλιοὺς εἰς τὸν Ἰώβ· «Ἐν γὰρ τῷ ἅπαξ λαλῆσαι ὁ Κύριος, ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ, ἐνύπνιον, ἢ ἐν μελέτῃ νυκτερινῇ· ὡς ὅταν ἐπιπίπτῃ δεινὸς φόβος ἐπ’ ἀνθρώπους ἐπὶ νυσταγμάτων ἐπὶ κοίτης, τότε ἀνακαλύπτει νοῦν ἀνθρώπων ἐν εἴδεσι φόβου τοιούτοις αὐτοὺς ἐξεφόβησεν». Καὶ ἡ αἰτία εἶναι, διατὶ ἂν ὁ Θεὸς δὲν παιδεύσῃ τὸν ἁμαρτωλὸν εἰς τούτην τὴν ζωὴν μὲ κανόνα καὶ παιδείαν προσωρινὴν διὰ τὰς ἁμαρτίας του, βεβαιότατα θέλει τὸν παιδεύσει εἰς τὴν ἄλλην μὲ μίαν παντοτεινὴν κόλασιν. Ἔτζι ἔλεγεν ὁ δίκαιος Ἰώβ, ὅτι ἐφοβεῖτο διὰ ὅλα του τὰ ἔργα. «Σείομαι πᾶσι τοῖς μέλεσι»· διατὶ ἤξευρε πῶς ὁ Θεὸς δὲν συγχωρεῖ χωρὶς παιδείαν ὅλον τὸ χρέος τοῦ ἁμαρτωλοῦ· «Οἶδα γὰρ ὅτι οὐκ ἀθῶόν με ἐάσεις».

Γʹ. Ἤξευρε, ὅτι καθὼς ἐκεῖνος, ὁποῦ ζητεῖ νὰ φυτεύσῃ περιβόλι εἰς ἕνα τόπον ἄγριον, χρειάζεται τέσσαρα πράγματα· Αʹ. νὰ κόψῃ τὰ βλαστάρια καὶ τοὺς κλάδους τῶν ἀγρίων δένδρων· Βʹ. νὰ εὐγάλῃ καὶ τὰς ῥίζας ὅλας τῶν ἀγρίων ἐκείνων δένδρων· διατὶ ἂν μείνουν αἱ ῥίζαις, πάλιν εὐγάνουν βλαστάρια· Γʹ. νὰ φυτεύσῃ εἰς τὸν τόπον ἐκείνων τῶν Ὅτι ἡ ἀληθὴς μετάνοια χρειάζεται τέσσαρα πράγματα ἀγρίων δένδρων ἄλλα ἥμερα καὶ καρποφόρα· καὶ Δʹ. χρειάζεται νὰ φυλάττῃ τὰ δένδρα ταῦτα ἀπὸ κάθε ζῶον, καὶ ἀπὸ κάθε ἐναντιότητα, ἕως ὁποῦ νὰ πιάσουν ῥίζας, νὰ γένουν δένδρα μεγάλα, καὶ νὰ κάμουν καρπόν· τοιουτοτρόπως καὶ ἐσύ, ἀδελφέ, διὰ νὰ ἀποκτήσῃς τὴν ἀληθινὴν μετάνοιαν, τέσσαρα πράγματα χρειάζεσαι. Αʹ. νὰ κόψῃς τὰ βλαστάρια καὶ τοὺς κλάδους τῆς ἁμαρτίας, ἤγουν νὰ κάμῃς μίαν στερεὰν ἀπόφασιν μὲ ὅλην σου τὴν θέλησιν καὶ καρδίαν, ἄλλην μίαν φορὰν νὰ μὴ κάμῃς πλέον τὴν ἁμαρτίαν, ἀλλὰ νὰ ἀπέχῃς ἀπὸ τὴν κάθε πρᾶξιν καὶ ἐνέργειαν τῆς ἁμαρτίας, καθὼς ἀπέχεις καὶ ἀπὸ τὸν θάνατον, καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν κόλασιν· διατὶ κλάδοι καὶ βλαστάρια εἶναι αἱ νέαι πράξεις τῆς ἁμαρτίας.

Ταύτην δὲ τὴν ἀποχὴν τῆς ἁμαρτίας θέλουν τὴν προξενήσει εἰς τοῦ λόγου σου, τὸ νὰ παρακαλῇς πάντοτε τὸν Θεὸν νὰ σὲ φυλάξῃ μὲ τὴν χάριν του· τὸ νὰ ἐνθυμῆσαι τὸν θάνατον, τὴν κρίσιν τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν κόλασιν· τὸ νὰ ἐξομολογῆσαι συχνάκις τὰς ἁμαρτίας σου· τὸ νὰ μεταλαμβάνῃς συχνὰ τὰ θεῖα Μυστήρια, ἂν δὲν ἔχῃς τὸ ἐμπόδιον· μάλιστα δὲ θέλει σὲ βοηθήσῃ εἰς τοῦτο τὸ νὰ φεύγῃς ὅλα τὰ αἴτια τῆς ἁμαρτίας· καὶ ἐξαιρέτως τὸ νὰ φεύγῃς τὰς κακὰς θεωρίας, καὶ συνομιλίας, καὶ φιλίας τῶν προσώπων ἐκείνων, μὲ τὰ ὁποῖα ἥμαρτες· ἢ καὶ ὅλως νὰ φεύγῃς τὰς συναναστροφὰς ἐκείνας, ὁποῦ βλάπτουν τὴν ψυχήν σου· περὶ τῶν ὁποίων σοῦ εἴπομεν εἰς τὴν Συμβουλὴν τοῦ Μετανοοῦντος.

Βʹ. Χρειάζεσαι ὄχι μόνον νὰ κόψῃς τοὺς κλάδους τῆς ἁμαρτίας μὲ τὴν ἀποχὴν τῆς πράξεως, ἀλλὰ καὶ νὰ εὐγάλῃς τὰς ῥίζας τῆς ἁμαρτίας· ῥίζαις δὲ τῆς ἁμαρτίας εἶναι ᾑ κακαῖς κλίσεις καὶ προσπαθείαις, καὶ ἕξεις, καὶ πάθη, καὶ ὀρέξεις, καὶ ἐπιθυμίαις τῆς ἁμαρτίας, ὁποῦ μένουν ῥιζωμέναις μέσα εἰς τὸ βάθος τῆς καρδίας σου. καὶ ὕστερα ἀφοῦ κάμῃς ἀποχὴν τῆς πράξεως τοῦ κακοῦ, καὶ κατ’ ἐνέργειαν δὲν ἁμαρτάνῃς· τὰς ὁποίας κλίσεις, καὶ προσπαθείας, καὶ ῥίζας, καὶ κακὰς συνηθείας, καὶ ἕξεις, καὶ πάθη, καὶ ἐνθυμήσεις τῆς ἁμαρτίας, χρειάζεσαι νὰ ἀγωνισθῇς, ἀδελφέ, διὰ νὰ τὰς εὐγάλῃς, καὶ νὰ τὰς ξεῤῥιζώσῃς τελείως ἀπὸ τὴν καρδίαν σου· διατί, ἂν δὲν τὰς εὐγάλῃς, εἶναι κίνδυνος νὰ ἀναβλαστήσουν πάλιν, καὶ νὰ γεννήσουν τὴν πρᾶξιν τῆς ἁμαρτίας, καθὼς λέγει ὁ μέγας Βασίλειος «Ὡς γάρ, εἴτις φυτοῦ τοὺς κλάδους ἐκκόψαι θελήσειε, τὴν ῥίζαν ἐάσας, οὐδὲν ἧττον ἡ ῥίζα μένουσα ταῦτα πάλιν βλαστάνει· οὕτως, ἐπειδή τινα τῶν ἁμαρτημάτων οὐκ ἐν ἑαυτοῖς ἔχει τὴν ἀρχήν, ἀλλ’ ἐξ ἑτέρων φύεται, ἀνάγκη πᾶσα τὸν καθαρεῦσαι ἀπ’ αὐτῶν βουλόμενον, τὰ πρῶτα αἴτια τῶν ἁμαρτημάτων ἐξᾶραι».

Διὰ τοῦτο βλέπομεν πολλοὺς μετανοημένους οἱ ὁποῖοι, ἀγκαλὰ καὶ ἀπεφάσισαν νὰ μὴ ἐνεργήσουν πάλιν τὴν ἁμαρτίαν μὲ τὴν πρᾶξιν, ἀγκαλὰ καὶ ἔκοψαν τοὺς κλάδους τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἔκαμαν τελείαν ἀποχὴν τοῦ κακοῦ· ὅμως τὰς ῥίζας ἀφῆκαν, καὶ μὲ τὴν καρδίαν κλίνουν πάλιν καὶ ἐπιθυμοῦν τὴν ἁμαρτίαν, καὶ μὲ τὸν νοῦν τους συχνάκις τὴν ἐνθυμοῦνται. Καὶ καθὼς οἱ Ἰσραηλῖται, κατὰ μὲν τὸ σῶμα καὶ τὸ ἔργον εὐγῆκαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον· κατὰ δὲ τὴν ψυχήν, καὶ τὴν κλίσιν τῆς καρδίας, εὑρίσκοντο εἰς τὴν Αἴγυπτον, καὶ διὰ τοῦτο ἐνθυμοῦντο καὶ ἐπεθύμουν τὰ σκόρδα, καὶ τὰ κρομμύδια, καὶ τὰ κρέατα τῆς Αἰγύπτου· «Τίς ἡμᾶς ψωμιεῖ κρέα; ἐμνήσθημεν τοὺς ἰχθύας, οὓς ἠσθίομεν ἐν Αἰγύπτῳ δωρεάν, καὶ τοὺς σικύους, καὶ τοὺς πέπονας, καὶ τὰ πράσα, καὶ τὰ κρόμμυα, καὶ τὰ σκόροδα»· ἔτζι καὶ αὐτοί, ἀφίνουν ἀληθινὰ τὴν ἁμαρτίαν μὲ τὸ ἔργον, ἀλλὰ δὲν ἀφίνουν καὶ τὴν πρὸς τὴν ἁμαρτίαν κλίσιν, καὶ ἐνθύμησιν, καὶ ἐπιθυμίαν τους. Συγχωροῦν καὶ τὸν ἐχθρόν τους, καὶ τοῦ βάλλουν μετάνοιαν, καὶ δὲν τοῦ κάμνουν ἐκδίκησιν, ἀλλὰ μὲ τὸ στόμα μόνον, καὶ μὲ τὸ ἐξωτερικὸν σχῆμα· εἰς τὴν καρδίαν τους ὅμως, φυλάττουν ἀκόμη κἄποιον πάθος μνησικακίας καὶ δὲν ἀγαποῦν τὸν ἐχθρόν τους μὲ τελειότητα. Διὰ τοῦτο, ὅταν ἀκολουθήσῃ κἀμμία δυστυχία εἰς αὐτόν, παρευθὺς χαίρονται, καὶ ὅταν τοῦ ἀκολουθήσῃ κἀμμία εὐτυχία, παρευθὺς λυποῦνται.

Καὶ ἔχουν μὲν ἀπόφασιν στερεὰν νὰ μὴ ἁμαρτήσουν πλέον μὲ ἐκεῖνο τὸ πρόσωπον, ὁποῦ ἥμαρτον πρότερον, ὅμως εἰς τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, ἔχουν πάντοτε μίαν ἐνθύμησιν, καὶ προσπάθειαν, καὶ κλίσιν κρυφήν. Διὰ τοῦτο καὶ μὲ τὰ ὀμμάτια τοῦ νοὸς συνεχῶς τὸ φαντάζονται, καὶ γλυκομιλοῦν μὲ αὐτὸ καὶ ἔξυπνοι καὶ κοιμώμενοι· διὰ τοῦτο συχνὰ στρέφουν καὶ τὰ αἰσθητὰ ὀμμάτιά τους καὶ τὸ βλέπουν καὶ ἀγαποῦν νὰ συνομιλοῦν μὲ αὐτό, ὅταν ἦναι παρόν, καὶ νὰ λαλοῦν δι’ αὐτό, ὅταν ἦναι ἀπόν, καθὼς καὶ ἡ γυνὴ τοῦ Λώτ, ἐχωρίσθη μὲν ἀπὸ τὰ Σόδομα κατὰ τὸ σῶμα, δὲν ἐχωρίσθῃ ὅμως καὶ κατὰ τὴν καρδίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἐστράφη νὰ τὰ ἰδῇ· «Καὶ ἐπέβλεψεν ἡ γυνὴ αὐτοῦ εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ ἐγένετο στήλη ἁλός»· ἢ καθὼς κάμνουν οἱ ἀσθενεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπέχουν ἀπὸ τὸ πεπόνι, καὶ ἀπὸ ἄλλα βλαβερὰ φαγητά, καὶ δὲν τὰ τρώγουν, διατὶ φοβοῦνται, νὰ μὴν ἀποθάνουν· συχνὰ ὅμως ἐρωτοῦν διὰ τὰ φαγητὰ αὐτά, καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ πληρώσουν τὴν ὄρεξιν, ὁποῦ ἔχουν εἰς αὐτὰ καὶ νὰ τὰ φάγουν, τὸ ὀλιγώτερον θέλουν νὰ τὰ πιάσουν μὲ τὸ χέρι τους, θέλουν νὰ τὰ χαϊδεύσουν, καὶ νὰ τὰ μυρισθοῦν, καὶ νομίζουν διὰ εὐτυχεῖς, καὶ μακαρίους ἐκείνους ὁποῦ ἠμποροῦν καὶ τὰ τρώγουν.

Αἱ κακαὶ κλίσεις τῆς καρδίας πῶς φανερόνονται ἀπὸ τὴν Γραφήν. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, θέλωντας νὰ μᾶς φανερώσῃ αὐτὰς τὰς κακὰς ῥίζας, καὶ κλίσεις, καὶ συνηθείας, καὶ ἕξεις ὁποῦ μένουν εἰς τὴν καρδίαν, μὲ τὴν πρᾶξιν καὶ ἐνέργειαν τῆς ἁμαρτίας, ποτὲ μὲν μᾶς λέγει μὲ τὸ στόμα τοῦ Σειράχ· «Ἐτελεύτησεν αὐτοῦ ὁ πατήρ, καὶ ὃς οὐκ ἀπέθανεν· ὅμοιον γὰρ αὐτῷ κατέλιπε μετ’ αὐτόν»· τὰ ὁποῖα λόγια ἠμποροῦν τροπολογικῶς νὰ νοηθοῦν διὰ τὴν ἁμαρτίαν, ἡ ὁποία ἀγκαλὰ καὶ ἀποθαίνῃ ὕστερον ἀπὸ τὴν ἐξομολόγησιν, καὶ ὕστερον ἀπὸ τὴν ἀποχὴν τῆς ἁμαρτίας, ὅμως φαίνεται σχεδὸν πῶς δὲν ἀποθαίνει, διατὶ ἀφίνει εἰς τὴν καρδίαν ζωντανὴν τὴν κακὴν συνήθειαν καὶ κλίσιν εἰς τὴν ἁμαρτίαν· τὴν ὁποίαν συνήθειαν ἠμποροῦμεν νὰ ὀνομάσωμεν δικαίως θυγατέρα, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, μητέρα τῆς ἁμαρτίας· διατὶ αὐτή, ἐὰν δὲν ξερριζωθῇ, δύναται νὰ γεννᾷ πάλιν ἄλλας καὶ ἄλλας ἁμαρτίας.

Ποτὲ δὲ πάλιν θέλωντας νὰ μᾶς φανερώσῃ ὅτι αὐτὴ ἡ κακὴ διάθεσις, καὶ αὐτὴ ἡ κακὴ συνήθεια ὁποῦ ἀφίνει ἡ ἁμαρτία εἰς τὴν καρδίαν, πηγαίνει πάντοτε εἰς αὔξησιν ἀπὸ ὀλίγον ὀλίγον, κατὰ τὸ μέτρον τῶν ἁμαρτιῶν, ὁποῦ προσθέτει, καὶ βάλλει πάντοτε τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς εἰς μεγαλήτερον κίνδυνον, μᾶς λέγει διὰ τοῦ Παροιμιαστοῦ, ὅτι ὁ ἁμαρτωλὸς ἀκολουθεῖ τὰς ἀπηγορευμένας ἡδονὰς ὡσὰν τὸ βόδι, ἤγουν βραδέως καὶ μὲ ἀργοπορίαν, καὶ μὲ ἀνθίστασιν καὶ ἐναντιότητα· «Ὥσπερ βοῦς ἐπὶ σφαγὴν ἄγεται»· ἔπειτα μᾶς λέγει, ὅτι ζητεῖ τὰς ἁμαρτίας ὡσὰν τὸ ἐλάφι, πηδῶντας δηλαδὴ καὶ ἐπιθυμῶντας αὐτάς· «Ἢ ὡς ἔλαφος τοξεύματι πεπληγὼς εἰς τὸ ἦπαρ» καὶ τέλος πάντων προσθέτει, ὅτι ὁ ἁμαρτωλὸς πηγαίνει πετῶντας ὡς ὄρνεον, διὰ νὰ κάμῃ κυνήγιον τὴν ἁμαρτίαν· «Σπεύδει δὲ ὡς ὄρνεον εἰς παγίδα, οὐκ εἰδὼς ὅτι περὶ ψυχῆς τρέχει».

Ὁμοίως μᾶς λέγει καὶ διὰ τοῦ Δαυΐδ, ἄλλοτε μέν, ὅτι ὁ ἁμαρτωλὸς ἐνδύεται τὴν κατηραμένην ἁμαρτίαν, ὡσὰν τὸ ἴδιον φόρεμα· «Ἐνεδύσατο κατάραν ὡς ἱμάτιον»· ἔπειτα λέγει, ὅτι ἡ κακὴ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας μὲ τὰς πράξεις, ὁποῦ γυρίζει πάλιν καὶ κάμνει, διαπερνᾷ πάντοτε πλέον ἐσωτερικῶς, καθὼς καὶ τὸ νερόν, ὁποῦ πίνομεν, διαπερνᾷ μέσα εἰς τὰ σπλάγχνα μας· «Καὶ εἰσῆλθεν ὡσεὶ ὕδωρ εἰς τὰ ἔγκατα αὐτοῦ»· καὶ εἰς ὅλον τὸ ὕστερον προσθέτει ὅτι ἡ ἁμαρτία ὡσὰν τὸ λάδι διαπερνᾷ ἕως καὶ εἰς τὰ κόκκαλα, ἕως καὶ εἰς τοὺς ἐνδοτέρους μυελοὺς τῶν κοκκάλων αὐτοῦ· «Καὶ ὡσεὶ ἔλαιον ἐν τοῖς ὀστέοις αὐτοῦ»· ἄλλοτε δέ, ὅτι ἡ ἁμαρτία πρῶτον μὲν μᾶς διώκει ὡσὰν ἐχθρός· «Καταδιώξαι ἄρα ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου»· ὕστερον ἀφ’ οὗ μᾶς πιάσῃ, μᾶς ῥίπτει εἰς τὴν γῆν, καὶ μᾶς καταπατεῖ· «Καὶ καταλάβοι, καὶ καταπατήσαι εἰς γῆν τὴν ζωήν μου» καὶ εἰς ὅλον τὸ ὕστερον μᾶς κατασταίνει εἰς λεπτὸν κονιορτόν, διὰ νὰ μᾶς πάρῃ ὁ ἄνεμος, καὶ νὰ ἀφανισθῶμεν τελείως· «Καὶ τὴν δόξαν μου εἰς χοῦν κατασκηνώσαι».

Μὲ αὐτὰ καὶ ἄλλα παρόμοια λόγια τῆς Γραφῆς, μᾶς δίδει εἴδησιν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὡς προείπομεν, ὅτι ἡ ψυχὴ ὅσον περισσότερον ἀκολουθεῖ νὰ ἁμαρτάνῃ, τόσον περισσοτέρας καὶ δυνατωτέρας κακὰς κλίσεις, καὶ συνηθείας, καὶ ἕξεις, καὶ πάθη προξενεῖ εἰς τὴν καρδίαν, καὶ εἰς τὸν νοῦν, καὶ ἀκολούθως τόσον περισσότερον μακραίνει ἀπὸ τὴν σωτηρίαν της· καὶ πρὸς τούτοις μᾶς δίδει εἴδησιν, ὅτι ἡ ἁμαρτία δὲν εὐγαίνει εὔκολα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλόν, καθὼς εὐγάνει τινὰς τὸ λερωμένον φόρεμά του καὶ τὸ ῥίπτει, ὄχι· ἀλλὰ εἶναι ὡσὰν ἕνα δένδρον, ὁποῦ ἔχει τὰς ῥίζας του ῥιζωμένας μέσα εἰς τὰ βάθη τῆς καρδίας του, καὶ ἔχει διαπερασμένα τὰ κλωνάριά του ἕως μέσα εἰς τὰ κόκκαλα, καὶ τοὺς μυελούς του· οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ ὡς μωροὶ καὶ ἀνόητοι, νομίζουν ὅτι εἶναι ἕνα εὔκολον πρᾶγμα, τὸ νὰ γλυττώσῃ τινὰς ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν.

Πιστεύουν ὅτι τὸ νὰ κάμουν μίαν ἁμαρτίαν, καὶ τὸ νὰ κάμουν ἑκατὸν ἁμαρτίας, εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό, χωρὶς νὰ συλλογισθοῦν οἱ ταλαίπωροι, ὅτι ὅταν προσθέτουν ἀνομίαν εἰς τὴν ἀνομίαν, βάλλουν πάντοτε εἰς χειροτέραν κατάστασιν τὴν σωτηρίαν τους· ἐπειδὴ καὶ ὁ νοῦς των τυφλώνεται πάντοτε περισσότερον, καὶ ἡ καρδία των πάντοτε περισσότερον σκληρύνεται· τὸ βάρος αὐξάνει περισσότερον, αἱ τοῦ Θεοῦ βοήθειαι λείπουν διὰ νὰ τοὺς περικρατοῦν· δυναμόνεται περισσότερον ὁ πόλεμος τοῦ διαβόλου κατ’ ἐπάνω των, διὰ νὰ τοὺς πολεμῇ καὶ αἱ δύναμες Ὅτι οἱ νεωστὶ μετανοοῦντες, τοῖς νεωστὶ ἐκ τῆς ἀῤῥωστίας ἀναλαβοῦσιν εἶναι ὅμοιοι αὐτῶν ὀλιγοστεύουν, διὰ νὰ νικοῦν τὸν ἐχθρόν.

Ὅθεν σοφώτατα ἕνας Διδάσκαλος παρομοιάζει ἐκείνους τοὺς μετανοημένους ἁμαρτωλούς, ὁποῦ νεωστὶ εὐγῆκαν ἀπὸ τὸ στάσιμον τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἔκαμαν ἀποχὴν τοῦ κακοῦ, μὲ τοὺς ἀῤῥώστους ἐκείνους, ὁποῦ ἐσηκώθησαν ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν· διατὶ αὐτοί, ἀγκαλὰ καὶ δὲν ἦναι ἀληθινὰ ἄῤῥωστοι, ὅμως εἶναι κιτρινιασμένοι, ἄσχημοι· τρώγουν, ἀλλὰ χωρὶς ὄρεξιν· κοιμῶνται, ἀλλὰ χωρὶς ἀνάπαυσιν· γελοῦν, ἀμὴ δίχως χαράν· περιπατοῦν, ἀλλὰ περισσότερον φαίνονται πῶς σύρνονται, παρὰ πῶς περιπατοῦν καὶ ἐν κοντολογίᾳ, εἰς ὅ,τι καὶ ἂν κάμουν, δοκιμάζουν μεγάλον βάρος, μεγάλην δυσκολίαν, μεγάλην ἀδυναμίαν· ἔτζι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ ἀφῆκαν νεωστὶ τὴν ἁμαρτίαν, ἂν τύχῃ νὰ κάμουν κᾀνένα καλόν, δὲν τὸ κάμνουν μὲ ἐκείνην τὴν προθυμίαν, καὶ ἐπιμέλειαν, ὁποῦ πρέπει· ἀλλὰ τὸ κάμουν μὲ μεγάλον βάρος, καὶ μὲ μεγάλην ἀδυναμίαν, καὶ δυσκολίαν· διατὶ τὰ λείψανα, καὶ αἱ ῥίζαι, τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἀκόμη εἰς τὴν καρδίαν των, καὶ δὲν ἰατρεύθησαν τελείως.

Τὰς ῥίζας δὲ ταύτας, καὶ κακὰς κλίσεις, καὶ πάθη τῆς ἁμαρτίας, ὁποῦ ἔμειναν εἰς τὴν καρδίαν σου, ἀδελφέ, πῶς δύνασαι νὰ τὰς εὐγάλῃς; Ἄκουσον· Ἐκεῖνοι, ὁποῦ θέλουν νὰ εὐγάλουν κἀνενὸς δένδρου μεγάλου τὴν ῥίζαν, μεταχειρίζονται τζαπία, δικέλλια, τζεκούρια, καὶ ἄλλα ἐργαλεῖα· ἔτζι πρέπει νὰ μεταχειρισθῇς καὶ ἐσὺ πολλὰ ἐργαλεῖα, διὰ νὰ εὐγάλῃς τὰς κακὰς αὐτὰς ῥίζας τῆς ἁμαρτίας· ἤγουν νὰ μεταχειρίζεσαι ἐγκράτειαν φαγητῶν, ἐγκράτειαν ὕπνου, γονυκλισίας, χαμαικοιτίας, καὶ κάθε ἄλλην κακοπάθειαν τοῦ σώματος ἐξωτερικήν· διατὶ αὐτὰ ὅλα, ὄχι μόνον εὐγάνουν τὰ χώματα, ὁποῦ εἶναι τριγύρω εἰς τὰς ῥίζας, καὶ σαλεύουν τὰς ῥίζας, καὶ τὰς σείουν· ἀλλὰ ἀκόμη καὶ κτυποῦν, καὶ κόπτουν τὰς ῥίζας αὐτάς, διατὶ συντρίβουν τὴν καρδίαν, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι φυτευμέναις αὐταῖς ᾑ ῥίζαις, καθὼς λέγει ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Ἀσκητής· «Ἄνευ συντριμμοῦ καρδίας, ἀδύνατον ἀπαλλαγῆναι κακίας·

Ὁ πόνος καὶ ἡ συντριβὴ ἀπὸ πόσα προξενεῖται. συντρίβει δὲ καρδίαν ἡ τριμερὴς ἐγκράτεια, ὕπνου λέγω, καὶ γαστρός, καὶ σωματικῆς ἀνέσεως». Τὸ κοπτερώτερον ὅμως ἀπὸ ὅλα τζεκοῦρι, καὶ ἐργαλεῖον, ὁποῦ ἠμπορεῖ νὰ κόψῃ καὶ νὰ εὐγάλῃ τὰς κακὰς αὐτὰς ῥίζας τῆς ἁμαρτίας, εἶναι ὁ πόνος τῆς καρδίας, ὁποῦ εἴπομεν ἀνωτέρω, καὶ ἡ συντριβὴ καὶ λύπη τῆς ψυχῆς, τὸν ὁποῖον πόνον θέλει σοῦ προξενήσει ἡ ἐνθύμησις τούτων τῶν ἑπτά, περὶ τῶν ὁποίων σοῦ εἴπομεν καὶ εἰς τὴν Συμβουλὴν τοῦ Μετανοοῦντος· Αʹ. πῶς ἔβλαψες τὸν Θεόν, καὶ τὰς φυσικὰς τελειότητας τοῦ Θεοῦ μὲ τὰς ἁμαρτίας σου· Βʹ. πῶς ἐφάνης ἀχάριστος εἰς τόσας ἀπείρους εὐεργεσίας ὁποῦ σοῦ ἔκαμεν ὁ Θεός· Γʹ. πῶς ἔκαμες μίαν ἀνήκουστον ἀδικίαν καὶ καταφρόνησιν εἰς τὴν ἐξαγοράν, ὁποῦ ἔκαμεν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, μὲ τόσα πάθη, καὶ μὲ τὸ ἴδιον αἷμά του·

Δʹ. πῶς ἔβλαψες καὶ ἐσὺ τὸν ἑαυτόν σου καὶ προσκαίρως καὶ αἰωνίως μὲ τὰς ἁμαρτίας, ὁποῦ ἔκαμες· Εʹ. πῶς ἔχασες τὸν Θεόν, καὶ τὴν θείαν χάριν τῆς υἱοθεσίας, καὶ δικαιώσεως, ὁποῦ εἶχες· Ϛʹ. πῶς ὑστερήθης τὴν αἰώνιον μακαριότητα τοῦ Παραδείσου, καὶ τὸ Ζʹ. πῶς ἐκέρδησες μίαν ἄπειρον κόλασιν, καὶ μίαν αἰωνιότητα βασάνων μὲ τὰς ἁμαρτίας σου.

Πρέπει δέ, Αʹ. ὁ πόνος αὐτὸς νὰ ᾖναι τόσον δραστικός, καὶ τόσον ἄκρος καὶ μεγάλος, ὡς ἀνωτέρω εἴπομεν, καθὼς εἶναι ὁ πόνος μιᾶς μητρός, ὁποῦ χάσῃ τὸν μονογενῆ της υἱόν, ἢ τὸν ἀγαπημένον ἄνδρα της· καθὼς εἶναι ὁ πόνος μιᾶς μαχαιρίας, ὁποῦ σοῦ δώσουν, ἢ μιᾶς μεγάλης βελόνης, ἢ ἀκάνθης, ὁποῦ ἔμβῃ μέσα εἰς τὸ ποδάρι σου· περὶ οὗ ἔλεγεν ὁ Δαυΐδ· «Ἐστράφην εἰς ταλαιπωρίαν ἐν τῷ ἐμπαγῆναί μοι ἄκανθαν»· εἰς τρόπον ὁποῦ, ὁ πόνος αὐτὸς καὶ ἡ λύπη, νὰ πλακόνῃ μὲ τὸ βάρος του τὴν καρδίαν σου, ὡσὰν μία πλάκα, καὶ νὰ τὴν συντρίβῃ, νὰ τὴν κατατζακίζῃ, καὶ νὰ τὴν κάμνῃ νὰ εὐγάνῃ ποτὲ μὲν ἀναστεναγμούς, ποτὲ δὲ καὶ δάκρυα. Διὰ τοῦτο εἶπεν ὁ Ἀββᾶ Ἰσαάκ, ὅτι «Μετάνοιά ἐστι καρδία συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη»· καὶ πάλιν «Μετάνοιά ἐστι καταλεῖψαι τὰ πρότερα καὶ λυπεῖσθαι ὑπὲρ αὐτῶν». Καὶ ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος· «Μετάνοιά ἐστι θλίψις γαστρὸς ἰσχυρά, καὶ ψυχῆς πλῆξις ἐν αἰσθήσει κραταιᾷ».

Ὁ πόνος τῆς καρδίας πρέπει νὰ ᾖναι παντοτεινὸς Βʹ. Ὁ πόνος αὐτὸς καὶ ἡ λύπη τῆς καρδίας, πρέπει νὰ ᾖναι παντοτεινός, καθὼς εἶναι παντοτεινὴ καὶ ἡ μετάνοια· ὅθεν παντοτεινὰ πρέπει νὰ ἔχῃς καὶ ἐσύ, ἀδελφέ, τὸν τοιοῦτον πόνον εἰς τὴν καρδίαν σου· διατί, ἐν ὅσῳ ἔχεις τὸν πόνον αὐτόν, ἔχεις καὶ τὴν μετάνοιαν· εὐθὺς δὲ ὁποῦ λείψει ὁ πόνος αὐτὸς ἀπὸ τὴν καρδίαν σου, παρευθὺς λείπεις καὶ ἐσὺ ἀπὸ τὴν μετάνοιαν, καθὼς λέγει ὁ Γεώργιος ὁ Κορέσσιος μετὰ τῶν λοιπῶν Θεολόγων. Διὰ τοῦτο εἶπεν ὁ θεῖος Ἰσαάκ, ὅτι «Οὐδεμία τῶν ἀρετῶν ὑψηλοτέρα τῆς μετανοίας, ὅτι οὐδὲ τελειωθῆναι δύναται τὸ ἔργον αὐτῆς πώποτε».

Διὰ ποῖα αἴτια πρέπει νὰ ᾖναι ὁ πόνος παντοτεινός. Διὰ τρία δὲ αἴτια πρέπει νὰ ᾖναι ὁ πόνος τῆς καρδίας, καὶ ἡ μετάνοια παντοτεινή· αʹ. ἐπειδὴ ἡ ἁμαρτία διὰ τοῦτο λέγεται θανάσιμος, διατὶ εὐθὺς ὁποῦ τὴν κάμῃ ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ἄξιος διὰ νὰ θανατωθῇ σωματικῶς ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ νὰ λείψῃ ἀπὸ τούτην τὴν ζωὴν (καθὼς καὶ ὁ παλαιὸς νόμος μὲ σωματικὸν θάνατον ἐπαίδευε τὰς θανασίμους ἁμαρτίας), καὶ ἔτζι νὰ ῥιφθῇ εἰς τὴν αἰώνιον κόλασιν· ὁ Θεὸς ὅμως διὰ τὴν φιλανθρωπίαν του δὲν τὸν θανατόνει σωματικῶς, ἀλλὰ τὸν ἀφίνει νὰ ζήσῃ, διὰ νὰ μετανοῇ εἰς ὅλην του τὴν ζωὴν διὰ τὴν ἁμαρτίαν, ὁποῦ ἔκαμεν, ὡς λέγει ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Ἀσκητής· «Ἅπαξ ὁ ἄξιος θανάτου γεγονώς, κατὰ τὸν νόμον τεθανάτωται· ὃ δὲ ζῇ, ἐν πίστει ζῇ, μετανοίας ἕνεκεν».

Ὅθεν ὁ ἄνθρωπος, ἀφ’ οὗ μίαν φορὰν πέσῃ εἰς ἁμαρτίαν, καὶ μάλιστα θανάσιμον, πλέον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμεριμνήσῃ εἰς ὅλην του τὴν ζωήν· ἀλλ’ ἔχει χρέος καθ’ ἑκάστην νὰ λυπῆται, νὰ πονῇ, νὰ μετανοῇ, καὶ νὰ μεριμνᾷ διὰ τὴν ἁμαρτίαν του, κᾂν καὶ ἔλαβε τὴν συγχώρησιν ἀπὸ τὸν Πνευματικόν του· καθὼς καὶ ὁ Προφήτης Δαυΐδ, μὲ ὅλον ὁποῦ ἐσυγχωρήθη ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Προφήτου Νάθαν, διὰ τὰς δύω ἁμαρτίας ὁποῦ ἔκαμε, καὶ μὲ ὅλον ὁποῦ ἐπλήρωσεν ἀρκετὸν κανόνα δι’ αὐτὰς μὲ τὴν ἀποστασίαν, ὁποῦ τοῦ ἔκαμεν Ἀβεσσαλὼμ ὁ υἱός του, καὶ τὸν ἐδίωξεν ἀπὸ τὸ βασίλειόν του· ὅμως πάλιν αὐτὸς ὕστερον δὲν ἔπαυσεν ἀπὸ τὸ νὰ μεριμνᾷ νὰ μετανοῇ, καὶ νὰ κλαίῃ δι’ αὐτὰς εἰς ὅλην του τὴν ζωήν· διὸ καὶ ἔλεγε· «Τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ ἀναγγελῶ, καὶ μεριμνήσω ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας μου»· καὶ πάλιν ἀλλαχοῦ λέγει· «Λούσω καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω». Κλίνην μὲν ὀνομάζει ὁ Δαυῒδ τὸν τόπον, ὅπου ἔπραξε τὴν μοιχείαν· στρωμνὴν δὲ τὸν τόπον, ὅπου ἔδωκε τὴν ἀπόφασιν τοῦ θανάτου κατὰ τοῦ ἀθώου Οὐρία, καθώς τινες Διδάσκαλοι ἑρμηνεύουσι. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ὅσαις φοραῖς ἤκουε τὸν πετεινὸν ὁποῦ ἐφώναζεν, ἐνθυμεῖτο τὴν ἄρνησιν ὁποῦ ἔκαμε, καὶ ἐμετανοοῦσε, καὶ ἔκλαιεν, ὡς λέγει ὁ Ἅγιος Κλήμης ὁ μαθητής του. Ὅθεν καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος «Στέναξον, λέγει, ὅταν ἁμάρτῃς ...

καὶ τοῦτο ποίει διηνεκῶς· τοῦτο γὰρ ἐξομολόγησις· μὴ νῦν μὲν φαιδρός, αὔριον δὲ σκυθρωπός, εἶτα φαιδρός· ἀλλὰ διαπαντὸς μένε ἐν τῷ πενθεῖν καὶ συντρίβειν σεαυτόν· Μακάριοι γάρ φησιν οἱ πενθοῦντες τοὐτέστιν, οἱ διηνεκῶς τοῦτο ποιοῦντες· μένε τοῦτο ποιῶν διηνεκῶς, καὶ σαυτῷ προσέχων, καὶ συντρίβων σου τὴν καρδίαν, ὡς ἄν τις γνήσιον υἱὸν ἀποβαλὼν πενθοίη.» Ἡ μετάνοια δὲν ἐξαλείφει τὰς οὐλὰς καὶ σημάδια τῆς ἁμαρτίας.

Τὸ βʹ. αἴτιον, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ πόνος τῆς καρδίας καὶ ἡ μετάνοια πρέπει νὰ ᾖναι παντοτεινά, εἶναι, διατὶ κάθε ἁμαρτία εἶναι ὡσὰν πληγή, καὶ ἂν ἡ πληγὴ ἰατρευθῇ, ὅμως ἡ οὐλὴ καὶ τὸ σημάδι καὶ ὁ τύπος τῆς πληγῆς ἀπομένει εἰς τὴν ψυχήν, καὶ νὰ ἐξαλειφθῇ τελείως εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν δὲν εἶναι δυνατόν, καθὼς λέγουσιν οἱ περισσότεροι, ἵνα μὴ λέγω καὶ ὅλοι οἱ Θεολόγοι· διότι ἕνας ὁποῦ ἔκλεψε μίαν φοράν, ἢ ἐπόρνευσεν, ἢ ἐφόνευσε, δὲν δύναται πλέον νὰ γείνῃ τόσον ἀθῶος, καὶ τόσον καθαρὸς διὰ τῆς μετανοίας, ὡσὰν νὰ μὴν ἔκλεψεν ὁλότελα, ἢ νὰ μὴν ἐπόρνευσεν, ἢ νὰ μὴν ἐφόνευσε. Διὰ τοῦτο ὅσαις φοραῖς ὁ ἁμαρτωλὸς ἐνθυμηθῇ τὰς ἁμαρτίας ὁποῦ ἔκαμε, καὶ ἰδῇ τοὺς τύπους καὶ τὰ σημάδια τῶν πληγῶν του, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ λυπῆται δι’ αὐτάς, καὶ νὰ μὴ κλαίῃ, καὶ νὰ μὴ μετανοῇ, κᾂν καὶ ὑποθέσωμεν πῶς εἶναι ἰατρευμέναις ᾑ πληγαῖς του αὐταῖς. Ὅλων λοιπὸν τῶν ἁμαρτιῶν ᾑ οὐλαῖς καὶ τὰ σημάδια μένουν εἰς τὴν ψυχὴν ἀνεξάλειπτα, ὡς εἴπομεν· ἐξαιρέτως δὲ καὶ μάλιστα τῶν σαρκικῶν ἁμαρτιῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ μέγας Βασίλειος εἰς τὸν περὶ Παρθενίας Λόγον του λέγει, ὅτι ἡ μετάνοια δύναται μὲν νὰ συγχωρήσῃ τὴν ἁμαρτίαν ἑνὸς ἀνδρός, ἢ μιᾶς γυναικός, ὁποῦ ἔφθειραν τὴν παρθενίαν των καὶ ἐπόρνευσαν· δὲν ἠμπορεῖ ὅμως νὰ κάμῃ καὶ τὴν ἐφθαρμένην ὡσὰν ἄφθαρτον καὶ παρθένον.

Διὰ τοῦτο καὶ προξενεῖ πένθος εἰς τοὺς πορνεύσαντας ἢ πορνευθείσας, εἰς ὅλον τὸ διάστημα τῆς ζωῆς των· «Μετάνοια μὲν γὰρ ἀφίησιν ἁμαρτίας, τὴν δὲ ἐφθαρμένην ὡς μὴ ἐφθαρμένην ἀδυνατοῦσα ποιῆσαι, διὰ βίου ὀδύρεται· πῶς γὰρ τὸ φθαρέν, ὅτι ἄφθορον γενήσεται; πῶς δὲ καθάπαξ τὸ τρωθὲν ἐπιθυμίᾳ τε καὶ ἡδονῇ καὶ πάθει ὡς ἄτρωτόν τι γενήσεται, τῶν σημαντήρων τῆς φθορᾶς ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τῷ σώματι διόλου μενόντων»; καὶ ἐν τῷ τέλει τοῦ περὶ Μετανοίας Λόγου· «Ἔστι, φησίν, ἴασις καὶ μετὰ τὸ ἕλκος, ἀλλὰ μένει ἡ οὐλή». Καὶ ὁ θεῖος Γρηγόριος λέγει· «Οὐκ ἔστιν εἰς τὸ ἀρχαῖον ἀποκατάστασις, κᾂν ὅτι μάλιστα ἐπιζητῶμεν αὐτὴν ἐν πολλοῖς στεναγμοῖς τε καὶ δάκρυσιν, ἐξ ὧν συνούλωσις μὲν ἔρχεται μόλις· ἔρχεται γὰρ καὶ πιστεύομεν· εἰ δὲ καὶ τὰς οὐλὰς ἐξαλείφωμεν, ἀγαπῴην ἄν· ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς χρήζω φιλανθρωπίας» Συνούλωσις δὲ λέγεται τὸ κλείσιμον τῆς πληγῆς, περὶ τῆς ὁποίας ὑπόσχεται καὶ ὁ Θεὸς διὰ Ἱερεμίου λέγων. «Ἰδοὺ ἀνάγω αὐτῇ συνούλωσιν καὶ ἴαμα». Ὁ δὲ μέγας Ἀθανάσιος λέγει· «Ὁ μὲν μετανοῶν, τοῦ ἁμαρτάνειν παύεται, ἔχει δὲ τῶν τραυμάτων τὰς οὐλάς.»

Καὶ ὁ Ἱεροσολύμων δὲ Κύριλλος ταῦτά φησι· «Καὶ οἱ σπῖλοι δὲ τῶν ἁμαρτιῶν μένουσιν ἐν τῷ σώματι· ὥσπερ γάρ, πληγῆς προχωρησάσης ἐν τῷ σώματι, κᾂν θεραπεία γένηταί τις, ὅμως ἡ οὐλὴ μένει· οὕτω καὶ ἡ ἁμαρτία πλήττει τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα, καὶ μένουσιν οἱ τύποι τῶν ἥλων ἐν πᾶσιν». Ἀλλὰ καὶ Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης αὐτὸ τοῦτο συνομολογεῖ, λέγων· «Μὴ γὰρ δή, ἐπειδὴ ἀκούεις μετάνοιαν δεδόσθαι, ἀδεῶς ἐπὶ τὸ ἁμαρτάνειν χώρει, ὡς πάντως ἰαθησόμενος· ἀλλ’ ἴσθι ὅτι πρῶτον μὲν πολλοὶ οὐδὲ μετανοίας ἔσχον καιρὸν ἐν αὐτοῖς τοῖς πλημμελήμασι δίκην ἀπαιτηθέντες· ἔπειτα δὲ ὅτι ἡ μετάνοια πολλῷ τῷ χρόνῳ θεραπεύειν εἴωθε τὰ πάθη· καὶ γὰρ πόνων χρεία, καὶ νηστείας, καὶ ἀγρυπνίας, καὶ ἐλεημοσύνης, καὶ εὐχῶν, καὶ πάντων τῶν τοιούτων, ἵνα θεραπευθῇ τὰ προλαβόντα τραύματα. Τρίτον ἐννοεῖν χρή, ὅτι κᾂν θεραπευθῇ, ἡ οὐλὴ ἐλέγχει τὸ πάθος· οὐ γὰρ ταὐτόν, σῶμα ἀκέραιον, καὶ τεθεραπευμένον, οὐδὲ ταὐτόν, ἱμάτιον ἀῤῥαγές, καὶ διεῤῥηγμένον, κᾂν δοκῇ τέχνῃ τινὶ εἰς τὸ μηδαμῶς ἐλέγχεσθαι ἦχθαι». Ὁ δὲ θεῖος Χρυσόστομος ἐὰν καὶ λέγῃ ὅτι «Ὁ Θεὸς ὅταν ἐξαλείφῃ ἁμαρτήματα, οὐδὲ οὐλὴν ἀφίησιν, οὐδὲ ἴχνος συγχωρεῖ μεῖναι, ἀλλὰ μετὰ τῆς ὑγείας καὶ τὴν εὐμορφίαν χαρίζεται»· τοῦτο τὸ λέγει διὰ τὴν ἄπειρον φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ὄχι διὰ τὴν μετάνοιαν, ἥτις δὲν δύναται ἀφ’ ἑαυτῆς νὰ κάμῃ τοῦτο.

Λέγει γὰρ ὁ αὐτὸς πάλιν ἐκεῖ, ὡσανεὶ ἐξηγῶν τὸ εἰρημένον· «Οὐχ ὅτι καθ’ ἑαυτὴν ἡ μετάνοια ἰσχύει τὴν ἀμαρτίαν ἀποσμήξασθαι· ἀλλ’ ἐπειδὴ τῇ μετανοίᾳ κεράννυται ἡ ἄφατος τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπία, καὶ ἡ ἄπειρος αὐτοῦ ἀγαθότης». Ὅθεν συμφώνως καὶ ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Νηστευτὴς ἐν τῷ ιθʹ. αὑτοῦ Κανόνει λέγει· «Παιδίον παρά τινος φθαρέν, εἰς Ἱερωσύνην, οὐκ ἔρχεται· εἰ γὰρ κᾀκεῖνο διὰ τὸ ἀτελὲς τῆς ἡλικίας οὐχ ἥμαρτεν, ἀλλὰ τὸ αὐτοῦ σκεῦος ἐῤῥάγη, καὶ εἰς ἱερὰν ὑπουργίαν ἄχρηστον γέγονεν». Τοῦτο καὶ ὁ Θεὸς θέλει νὰ φανερώσῃ μὲ τὸν λόγον ἐκεῖνον, ὁποῦ εἶπε διὰ τοῦ Προφήτου Ἀμώς· «Παρθένος Ἰσραὴλ ἔσφαλεν, οὐκ ἔστιν ὁ ἀναστήσων αὐτήν». Διὰ τοῦτο καὶ ἀναγινώσκομεν εἰς τὸ Γεροντικόν, ὅτι ὁ μέγας Μακάριος ἐλυπεῖτο πάντοτε, καὶ ἔκλαιε, διατί, ὅταν ἦτον μικρὸν παιδίον, ἔκλεψε μερικὰ ἀγγούρια ἀπὸ ἕνα κῆπον.

Τὸ γʹ. αἴτιον τοῦ παντοτεινοῦ πόνου, καὶ τῆς παντοτεινῆς μετανοίας εἶναι διατὶ κάθε ἄνθρωπος, κᾂν δίκαιος ἦναι κᾂν ἁμαρτωλός, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀναμάρτητος, καὶ ἐλεύθερος ἀπὸ ἁμαρτίας θανασίμους, ἢ συγγνωστάς· «Τίς γάρ φησι καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν τὴν καρδίαν, ἢ τίς παῤῥησιάσεται καθαρὸς εἶναι ἁμαρτιῶν»; σχεδὸν γὰρ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν καὶ ὥραν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἁμαρτάνομεν, πότε μὲ λόγον, καὶ πότε μὲ λογισμοὺς πονηρούς, βλασφήμους, καὶ αἰσχρούς, καὶ παροργίζομεν τὸν Θεόν· ὅθεν ἀκολούθως καὶ ὅλοι χρεωστοῦμεν νὰ ἔχωμεν πόνον εἰς τὴν καρδίαν, καὶ νὰ μετανοοῦμεν καθ’ ἑκάστην διὰ τὰς ἁμαρτίας αὐτάς, καὶ νὰ ζητοῦμεν συγχώρησιν ἀπὸ τὸν Θεόν, ὄχι μόνον διὰ τὰ ἀπερασμένα μας ἁμαρτήματα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἐνεστῶτα καὶ καθημερινά. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ τοῦτο βεβαιῶν, λέγει· «Διάνοια δὲ συνηγμένη τοῦ Κεφαλαίου τούτου ἐστί, τὸ γινώσκειν ἡμᾶς ἐν πάσῃ ὥρᾳ, ὅτι ἐν ταύταις ταῖς εἰκοσιτέσσαρσιν ὥραις τῆς νυκτὸς καὶ τῆς ἡμέρας τῆς μετανοίας χρῄζομεν».

Πόσα καλὰ προξενεῖ ὁ πόνος τῆς καρδίας. Ἐὰν λοιπόν, ἀδελφέ, ἔχῃς τὸν πόνον τοῦτον εἰς τὴν καρδίαν σου τόσον δυνατόν, καθὼς σοῦ προείπομεν, καὶ ἔτζι παντοτεινόν, ἤξευρε ὅτι ὁ πόνος αὐτὸς ἔχει νὰ προξενήσῃ πολλὰ καλὰ εἰς τὴν ψυχήν σου, διατὶ αὐτὸς ἔχει νὰ συμμαζώξῃ τὸν νοῦν σου μέσα εἰς τὴν καρδίαν σου, καὶ νὰ μὴ τὸν ἀφίνῃ νὰ ἐνθυμῆται τὰ κακὰ καὶ τὰς ἁμαρτίας. Ἐπειδὴ φυσικῷ τῷ τρόπῳ, εἰς ὅποιον μέλος ὁ ἄνθρωπος πονεῖ, ἐκεῖ τραβίζεται καὶ ὁ νοῦς του. Αὐτὸς ὁ πόνος θέλει κάμῃ τὴν καρδίαν σου νὰ ξεράσῃ τὸ φαρμάκι, καὶ τὸ ἀγκίστρι τῆς ἁμαρτίας ὁποῦ ἐκατάπιεν· αὐτὸς θέλει τὴν μαλακώσει, θέλει τὴν ταπεινώσει, καὶ θέλει τὴν ξεκολλήσει ὀγλίγωρα ἀπὸ τὰ πάθη, καὶ τὰς κλείσεις, ὁποῦ ἔλαβεν εἰς τὴν ἁμαρτίαν· ἐπειδὴ ἡ καρδία τοῦ ἁμαρτωλοῦ εἶναι σκληρά, πετρίνη, καὶ ἀταπείνωτος, καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ πόνον, δὲν δύναται νὰ ταπεινωθῇ καὶ νὰ μαλακωθῇ, ὡς γέγραπται· «Καρδία σκληρὰ βαρυνθήσεται πόνοις». Αὐτὸς ὁ πόνος θέλει ἀναβῇ ἔμπροσθεν Κυρίου Σαββαώθ, καὶ θέλει τὸν βιάσει σχεδόν, εἰς τὸ νὰ συγχωρήσῃ τὰς ἁμαρτίας σου, καθὼς εἶναι γεγραμμένον· «Ἡ κρίσις μου παρὰ Κυρίῳ, καὶ ὁ πόνος μου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ Ὅτι ἄλλη πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ζωὴ καὶ δίαιτα τῶν μετανοούντων, καὶ ὑπευθύνων ἀπὸ τὴν δίαιταν τῶν ἀνευθύνων μου».

Καὶ ὁ Δαυῒδ λέγει· «Ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου καὶ τὸν κόπον μου, καὶ ἄφες πάσας τὰς ἁμαρτίας μου»· καὶ πάλιν «Καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει» Αὐτὸς ὁ πόνος θέλει σὲ κάμῃ νὰ ἀλλάξῃς, καὶ τὰ φαγητά σου, καὶ τὰ πιοτά σου, καὶ τὰ ἐνδύματά σου, καὶ τὸν ὕπνον σου, καὶ ὅλην τὴν δίαιταν τῆς ζωῆς, ὁποῦ εἶχες πρὶν νὰ ἁμαρτήσῃς· ἐπειδὴ ἔτζι εἶναι ἁρμόδιον, νὰ ζοῦν οἱ μετανοοῦντες, ταπεινά, δηλαδὴ πενθικά, λιτά, καὶ πτωχικά· αʹ.

διατὶ καὶ οἱ ἀσθενεῖς, δὲν ἔχουν τὴν αὐτὴν δίαιταν τῆς ζωῆς μὲ τοὺς ὑγιεῖς, ὡς λέγει ὁ Νύσσης Γρηγόριος, «Οὐκ ἔστιν ἀκόλουθον τὸν νοσεῖν λέγοντα, τὴν αὐτὴν ζωὴν μετιέναι τοῖς ὑγιαίνουσιν· ἄλλη γὰρ δίαιτα τοῦ ἀῤῥώστου, καὶ ἕτερος βίος τοῦ ὑγιαίνοντος. ...»· καὶ πάλιν· «Ταῦτα ὁ τῷ σώματι ἄρρωστος· ὁ δὲ τὴν ψυχὴν κακῶς διακείμενος, τὸν ἀσώματον περινοστήσας ἰατρόν, καὶ προσποιητῶς ὁμολογῶν καὶ δεικνὺς τὴν ἀσθένειαν, καταλιμπάνει νέμεσθαι, καὶ σφακελίζειν τὸ πάθος, ἵνα πρὸς τὸν ὅλον ὄγκον διαχυθῇ· ἀλλὰ σωφρόνισον, γνῶθι σεαυτόν»· καὶ πάλιν· «Ἡμῶν δὲ ἡ μὲν ὑπόσχεσις μετάνοιαν ἐπαγγέλλεται, ἡ δὲ πρᾶξις οὐδὲν ἐπίπονον δείκνυσιν, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν ἔχομεν τοῦ βίου κατάστασιν, ἣν καὶ πρὸ τῆς ἁμαρτίας εἴχομεν· φαιδρότης γὰρ ὁμοία, καὶ ἐσθὴς ἡ αὐτή, καὶ τραπέζης ἀπόλαυσις δαψιλής, καὶ ὕπνος μακρὸς καὶ λελυμένος εἰς κόρον· ἀσχολίαι δὲ καὶ φροντίδες ἐπάλληλοι λήθην ἐμποιοῦσαι τῇ ψυχῇ τῆς οἰκείας ἐπιμελείας· μόνον δὲ τὸ ὄνομα τῆς μετανοίας ἐπιγραφόμεθα ἄκαρπόν τε καὶ ἀνενέργητον»· βʹ. διατὶ οἱ ὄντες ὑποκάτω εἰς κανόνα, καὶ ἁμαρτίαν θανάσιμον, δὲν πρέπει νὰ χαίρωνται, καὶ νὰ ἔχουν τὴν αὐτὴν ἱλαρωτέραν δίαιταν καὶ ζωήν, καθὼς τὴν ἔχουν οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, οἱ μὴ τοιοῦτοι, ὡς λέγει ὁ προφήτης Ὠσηέ· «Μὴ χαῖρε Ἰσραήλ, μηδὲ εὐφραίνου καθὼς οἱ λαοί· διότι ἐπόρνευσας ἀπὸ τοῦ Θεοῦ σου».

Τοῦτο τὸ ἴδιον λέγει καὶ ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος· «Ἄλλη ἡ τοῖς ἀνευθύνοις, καὶ ἑτέρα ἡ τοῖς ὑπευθύνοις ἁρμόζουσα ἐγκράτεια· οἱ μὲν γὰρ τὴν τοῦ σώματος κίνησιν εἰς σημεῖον κέκτηνται· οἱ δὲ μέχρι θανάτου καὶ τέλους, πρὸς τοῦτο ἀπαρακλήτως, καὶ ἀδιαλλάκτως διάκεινται», καὶ εἰς ὅλον τὸ ὕστερον, αὐτὸς ὁ πόνος θέλει σὲ κάμῃ νὰ γένῃς καλόγηρος, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ζῆς καλογερικὴν ζωὴν καὶ ἐν τῷ κόσμῳ ὤν. Αὐτὸς δὲ ὁ πόνος, καὶ ἡ λύπη, δὲν εἶναι πικρός, ὁποῦ νὰ φέρῃ ἀπόγνωσιν (τὴν γὰρ τοιαύτην λύπην καὶ πόνον, ὀποῦ φέρει ἀπελπισίαν, πρέπει νὰ τὸν ἀποβάλῃς, διατὶ εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ)· ἀλλὰ εἶναι γλυκὺς καὶ χαροποιός, διατὶ εἶναι σμιγμένος μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας, μὲ τὴν γλυκυτάτην κατάνυξιν καὶ τὰ δάκρυα καὶ μὲ τὴν ἐλάφρωσιν τῆς συνειδήσεως. Διὸ καὶ ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέγει. «Ἐγὼ καὶ αὐτὴν τὴν τῆς κατανύξεως ποιότητα ἐννοῶν ἐξίσταμαι· πῶς πένθος καὶ λύπη λεγομένη, τὴν χαρὰν καὶ τὴν εὐφροσύνην ἔνδοθεν, ὥσπερ μέλι κηρίῳ συμπεπλεγμένην κέκτηται; τί οὖν ἐκ τούτου μανθάνομεν;

ὅτι κυρίως Κυρίου δῶρον ἡ τοιαύτη κατάνυξις ὡμολόγηται· οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ψυχῇ τότε ἀνήδονος ἡδονή, τοῦ Θεοῦ λεληθότως παρακαλοῦντος τοὺς συντεθλασμένους τῇ καρδίᾳ» Καὶ ἐν κοντολογίᾳ, αὐτὸς ὁ πόνος θέλει ξεῤῥιζώσει ἀπὸ τὴν καρδίαν σου τὰς κακὰς ἕξεις, καὶ συνηθείας τῆς ἁμαρτίας, καὶ θέλει σοῦ προξενήσει τὴν ἀληθινὴν μετάνοιαν, ἡ ὁποία εἶναι, κατὰ τὸν Νύσσης θεῖον Γρηγόριον, ἕνας ἀφανισμός, ὄχι μόνον τῶν ἔργων καὶ τῶν πράξεων τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ καὶ τῶν διαθέσεων καὶ κλίσεων τῆς καρδίας, καὶ τῶν νοημάτων αὐτῶν, καὶ προσβολῶν τῆς διανοίας· «Τοῦτο γάρ ἐστιν ἡ μετάνοια λύσις καὶ ἀφανισμὸς τῶν πρώην, ἢ κατὰ πρᾶξιν ἐνεργουμένων, ἢ κατὰ διάθεσιν νοουμένων» Ὢ πόνος λοιπὸν γλυκύτατος, ὁ ὁποῖος προξενεῖ τὴν ἀληθινὴν μετάνοιαν, διὰ τῆς θείας Χάριτος! ὢ πόνος χαροποιός, ὁ ὁποῖος κάμνει τὸν ἄνθρωπον ἀκίνητον, ἢ δυσκολοκίνητον εἰς τὸν κακόν! ὢ πόνος μακάριος, ὁ ὁποῖος προξενεῖ τὴν ἄπονον μακαριότητα!

Ἔμαθες ἀδελφέ, Αʹ. πῶς νὰ κόπτῃς τὰ βλαστάρια καὶ τοὺς κλάδους τῆς ἁμαρτίας μὲ τὴν ἀποφασιστικὴν ἀποχὴν τῆς πράξεως τῆς ἁμαρτίας· ἔμαθες Βʹ. καὶ πῶς νὰ ξεῤῥιζώνῃς ἀπὸ τὴν καρδίαν σου τὰς ῥίζας τῆς ἁμαρτίας μὲ τὸν δραστικὸν καὶ παντοτεινὸν πόνον· τώρα μάθε Γʹ.

καὶ πῶς πρέπει νὰ φυτεύσῃς εἰς τὴν καρδίαν σου, ἀντὶ τῶν προτέρων ἀγρίων δένδρων, ἥμερα δένδρα καὶ καρποφόρα, δηλαδὴ ἀντὶ τῶν κακιῶν, τὰς ἀρετάς· ἀντὶ τῆς ὑπερηφανίας, τὴν ταπείνωσιν· ἀντὶ τῆς γαστριμαργίας, τὴν ἐγκράτειαν, ἀντὶ τῆς φιλαργυρίας, τὴν ἐλευθεριότητα καὶ τὴν ἐλεημοσύνην· ἀντὶ τῆς σκληρότητος, τὴν πρᾳότητα· ἀντὶ τῶν σαρκικῶν παθῶν, τὴν παρθενίαν καὶ σωφροσύνην· ἀντὶ τῆς ἀδικίας καὶ ἁρπαγῆς, τὴν δικαιοσύνην, καὶ τὸ νὰ δίδῃς τὰ ἐδικά σου· ἀντὶ τοῦ φθόνου καὶ μίσους, τὴν ἀγάπην καὶ φιλαδελφίαν· καὶ ἀντὶ τῆς πρώτης παραβάσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, τὴν φύλαξιν καὶ ἐργασίαν τούτων· διατὶ δὲν εἶναι ἀρκετὸν μόνον εἰς τὴν σωτηρίαν σου, ἀδελφέ, καὶ εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῆς ἀληθινῆς μετανοίας, τὸ νὰ εὐγάλῃς τὰς ῥίζας τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ τὴν καρδίαν σου, καὶ ἔπειτα νὰ ἀφήσῃς χέρσον τὸν τόπον τῆς καρδίας σου, καὶ νὰ μὴ τὸν φυτεύσῃς ἀπὸ φυτὰ καὶ δένδρα τῶν ἀρετῶν· ἐπειδὴ ἂν ἀφήσῃς χέρσον τὴν καρδίαν σου, πάλιν ἀναβλαστάνει ἀκάνθας καὶ δένδρα ἄγρια, ἤγουν πάθη καὶ ἁμαρτίας· διὰ τοῦτο καὶ σὲ συμβουλεύει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον διὰ μέσου τοῦ ψαλμογράφου Δαυΐδ, νὰ φεύγῃς ἀπὸ τὰ κακά, καὶ νὰ κάμνῃς τὰ ἀγαθά· «Ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ, καὶ ποίησον ἀγαθόν».

Δʹ. δὲ καὶ τελευταῖον, ἀφ’ οὗ φυτεύσῃς τὰς ἀρετὰς ταύτας εἰς τὴν καρδίαν σου, πρέπει νὰ τὰς φυλάττῃς ὅσον δύνασαι, ἕως ὁποῦ νὰ πιάσουν ῥίζας, ἤγουν ἕως ὁποῦ νὰ γένουν μὲ τὴν συνήθειαν ἕξεις εἰς ἐσένα, καθὼς ἔγειναν προτήτερα ἕξεις εἰς ἐσὲ τὰ πάθη καὶ ᾑ ἁμαρτίαις· καὶ ἕως ὁποῦ νὰ ἀνθήσουν καὶ νὰ κάμουν καρπὸν σωτηρίας, καὶ ἀληθινῆς μετανοίας καὶ συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν σου· διατὶ ἂν δὲν τὰς φυλάττῃς, καὶ ἂν δὲν τὰς ἐπιμελῆσαι, ὁ σπορεὺς τῶν ζιζανίων διάβολος ἔρχεται εἰς τὸν καιρὸν ὁποῦ ἐσὺ κοιμᾶσαι καὶ ἀμελεῖς, καὶ τὰς ξεῤῥιζώνει, καὶ φυτεύει πάλιν τὰ ζιζάνια, καὶ τὰς κακίας τὰς ἐδικάς του, κατὰ τὴν παραβολὴν τοῦ Εὐαγγελίου τὴν λέγουσαν· «Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ σπείροντι καλὸν σπέρμα ἐν τῷ ἀγρῷ αὑτοῦ· ἐν δὲ τῷ καθεύδειν τοὺς ἀνθρώπους, ἦλθεν αὐτοῦ ὁ ἐχθρός, καὶ ἔσπειρε ζιζάνια ἀναμέσον τοῦ σίτου, καὶ ἀπῆλθε»· καὶ διατί, ἂν δὲν φυλάττῃς τὰς ἀρετὰς ταύτας μὲ ἐπιμέλειαν, ἐπιστρέφουν πάλιν τὰ πάθη εἰς τὴν καρδίαν σου. Διὰ τοῦτο οἱ Πατέρες ὠνόμασαν τὰ πάθη φιλεπίστροφα· ἐπιστρέφοντα δὲ ταῦτα καὶ εὑρίσκοντα τὸν τόπον τῇς καρδίας καλλιεργημένον καὶ δουλευμένον, ῥιζόνουν βαθύτερα ἀπὸ πρῶτον εἰς αὐτόν, καὶ οὕτω «Γίνονται τὰ ἔσχατά σου χειρότερα ἀπὸ τὰ πρῶτα» καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος· ὅπερ μή σοι γένοιτό ποτε, ἀγαπητέ.

Αὐτὰ τὰ τέσσαρα εἶναι, ἀδελφέ, τὰ συστατικὰ τῆς ἀληθινῆς μετανοίας· μὲ αὐτὰ δύνασαι νὰ ἀποκτήσῃς εἰς τὸν ἑαυτόν σου ἀληθινὴν μετάνοιαν, τῆς ὁποίας τὸ χάρισμα, παρακαλεῖ τὸν Κύριον ἡ Ἐκκλησία νὰ μᾶς τὸ δώσῃ, λέγουσα εἰς κἄποιας εὐχάς· «Ἵνα εὐδοκήσῃς ἀγαγεῖν ἡμᾶς πρὸς ἀληθινὴν μετάνοιαν». Αὐτὰ εἶναι οἱ καρποὶ καὶ τὰ ἀποτελέσματα Πόσα καὶ ποῖα εἶναι τὰ σημάδια τῆς παρὰ Θεοῦ συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν. τῆς ἀληθινῆς μετανοίας· μὲ αὐτὰ δύνασαι νὰ πληροφορηθῇς, ὅτι ὁ Θεὸς ἀληθῶς ἐσυγχώρησε τὰς ἁμαρτίας σου, καὶ ἐφιλιώθη μετ’ ἐσένα. Ἡ συγχώρησις δὲ αὕτη τῶν ἁμαρτιῶν ἡ ἀληθινὴ καὶ βεβαία, ἔχει τέσσαρα σημάδια, ἕνα τοῦ ἄλλου κατὰ βαθμὸν ὑψηλότερον· αʹ. σημάδι εἶναι τὸ νὰ μισῇ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ καρδίας τὴν ἁμαρτίαν, ὅταν τὴν ἐνθυμᾶται, τυχὸν διὰ τὸν φόβον ὁποῦ ἔχει ἀκόμη διὰ νὰ μὴ πέσῃ εἰς αὐτήν, καὶ τὸ νὰ μὴ ἡδύνεται, μηδὲ νὰ κλίνῃ εἰς αὐτήν· βʹ. ἀνώτερον τούτου εἶναι τὸ νὰ ἐνθυμᾶται ὁ ἄνθρωπος τὰς ἁμαρτίας του ἀπαθῶς, χωρὶς δηλαδὴ ἡδονήν, ἢ λύπην, καὶ μῖσος· γʹ. δὲ καὶ ἀνώτερον τούτου εἶναι, ὅταν τινὰς ἐνθυμᾶται τὰς ἁμαρτίας του καὶ χαίρεται, καὶ δοξάζει τὸν Θεόν, διὰ τὸ πολὺ πλῆθος τῶν ἀρετῶν, ὁποῦ ἀπόκτησεν ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του, διὰ τῆς θείας Χάριτος καὶ τῆς μετανοίας· δʹ.

δὲ σημάδι ἀνώτατον πάντων εἶναι τὸ νὰ εὐγάλῃ ὅλως ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν καρδίαν του τὰ ἐμπαθῆ νοήματα τῆς ἁμαρτίας, καὶ τόσον τελείως νὰ τὰ λησμονήσῃ, ὥστε ὁποῦ οὔτε νὰ προσβάλλουν εἰς αὐτόν.

Τὸ αʹ. σημάδι μᾶς τὸ βεβαιόνει ὁ μέγας Βασίλειος· ἐρωτηθεὶς γὰρ ὁ Ἅγιος, πῶς νὰ πληροφορηθῇ ἡ ψυχὴ ὅτι ἀφῆκεν αὐτῇ ὁ Θεὸς τὰ ἁμαρτήματα, ἀποκρίνεται, ὅτι τοῦτο θέλει τὸ πληροφορηθῇ «ἐὰν θεωρήσῃ ἑαυτὸν ὁ μετανοῶν ἐν τῇ διαθέσει τοῦ εἰπόντος· Ἀδικίαν ἐμίσησα καὶ ἐβδελυξάμην». Τοῦτο τὸ ἴδιον ἐρωτηθεὶς καὶ ὁ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ ἀπεκρίθη, ὅτι τότε θέλει γνωρίσει τινὰς πῶς ἔλαβε τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν του· «Ἥνεκα ἂν αἰσθηθῇ ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ, ὅτι τελείως αὐτὰς μεμίσηκεν ἐκ καρδίας» Τὸ βʹ. σημάδι μᾶς τὸ βεβαιόνει Νικήτας Ἡρακλείας ὁ Σεῤῥαῖος (ἢ κατ’ ἄλλους ὁ Σεῤῥῶν)· σχολιάζων γὰρ οὗτος τὸ εἰς τὸ Πάσχα ῥητὸν Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου τὸ λέγον· «Κᾂν ὡς Θωμᾶς ἀπολειφθῇς τῶν ἄλλων Μαθητῶν ... τοῖς τύποις τῶν ἥλων πιστώθητι»· τοῦτο λέγω σχολιάζων γράφει· «Εἰ δὲ μὴ τούτοις, ἀλλὰ ταῖς μνήμαις τῶν παλαιῶν ἁμαρτημάτων, τυπουμέναις περὶ τὸν νοῦν ἀπαθῶς, πιστώθητι (ὅτι ἀνέστη δηλαδὴ ὁ ἐν σοὶ τῆς ἀρετῆς λόγος)· ἀπαθὴς δὲ μνήμη ἐστὶ τῶν προγενομένων τύπωσις, χωρὶς ἡδονῆς καὶ λύπης, ἀλλ’ οὐ τρήσεις ἔχουσα τῶν τραυμάτων, διὰ τὴν γενομένην λοιπὸν ἀπάθειαν, ἣν ὁ μὴ παθών, οὐδ’ ἄλλῳ πιστεύσειεν, ὥσπερ ὁ Θωμᾶς.

Εἰσὶν οὖν αἱ μὲν μνῆμαι τῶν ἁμαρτημάτων τύποι, αὐταὶ δὲ αἱ ἁμαρτίαι, ἧλοι, διαπείροντες τοὺς περιπίπτοντας· ὅταν τοίνυν δυνηθῇς μνημονεῦσαι αὐτῶν ἀπαθῶς, τότε πίστευσον, ὅτι ἀνέστη ἐν σοὶ ὁ τοιοῦτος λόγος».

Τὸ γʹ. σημάδι τὸ εὑρίσκομεν ἐν τῷ Λαυσαϊκῷ εἰς τὸν βίον Μακαρίου τοῦ Νεωτέρου· οὗτος γὰρ ἐρωτηθεὶς μίαν φοράν, ἂν λυπῆται, ὅταν ἐνθυμηθῇ τὸν ἀκούσιον φόνον, ὁποῦ ἔκαμεν, ὅταν ἦτον νέος, ἀπεκρίθη, ὅτι δὲν λυπεῖται ἀλλὰ μάλιστα καὶ χαίρεται, ὄχι δι’ αὐτὸ καθ’ αὑτὸ τὸ ἁμάρτημα τοῦ φόνου, ἀλλὰ διατὶ αὐτὸ ἔγεινεν αἰτία νὰ μετανοήσῃ, καὶ νὰ ἀποκτήσῃ πλῆθος πολὺ ἀρετῶν· καὶ ὅτι δοξάζει, καὶ εὐχαριστεῖ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ αὐτὴ καὶ τὰ φύσει ὄντα κακὰ τὰ μεταβάλλει πολλάκις, καὶ τὰ κάμνει αἴτια ἀγαθῶν· ὃν τρόπον μετέβαλε καὶ τὸν φόνον, ὁποῦ ἔκαμεν ὁ Μωϋσῆς ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ ἐποίησεν αὐτὸν αἰτίαν ἀγαθοῦ· ἀναχωρήσας γὰρ δι’ αὐτὸν ὁ Μωϋσῆς εἰς τὴν ἔρημον, ἠξιώθη νὰ γένῃ Θεόπτης. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἀπόστολος εἶπε· «Τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν»· ὅπερ ἑρμηνεύων ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος εἶπεν, ὅτι τοῖς τὸν Θεὸν ἀγαπῶσι συνεργοῦσιν εἰς ἀρετὴν πολλάκις καὶ αὐταὶ αἱ κακίαι καὶ ἁμαρτίαι· «Οἱ δὲ γεγραμμένοι ἐν βίβλῳ ζωῆς, ἀπολέσθαι οὐ δύνανται· οἷς πάντα συνεργεῖ εἰς τὸ ἀγαθόν, καὶ αὐτὰ τὰ ἁμαρτήματα· ὅταν γὰρ πέσωσιν οὐ καταῤῥάσονται».

Τὸ δὲ δʹ. σημάδι μᾶς τὸ βεβαιόνει ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Ἐδέσσης· οὗτος γὰρ ἐν τῷ ιαʹ. Κεφαλαίῳ λέγει· «Ὅσα περ ἐμπαθῶς διεπράξαμεν, τούτων καὶ αἱ μνῆμαι τὴν ψυχὴν τυραννοῦσιν. Ὅταν δὲ τὰ ἐμπαθῆ ἐνθυμήματα πάντῃ τῆς καρδίας ἐξαλειφθῇ, ὡς μηδὲ προσβάλλειν αὐτῇ, τότε σημεῖον φαίνεται τῆς συγχωρήσεως τῶν προτέρων ἁμαρτημάτων».

Τοῦτο τὸ ἴδιον σχεδὸν λέγει καὶ ὁ Ἅγιος Μάξιμος· φησὶ γάρ· «Ψευδοπροφῆταί εἰσι καὶ οἱ λογισμοὶ οἱ σμικρύνοντες τὰ ἁμαρτήματα καὶ τὴν συγχώρησιν αὐτῶν γεγονέναι μαντευόμενοι· οὗτοι οἱ λογισμοὶ λύκοι εἰσὶν ἅρπαγες ἐν ἐνδύμασι προβάτων, οὓς καὶ ἐκ τῶν καρπῶν ἐπιγνωσόμεθα· ἐφ’ ὅσον γὰρ ὁ νοῦς ἡμῶν ὑπὸ τῶν ἁμαρτιῶν ὀχλεῖται, οὔπω τῆς συγχωρήσεως αὐτῶν ἐτύχομεν· οὐδέπω γὰρ καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας πεποιήκαμεν· καρπὸς δὲ μετανοίας ἐστὶν ἀπάθεια ψυχῆς· ἀπάθεια δέ, ἐξάλειψις ἁμαρτίας· Τελείαν οὖν ἀπάθειαν μὴ ἔχοντες, ἀλλὰ ποτὲ μὲν ὀχλούμενοι ὑπὸ τῶν παθῶν, ποτὲ δὲ μὴ ὀχλούμενοι, μὴ ἀνασχώμεθα τῶν λογισμῶν, τῶν μαντευομένων ἡμῖν τὴν συγχώρησιν».

Βλέπεις, ἀδελφέ, πῶς ἀποκτᾶται ἡ ἀληθινὴ μετάνοια; Βλέπεις μὲ τί κόπους, καὶ μόχθους, καὶ αἵματα κερδίζεται ἡ ἀληθινὴ συγχώρησις τῶν ἁμαρτιῶν; Πῶς λοιπὸν ἐσὺ λέγεις «ἂς ἁμαρτήσω, καὶ θέλω ἐξομολογηθῆ, θέλω μετανοήσει»· ὡσὰν νὰ ᾖναι εὔκολον πρᾶγμα ἡ ἀληθινὴ μετάνοια. Ὅθεν ἀπὸ τώρα καὶ ἐμπρὸς πρόσεχε, δι’ ἀγάπην Θεοῦ, καὶ ὅταν σὲ παρακινήσῃ ὁ διάβολος νὰ ἐγκρεμνισθῇς εἰς κἀμμίαν ἁμαρτίαν, ἀντὶ νὰ εὐκολύνῃς τὸν κρεμνισμὸν μὲ τὸ νὰ λέγῃς «θέλω ἐξομολογηθῆ, θέλω μετανοήσει» ἐσὺ στῆσαι εἰς τὴν ψυχήν σου τοῦτο τὸ ἀνίκητον τειχόκαστρον, καὶ λέγε· «τίς ἠξεύρει ἐὰν ἐξομολογηθῶ καλῶς; τίς ἠξεύρει ἀνίσως καὶ τούτη ἡ ἁμαρτία ὁποῦ μελετῶ νὰ κάμω, ᾖναι ἡ ὑστερινή, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς δὲν θέλει ὑπομείνει καὶ νὰ μὲ συγχωρήσῃ· ἀλλὰ θέλει κόψει τὸ σχοινίον τῆς ὑπομονῆς του, καὶ νὰ μὲ ἀφήσῃ νὰ πέσω εἰς τὴν ἀπώλειαν; τίς ἠξεύρει ἀνίσως ὁ Θεὸς καὶ μοῦ δώσῃ τὸ χάρισμα τῆς ἀληθινῆς μετανοίας, τὸ ὁποῖον δὲν ἔδωκεν εἰς ἄλλους παρομοίους μου ἁμαρτωλούς, οἱ ὁποῖοι φλογίζονται τώρα εἰς τὸν ᾅδην;

τίς ἠξεύρει ἀνίσως καὶ ἐγώ, μὲ τὸ νὰ ἐσυνείθισα νὰ μὴ φοβοῦμαι τὸν Θεόν, δοθῶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς ἀποδοκιμασμένην ζωήν, καὶ εἰς ἐσχάτην ἀπελπισίαν»; —«Καρδία συνετοῦ διανοηθήσεται παραβολὴν» λέγει ὁ Σειράχ· καὶ ἐσύ, ἂν ἦσαι φρόνιμος καὶ σοφὸς τῇ καρδίᾳ, μὴ βάλῃς, ἀγαπητέ, τὴν ὑπόθεσιν τῆς σωτηρίας σου εἰς ἕνα τόσον φανερὸν κίνδυνον, καθὼς εἶναι ἐτοῦτος, τὸ νὰ ἐλπίζῃς δηλαδὴ εἰς μίαν ἄκαρπον ἐξομολόγησιν, καὶ μίαν ψευτίκην μετάνοιαν, καὶ ἠμπορῶντας νὰ κρεμάσῃς τὴν ἐλπίδα σου εἰς ἕνα δυνατὸν σχοινίον διὰ νὰ σωθῇς, νὰ θέλῃς νὰ τὴν κρεμάσῃς εἰς μίαν κλωστὴν σαπημένην, ἡ ὁποῖα ἀφ’ οὗ κοπῇ, ἐσὺ ἔχεις νὰ καταβυθισθῇς εἰς ἕνα πέλαγος ἀπείρου καὶ αἰωνίου πυρός.

Τὸ δυνατὸν σχοινίον εἶναι· τὸ νὰ ἀπέχῃς ἀπὸ τὴν πρᾶξιν τῆς ἁμαρτίας· τὸ νὰ πολεμῇς νὰ ξεῤῥιζώσῃς ἀπὸ τὴν καρδίαν σου τὰς κακὰς κλίσεις μὲ ἕνα πόνον δραστικόν, καὶ τὸ νὰ ἀποκτήσῃς ἀληθινὴν μετάνοιαν, καὶ συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν σου, μὲ τὴν πρᾶξιν τῶν ἀρετῶν, καὶ τὴν ἐργασίαν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ· ὅτι τὸ νὰ μὴν ἀπέχῃ τινὰς ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας εἶναι τὸ νὰ καταπίνῃ τὴν πονηρίαν, χωρὶς νὰ τὴν μασσᾷ, μὲ τὸ ὁποῖον δείχνει, πῶς εἶναι ὁλότελα μωρός, ὡσὰν ὁποῦ κάμνει θεληματικῶς ἕνα κακὸν ἄπειρον, μὲ τὸ νὰ ὑποθέτῃ εἰς τὸν ἑαυτόν του ἐκεῖνο, ὁποῦ στέκεται μόνον εἰς τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, ἤγουν μὲ τὸ νὰ ὑποθέτῃ καιρὸν νὰ μετανοήσῃ, καὶ βοήθειαν τοῦ Θεοῦ διὰ νὰ μετανοήσῃ ἀξίως· ὡσὰν νὰ ἦτον σχεδὸν ὁ Θεὸς φίλος τῶν ἁμαρτωλῶν, καὶ ὄχι ἐχθρὸς αὐτῶν ὁ πλέον μεγαλήτερος, καὶ φοβερώτερος, καὶ δυνατώτερος εἰς τὸ νὰ τοὺς ἐκδικηθῇ· καὶ ὡσὰν νὰ μὴ ἦτον ἐκεῖνος, ὁποῦ ἔχει ἕνα ἄπειρον μῖσος εἰς κάθε κακίαν.

Ἂς μὴ σὲ πλανέσῃ δὲ ὁ λογισμός, ἀδελφέ, λέγοντάς σου· νὰ ὁποῦ Τὸ πίπται ἔγειραι πῶς ἐξηγεῖται. οἱ Πατέρες λέγουν «Πίπτ’ ἔγειραι»· ἤγουν ὅσαις φοραῖς πέσῃς, σήκω καὶ σώζεσαι. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ μετάνοια, τὸ νὰ πίπτῃ τινάς, καὶ πάλιν νὰ σηκόνεται, καὶ τὸ νὰ σηκόνεται, καὶ πάλιν νὰ πίπτῃ; Πεπλανημένη, ἀδελφέ, καὶ κακὴ ἐξήγησις εἶναι αὐτή, ὁποῦ ἐσὺ κάμνεις τοῦ ῥητοῦ τούτου· διατὶ οἱ Πατέρες εἶπον τοῦτο, διὰ νὰ εὐγάλουν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὸν φόβον τῆς ἀπογνώσεως, καὶ ὄχι διὰ νὰ τοὺς κάμουν νὰ ἁμαρτάνουν μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἐξομολογήσεως, καὶ μετανοίας· ἄπαγε! διὸ λέγει ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ· «Τὴν ἀνδρίαν ἣν οἱ Πατέρες ἐν ταῖς θείαις Γραφαῖς αὐτῶν τεθείκασι ... περὶ τῆς μετανοίας, οὐ χρὴ ἡμᾶς ἐκλαμβάνειν πρὸς βοήθειαν τοῦ ἁμαρτάνειν ... Ἵνα γὰρ ἐλπίδα μετανοίας σχῶμεν, ἐμηχανήσαντο ὑποκλέπτειν ἐκ τῆς αἰσθήσεως τὸν φόβον τῆς ἀπογνώσεως».

Ἔπειτα οἱ Πατέρες εἶπον «Πίπτ’ ἔγειραι»· πέσε καὶ σήκω, καὶ ὄχι, σήκω καὶ πέσε, καθὼς ἀντιστρόφως τὸ ἑρμηνεύεις ἐσύ· πολὺ γὰρ διαφέρει τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο· ὥστε τὸ νὰ πίπτῃ τινὰς καὶ νὰ σηκόνεται, καὶ ἔπειτα ἀφ’ οὗ σηκωθῇ, πάλιν νὰ πίπτῃ, αὐτὴ οὔτε εἶναι, οὔτε ὀνομάζεται μετάνοια, καθὼς τὴν ὀνομάζεις ἐσύ, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὀνομάζεται ἀπὸ τὸν Ἀπόστολον Πέτρον, σκύλος ὁποῦ γυρίζει εἰς τὸ ξερατόν του, καὶ γουροῦνι ὁποῦ κυλίεται πάλιν εἰς τὴν προτέραν λάσπην του· «Κύων ἐπιστρέψας ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα· καὶ ὗς λουσαμένη εἰς κύλισμα βορβόρου». Τὸ ἀληθινὸν δὲ νόημα τοῦ «Πίπτ’ ἔγειραι» εἶναι, ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρέπει μὲ ὅλαις του ταῖς δύναμες νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, καὶ νὰ φυλάττεται νὰ μὴ πέσῃ· ἐὰν ὅμως ἀπὸ ἀσθένειαν ἀνθρωπίνην τύχῃ νὰ πέσῃ, καὶ ὄχι μὲ τελείαν προαίρεσίν του, πρέπει νὰ μὴ ἀπελπίζεται, ἀλλὰ νὰ σηκόνεται παρευθύς, καὶ νὰ ἐξομολογῆται, καὶ νὰ μετανοῇ χωρὶς νὰ χάσῃ καιρόν. Ἐπειδὴ κατὰ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τῆς Κλίμακος· «Ἀγγέλων ἐστὶ τὸ μὴ πίπτειν, ἴσως οὐδὲ δυναμένων ..... ἀνθρώπων δὲ τὸ πίπτειν, καὶ θᾶττον ἀνίστασθαι ὁσάκις ἂν τοῦτο καὶ συμβαίνη».

Ὅθεν καὶ ἐσύ, ἀδελφέ, ἀνίσως καὶ διὰ μεγάλην σου δυστυχίαν, καὶ ἀσθένειαν ἔπεσες, μὴ γελασθῇς καὶ εἴπῃς εἰς τὸν ἑαυτόν σου· ἐγὼ τώρα ἔπεσα καὶ ἔπεσα, λοιπὸν ἂς ξαναπέσω ἀκόμη, καὶ ἂς πράξω πάλιν καὶ πάλιν τὴν ἁμαρτίαν, ἐπειδὴ καὶ μίαν φορὰν ἐλασπώθηκα· καὶ ὕστερον ἐξομολογοῦμαι, καὶ μετανοῶ διὰ ὅλα, καὶ κάμνω ἀποχὴν τοῦ κακοῦ πλέον· μὴ ἀδελφέ, διὰ τὸν Κύριον, μὴ ἀκούσῃς τὸν λογισμὸν αὐτόν, διατὶ φανερὰ φανερὰ εἶναι τοῦ διαβόλου, ὁποῦ ζητεῖ τὴν ἀπώλειάν σου· ἀλλὰ εὐθὺς ὁποῦ μίαν φορὰν ἁμαρτήσῃς, μὴ δευτερώσῃς, μὴν ἀργοπορήσῃς μηδὲ ὑπομείνῃς νὰ περιστρέφεσαι καὶ νὰ κυλίεσαι μέσα εἰς τὴν λάσπην· «Μὴ ἀνάμενε ἐπιστρέψαι πρὸς Κύριον· καὶ μὴ ὑπερβάλλου ἡμέραν ἐξ ἡμέρας»· ἀλλὰ σήκω καὶ πήγαινε εἰς τὸν Πνευματικόν, καὶ ἐξομολογήσου· διατί, ὅσον εἶναι νεαρὰ ἡ πληγή, τόσον εὐκολώτερα ἰατρεύεται· ὅσον δὲ παλαιοῦται, τόσον καὶ δύσκολα θεραπεύεται, κατὰ τὸν τῆς Κλίμακος· «Ὡς ἔτι νεαρὸν καὶ ζέον ἐστὶ τὸ τραῦμα, εὐΐατον εἶναι πέφυκε· τὰ γὰρ χρόνια ὡς ἠμελημένα καὶ κεχερσωμένα δυσίατά ἐστι»· εἰ δὲ καὶ δὲν εὕρῃς καιρὸν κατὰ τὸ παρόν, μετανόησαι εἰς τὸν Θεὸν χωρὶς νὰ προσμένῃς τὸν καιρὸν τῆς Ἐξομολογήσεως, καὶ γύρευσαι νὰ κάμῃς καταλλαγήν, καὶ εἰρήνην μὲ τὸν Θεόν, διὰ μέσου πολλῶν πράξεων πόνου, καὶ συντριβῆς, καὶ μετανοῶν κατὰ τὴν δύναμίν σου· καὶ μὴν εὐχαριστηθῇς μήτε μίαν μόνην νύκτα νὰ κοιμηθῇς, χωρὶς νὰ προσπέσῃς, καὶ νὰ μετανοήσῃς εἶς τὸν Θεόν, ἕως ὁποῦ νὰ ὑπάγῃς νὰ τὴν ἐξομολογηθῇς εἰς τὸν Πνευματικόν· διατὶ αὐτὴ εἶναι μία ἀνυπόφορος αὐθάδεια, ὤντας ἐσὺ ὑποκείμενος κάθε ὥραν εἰς τὸν θάνατον, νὰ σταθῇς κᾂν μίαν μόνην στιγμή, εἰς θανάσιμον ἁμαρτίαν, καὶ νὰ ἀποκρεμασθῇς ἀπὸ μίαν κλωστήν, καθὼς εἶναι ἡ ζωή σου, ἐπάνω εἰς τὴν ἄβυσσον ὅλων τῶν κακῶν, καθὼς εἶναι ὁ ᾅδης.

Ἄχ! ἀλλὰ ἐσὺ ταλαίπωρε, ὄχι μόνον μίαν στιγμὴν στέκεις εἰς τὴν ἁμαρτίαν ἀμετανόητος, ἀλλὰ στέκεις μῆνας, καὶ καιρούς· καὶ διὰ νὰ εὔγῃς ἀπὸ τοιοῦτον κίνδυνον, προσμένεις τὴν ἡμέραν τῆς Λαμπρᾶς, ἢ τῶν Ἀποστόλων, ἢ τῶν Χριστουγέννων, διὰ νὰ ἐξομολογηθῇς, καὶ παίζεις, καὶ γελᾷς, καὶ κοιμᾶσαι ἀμέριμνος, ὡσὰν νὰ ἤθελες βλάψῃ, ὄχι τὴν λογικὴν καὶ ἀθάνατον ψυχήν σου, ἀλλὰ ἕνα δαυλὸν ἀναίσθητον, ὁποῦ δὲν αἰσθάνεται τὴν βλάβην, ὁποῦ τοῦ κάμνεις, οὔτε δύναται νὰ σὲ ἐκδικηθῇ. Ὅθεν ἄκουσον τὸ φοβερὸν τοῦτο παράδειγμα, ὁποῦ ἀναγινώσκομεν εἰς τὰς ἱστορίας.

Ἱστορία φοβερά. Ἕνας νέος ἐδέθη κατὰ τὴν καρδίαν ἀπὸ τὸν ἔρωτα καὶ τὰ δεσμὰ μιᾶς πόρνης· ἐλεγχθεὶς δὲ πολλὰ σφοδρὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς του, ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς του, καὶ ἀπὸ τὸν Πνευματικόν του, ἀπεφάσισε νὰ σπάσῃ τὰ δεσμὰ αὐτά, καὶ νὰ λυτρωθῇ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν ταύτην, μὲ μίαν γενικὴν καὶ καθολικὴν ἐξομολόγησιν ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν του. Συνάζωντας λοιπὸν τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν του, τὰς ἔγραψεν εἰς ἕνα χαρτί. Εἰς τὴν ἐξέτασιν ὅμως, ὁποῦ ἔκαμε τῶν ἁμαρτιῶν του, δὲν ἔλαβε καὶ τὸν πρέποντα πόνον καὶ συντριβὴν εἰς τὴν καρδίαν του, καθὼς πρέπει νὰ κάμνουν ἐκεῖνοι ὁποῦ ἐνθυμοῦνται τὰς ἁμαρτίας των καὶ ἑτοιμάζονται νὰ τὰς ἐξομολογηθοῦν· ἀλλὰ τόσον ὀλίγον πόνον ἔκαμεν, ὁποῦ πηγαίνωντας διὰ νὰ ἐξομολογηθῇ, εἰς τὸν δρόμον ἔτυχε πάλιν νὰ περάσῃ ἀπὸ τὴν πόρταν τοῦ κατηραμένου ὀσπητίου τῆς πόρνης ἐκείνης, εἰς τὸ ὁποῖον ὡσὰν ἄγνωστος, ἐπαρακινήθη πάλιν νὰ ἔμβῃ, καὶ ἀφ’ οὗ ἐμβῆκεν, ἀπεφάσισε νὰ πέσῃ πάλιν εἰς τὴν ἁμαρτίαν, καὶ κοντὰ εἰς τὰς παλαιὰς νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλην νέαν ἁμαρτίαν, μὲ ἐλπίδα ὅτι ἔχει νὰ ἐξομολογηθῇ πλέον ὅλας τὰς ἁμαρτίας του. Ἀλλὰ τί ἠκολούθησε;

καθὼς αὐτὸς ἦτον ἐπάνω εἰς ἐκεῖνον τὸν πονηρὸν λογισμὸν διὰ νὰ πέσῃ εἰς τὴν πορνείαν, νὰ καὶ ἔφθασεν ἕνας ἄλλος νέος συνεραστὴς καὶ ἀγαπητικὸς τῆς αὐτῆς πόρνης, ὁ ὁποῖος βλέπωντας ἐκεῖ, ἐθυμώθη, καὶ κτυπῶντάς τον, μὲ μίαν μόνην πληγὴν τὸν ἐθανάτωσεν· ὅθεν πέρνοντες οἱ ἐκεῖσε ἄνθρωποι τὸ λείψανόν του διὰ νὰ τὸ ἐνταφιάσουν, εὑρῆκαν ἐπάνω του τὸ χαρτί, ὁποῦ εἶχε γραμμένας τὰς ἁμαρτίας του διὰ νὰ τὰς ἐξομολογηθῇ· ὢ ἐλεεινὸς θάνατος! ὢ ἐλπίδες ψευτίκαις! ὢ λογισμὸς πεπλανημένος τοῦ δυστυχοῦς ἐτούτου νέου!

Τώρα ἀνίσως καὶ ἐσὺ ἀδελφέ, ἦσαι παρόμοιος μὲ τοῦτον τὸν τρισάθλιον νέον εἰς τὴν αὐθάδειαν, νὰ βλάπτῃς τὸν Θεόν, καὶ νὰ ἁμαρτάνῃς μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς συγχωρήσεως, ἐλθὲ εἰς αἴσθησιν σὲ παρακαλῶ, ἐλθέ, διὰ νὰ μὴν τύχῃ νὰ γένῃς μίαν ἡμέραν παρόμοιός του εἰς τὴν τιμωρίαν καὶ ἀπώλειαν.

Ἢ κόλασις εἶναι ἔνα τόσον μεγάλον καὶ φοβερὸν κακόν, ὁποῦ ἐτοῦτο μόνον τὸ συμβεβηκός, καὶ αὐτὴ μοναχὴ ἡ ἱστορία, πρέπει νὰ σὲ κάμῃ νὰ φρίξῃς πολλά, καὶ νὰ σὲ ἐμποδίσῃ ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν· «Λοιμοῦ μαστιγουμένου, ἄφρων πανουργότερος γίνεται». Ἄφες λοιπὸν τὴν αὐθάδειαν ταύτην, καὶ τὸ ψεύτικον θάῤῥος τοῦ νὰ ἁμαρτάνῃς μὲ ἐλπίδα τῆς ἐξομολογήσεως καὶ μετανοίας, καὶ ἔχωντας πάντοτε τὸ παράδειγμα τοῦ δυστυχοῦς τούτου νέου εἰς τὴν ἐνθύμησίν σου, μὴ ξεθαῤῥεύσῃς ποτέ, ἀλλὰ «Μετὰ φόβου καὶ τρόμου ἐργάζου τὴν σωτηρίαν σου», καθὼς σοῦ παραγγέλλει ὁ Ἀπόστολος. Ἐπειδὴ καὶ ἡ ἀληθινὴ μετάνοια γεννᾶται ἀπὸ τὸν φόβον, καὶ ἡ μετάνοια μὲν εἶναι ὡσὰν καράβι, ὁποῦ σὲ ὁδηγεῖ εἰς τὸν λιμένα τῆς θείας ἀγάπης· ὁ δὲ φόβος εἶναι ὁ καραβοκύρης τοῦ τοιούτου καραβίου, ὡς λέγει ὁ Ἀββᾶ Ἰσαάκ· «Ἡ μετάνοια ἐστὶ χάρις δευτέρα, καὶ τίκτεται ἐν τῇ καρδίᾳ ἐκ τῆς πίστεως καὶ τοῦ φόβου»· καὶ πάλιν· «Ἡ μετάνοια ἐστὶ τὸ πλοῖον, ὁ φόβος δὲ ὁ κυβερνήτης αὐτοῦ, ἡ ἀγάπη, ὁ λιμὴν ὁ θεϊκός».

Διὰ τοῦτο, ἀγαπητοί μου ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, (στρέφω γὰρ τώρα τὸ ἑνικὸν σχῆμα τοῦ λόγου εἰς πληθυντικὸν ἀριθμὸν) εἰς τὴν μετάνοιαν, εἰς τὴν μετάνοιαν σᾶς προσκαλῶ μὲ τὸν παρόντα Λόγον ὅλους μικροὺς καὶ μεγάλους, ἱερωμένους καὶ λαϊκούς· εἰς τὴν μετάνοιαν ἂς προστρέξωμεν, ἀδελφοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, νέοι καὶ γέροντες· εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς μετανοίας ἂς καταφύγωμεν ὅλοι ὅλοι, χωρὶς νὰ ἐξαιρεθῇ τινάς· διατὶ ἄλλη ἀρετὴ δὲν δύναται νὰ μᾶς φιλιώσῃ μὲ τὸν Θεὸν ἡμᾶς ὅλους, ὁποῦ μίαν φορὰν ἡμαρτήσαμεν, πάρεξ ἡ μετάνοια.

Ἂς φωνάξωμεν μὲ τὸν Δαυῒδ καὶ ἡμεῖς. «Δεῦτε προσκυνήσωμεν, καὶ προσπέσωμεν αὐτῷ, καὶ κλαύσωμεν ἐναντίον Κυρίου τοῦ ποιήσαντος ἡμᾶς, ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς λαὸς νομῆς αὐτοῦ, καὶ πρόβατα χειρὸς αὐτοῦ». Ἂς κράξωμεν μὲ τοὺς τρεῖς παῖδας πρὸς τὸν Θεόν· «Ἡμάρτομεν, καὶ ἠνομήσαμεν ἀποστῆναι ἀπὸ σοῦ· καὶ ἐξημάρτομεν ἐν πᾶσι, καὶ τῶν ἐντολῶν σου οὐκ ἠκούσαμεν, οὐδὲ συνετηρήσαμεν, οὐδὲ ἐποιήσαμεν, καθὼς ἐνετείλω ἡμῖν», Ἂς ἀποστραφῇ κάθε ἕνας ἀπὸ ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ὁδοῦ αὑτοῦ τῆς πονηρᾶς, καθὼς ἀπεστράφησαν καὶ οἱ Νινευΐται ἐκεῖνοι, καὶ τότε ἂς βοήσωμεν καὶ ἡμεῖς πρὸς τὸν Θεόν, καθὼς καὶ ἐκεῖνοι ἐβόησαν· «Τίς οἶδεν εἰ μετανοήσει ὁ Θεός, καὶ ἀποστρέψει ἐξ ὀργῆς θυμοῦ αὑτοῦ, καὶ οὐ μὴ ἀπολώμεθα;». Καὶ ὅποιος ἀπὸ ἡμᾶς ἔσφαλεν εἰς τὸν Θεὸν ὕστερα ἀπὸ τὸ Ἅγιον Βάπτισμα, οὗτος ἂς μὴ παύσῃ νύκτα καὶ ἡμέραν νὰ φωνάζῃ τὰ κατανυκτικὰ ἐκεῖνα λόγια, ὁποῦ τὸν διδάσκει ὁ κήρυξ τῆς μετανοίας, καὶ χρυσοῦς τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν καρδίαν Ἰωάννης, λέγων· «Εἴ τις τὸ οὐράνιον Βάπτισμα λαβὼν ἥμαρτεν, εἰς τὸν οὐρανὸν ἥμαρτεν· ὁ γὰρ πρὸ τοῦ Βαπτίσματος ἁμαρτάνων, ἐν γῇ ἁμαρτάνει· Γῆ γὰρ εἶ, καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ· τῷ Ἀδὰμ ἐῤῥέθη. Εἴτις δὲ Χριστὸν ἐνεδύσατο ἐν τῷ Βαπτίσματι, οὐκ ἔτι γῆ τυγχάνει, ἀλλ’ οὐρανός· Οἷος γὰρ ὁ χοϊκός, τοιοῦτοι, καὶ οἱ χοϊκοί· καὶ οἷος ὁ ἐπουράνιος τοιοῦτοι καὶ οἱ ἐπουράνιοι.

Εἴτις οὖν ἥμαρτε μετὰ τὸ Βάπτισμα, εἰς οὐρανὸν ἥμαρτε· διὸ προσερχέσθω καὶ λεγέτω· Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκ εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. Διατί; λέγε τὴν αἰτίαν· Ὅτι τὴν τῷ αἵματι Ἰησοῦ καρδίαν μου ἐῤῥαντισμένην, καὶ ῥοδοειδῶς ἀνθοῦσαν, ταῖς ἡδοναῖς ἐβορβόρωσα· σὲ παρώξυνα· τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον παρεπίκρανα· τὴν ἐξαστράπτουσαν στολὴν τῆς Πίστεως τῇ ἁμαρτίᾳ ἐσπίλωσα· τὴν ἐλευθερωθεῖσάν μου ψυχὴν τῷ Βαπτίσματι, καὶ χιονωθεῖσαν τῷ φωτίσματι, σκοτίας τῇ ἁμαρτίᾳ ἐδούλωσα· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου».

Ἂς σπουδάσωμεν, ἀδελφοί, νὰ ἀποκτήσωμεν εἰς τὴν ψυχήν μας καθ’ ἕξιν ἐνδιαθέτως τὴν ἀληθινὴν μετάνοιαν, καὶ τὰ σημάδια τῆς ἀληθινῆς μετανοίας, καθὼς εἰς τὸν παρόντα Λόγον κατὰ πλάτος ἐδείξαμεν. Ἂς ἀγωνισθῶμεν διὰ νὰ ἔχωμεν πάντοτε εἰς τὴν καρδίαν μας καὶ τὸν συστατικὸν τῆς ἀληθινῆς μετανοίας πόνον διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, ὁ ὁποῖος πόνος καθολικῶς συνίσταται ἀπὸ δύο· αἴτια, ἕνα ἑκούσιον, καὶ ἄλλο ἀκούσιον. Πάλιν τὸ ἑκούσιον συνίσταται ἀπὸ δύο αἴτια, ἕνα ἐσωτερικόν, εἴτ’ οὖν ψυχικόν, καὶ ἄλλο ἐξωτερικόν, ἤτοι σωματικόν. Ἐσωτερικὸν λοιπὸν αἴτιον, ὁποῦ γεννᾷ πόνον εἰς τὴν καρδίαν, καὶ τὴν συντρίβει, εἶναι πρῶτον ἕνας λυπηρὸς καὶ πενθικὸς λογισμός, ἑνωμένος μὲ τὴν αὐτομεμψίαν καὶ κατηγορίαν τοῦ ἑαυτοῦ μας, πῶς ἁμαρτήσαμεν, καὶ διὰ τὰς ἁμαρτίας μας ἐλυπήσαμεν, καὶ παρεπικράναμεν τὸν Θεόν, πῶς ἐχάσαμεν τὴν χάριν του, καὶ τὴν βασιλείαν του, καὶ πῶς ἐκερδίσαμεν μίαν αἰωνιότητα ἀπείρων κολάσεων καὶ βασάνων· οὗτος γὰρ ὁ λογισμός, καθὼς ἡ πέτρα πλακόνει τὰ σταφύλια, καὶ εὐγάνουν τὸ κρασί, ἔτζι καὶ αὐτὸς πλακώνοντας τὴν καρδίαν μας, δὲν τὴν ἀφίνει νὰ σκιρτᾷ εἰς τὰ πάθη, καὶ εἰς τὰς ἡδονὰς τῆς σαρκός, ἀλλὰ τὴν στεναχωρεῖ, τὴν συντρίβει, καὶ τὴν κάμνει νὰ πονῇ, καὶ νὰ εὐγάνῃ δάκρυα.

Ἔτζι μᾶς τὸ βεβαιόνει ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος· «Ἀλλὰ γὰρ καὶ ἡ αὐτομεμψία μόνη καθ’ ἑαυτήν, ὥσπερ τι βάρος νοητὸν τῷ λογιζομένῳ τῆς ψυχῆς ἐπιτεθεῖσα, καὶ χρονίσασα, συντρίβει, καὶ πιέζει, καὶ τὸν οἶνον ἐκθλίβει τὸν σωτήριον, τὸν εὐφραίνοντα καρδίαν ἀνθρώπου, τοὐτέστι τὸν ἐντὸς ἄνθρωπον· οἶνος δὲ τοιοῦτός ἐστιν ἡ κατάνυξις· συνεκθλίβει γὰρ τῷ πένθει καὶ τὰ πάθη, καὶ χαρᾶς τὴν ψυχὴν πληροῖ μακαριστὴς τοῦ κατὰ ταῦτα δεινοῦ βάρους ἀπαλλάξασα· διὰ τοῦτο, Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται».

Ἡ ἐσωτερικὴ δὲ λύπη αὕτη τῆς ψυχῆς προξενεῖ τὴν ἀληθινὴν μετάνοιαν, ὡς εἶπεν ὁ Ἀπόστολος· «Ἡ κατὰ Θεὸν λύπη μετάνοιαν εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον κατεργάζεται». Δεύτερον δὲ καὶ ἡ μνήμη τῶν ἁμαρτιῶν, τὸ ταπεινὸν φρόνημα, καὶ ἡ πρὸς τὸν Θεὸν ἀπερίσπαστος, καὶ ἐξ ὅλης τῆς καρδίας γενομένη δέησις καὶ εὐχὴ διὰ τὰς ἁμαρτίας μας· ποτὲ μὲν λέγουσα· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με»· καί· «Ἰησοῦ μου γλυκύτατε πολλὰ σὲ ἐλύπησα»· ποτὲ δέ· «Ἡμάρτηκα Κύριε, ἡμάρτηκα»· καί· «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκ εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου»· καὶ ἄλλα παρόμοια, τὰ ὁποῖα συντρίβουν καὶ αὐτὰ τὴν καρδίαν, καὶ τὴν κάμνουν νὰ πονῇ, καὶ νὰ εὐγάνῃ δάκρυα. Ὅθεν εἶπεν ὁ Ἀββᾶ Μάρκος· «Ὁ νοῦς ἀπερισπάστως εὐχόμενος, θλίβει καρδίαν, καρδίαν δὲ συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει».

Καὶ ἀλλαχοῦ ὁ αὐτὸς εἶπε· «Μνήμη Θεοῦ ἐστὶ πόνος καρδίας ὑπὲρ εὐσεβείας γενόμενος». Τὰ ἑκούσια δὲ πάλιν ἐξωτερικὰ καὶ σωματικὰ αἴτια, ὁποῦ θλίβουν καὶ συντρίβουν τὴν καρδίαν, εἶναι ἡ σωματικὴ πτωχεία, ἡ ἐγκράτεια τῶν φαγητῶν καὶ πιοτῶν, καὶ τοῦ ὕπνου, καὶ πάσης ἀνέσεως καὶ ἡδυπαθείας τοῦ σώματος· ὅθεν ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος εἶπεν ὁ Ἅγιος Μάρκος· «Ἐκτὸς συντριμμοῦ καρδίας ἀδύνατον καθόλου ἀπαλλαγῆναι κακίας· συντρίβει δὲ καρδίαν ἡ τριμερὴς ἐγκράτεια, ὕπνου λέγω, καὶ τροφῆς, καὶ σωματικῆς ἀνέσεως»· ἀπὸ δὲ τὸ ἄλλο εἶπεν ὁ θεῖος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος· «Δίψα, καὶ ἀγρυπνία ἐξέθλιψαν καρδίαν· καρδίας δὲ θλιβείσης, ἀπεπήδησαν δάκρυα». Καθὼς δὲ ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω γεννᾶται ἡ συντριβὴ τῆς καρδίας καὶ ἡ κατάνυξις, ἔτζι καὶ ἀπὸ τὰ ἐναντία τούτων, ἤτοι ἀπὸ τὸν πλοῦτον, καὶ τὰ ἡδονικὰ φαγητά, καὶ τὴν πολυϋπνίαν, καὶ τὴν ἀνάπαυσιν τοῦ σώματος, γεννᾶται ἡ σκληρότης τῆς καρδίας καὶ πώρωσις, καὶ ἡ ἡδυπάθεια τῆς ψυχῆς, Οὕτω μᾶς τὸ βεβαιόνουν οἱ ἀνωτέρω θεῖοι Πατέρες· ὁ γὰρ Ἅγιος Μάρκος λέγει· «Ἡ τούτων περίσσεια ἡδυπάθειαν ἐντίθησιν· ἡ δὲ ἡδυπάθεια τοὺς πονηροὺς λογισμοὺς παραδέχεται». Ὁ δὲ τῆς Κλίμακος Ἰωάννης· «Ἀναλγησία καρδίας ἐπώρωσε νοῦν, βρωμάτων δὲ πλῆθος ἐξήρανε πηγάς».

Ἐπισφραγίζει δὲ τοὺς λόγους τῶν θείων τούτων Πατέρων καὶ ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος, λέγων· «Καθάπερ γὰρ ἀναλγησία καὶ πώρωσις, καὶ σκληρότης καρδίας ἐξ ἀνέσεως, καὶ τρυφῆς, καὶ εὐπαθείας τίκτεσθαι πεφύκασιν, οὕτως ἐξ ἐγκρατοῦς, καὶ συνεσταλμένης διαίτης, συντριβὴ καρδίας, καὶ κατάνυξις, πικρίας πάσης ἀποτρεπτικὴ καὶ γλυκείας ἱλαρότητος παρεκτική».

Τὰ ἀκούσια δὲ πάλιν αἴτια, ὁποῦ συντρίβουν τὴν καρδίαν, καὶ προξενοῦν πόνον εἰς αὐτήν, τὰ μὲν ἐσωτερικὰ καὶ ψυχικὰ εἶναι οἱ αἰσχροί, καὶ βλάσφημοι, καὶ πονηροὶ λογισμοί, ὁποῦ προσβάλλει ὁ διάβολος εἰς τὸν νοῦν μας, ὡσὰν βέλη καὶ σαΐτας πεπυρωμένας. Ὁμοίως καὶ τὰ πάθη ψυχικὰ καὶ σωματικά, ὁποῦ μᾶς ἐνοχλοῦν καθ’ ἑκάστην· διατὶ πρέπει νὰ ἀντιπαλαίωμεν εἰς ὅλα ταῦτα μὲ ὅλην μας τὴν δύναμιν, καὶ νὰ μὴν ἀφίνωμεν τὸν λογισμόν μας νὰ κάμνῃ συνδυασμόν, ἢ συγκατάθεσιν εἰς αὐτά· ἀλλὰ νὰ προστρέχωμεν εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν διὰ τῆς Προσευχῆς, καὶ μὲ τὴν βοήθειαν ἐκείνου νὰ τὰ ἀποδιώκωμεν, καὶ νὰ μὴ τὰ ἀφίνωμεν νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν καρδίαν μας. Πόσου δὲ πόνου, καὶ πόσης συντριβῆς καὶ θλίψεως εἶναι αἰτία ὁ ἀκατάπαυστος καὶ ἀόρατος καὶ σκληρὸς οὗτος πόλεμος, ἐκεῖνοι μόνοι τὸ ἠξεύρουν κατὰ ἀλήθειαν, ὅσοι μὲ τὴν πεῖραν τὸ ἐδοκίμασαν. Ὅθεν περὶ τοῦ πολέμου τούτου ἔγραφεν ὁ Θεολόγος Γρηγόριος «Καὶ οὗτος δεινὸς ὁ πόλεμος· καὶ αὕτη παράταξις μεγάλη· καὶ τοῦτο μέγα τρόπαιον».

Τὰ δὲ ἐξωτερικὰ καὶ σωματικὰ αἴτια, ὁποῦ συντρίβουν τὴν καρδίαν, εἶναι αἱ ὕβρεις, αἱ ἀτιμίαι, αἱ ἀδικίαι, καὶ αἱ ἄλλαι θλίψεις, καὶ οἱ διάφοροι πειρασμοί, ὁποῦ ἤθελαν μᾶς ἀκολουθήσει ἐξ ἀνθρώπων, ἐκ δαιμόνων, καὶ ἐκ τῆς φύσεως, ὡς προείπομεν· πάντα γὰρ ταῦτα πρέπει νὰ δέχεται μετ’ εὐχαριστίας ἐκεῖνος, ὁποῦ ἀγαπᾷ νὰ μετανοήσῃ ἐν ἀληθείᾳ, καὶ νὰ λάβῃ ἰατρείαν, καὶ συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν του. Ἔτζι μᾶς τὸ βεβαιόνουν οἱ ἀνωτέρω θεῖοι Πατέρες· ὁ μὲν γὰρ Ἅγιος Μάρκος «Τὸ τῆς μετανοίας ἔργον (φησὶν) ἐν ταὶς τρισὶ ταύταις ἀρεταῖς ἐξυφαίνεται, ἐν τῷ λογισμοὺς καθαιρεῖν, καὶ ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι, καὶ τὰς ἐπερχομένας θλίψεις ὑποφέρειν». Καὶ πάλιν «Πᾶς ἀκούσιος πόνος γινέσθω σοι μνήμης διδάσκαλος, καὶ οὐκ ἐπιλείψει σοι ἀφορμὴ πρὸς μετάνοιαν». Καὶ ἀλλαχοῦ «Πάσης ἀκουσίου θλίψεως ἀναλογίζου τὴν ἔκβασιν, καὶ εὑρήσεις ἐν αὐτῇ ἁμαρτίας ἀναίρεσιν».

Ὁ δὲ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέγει· «Σημεῖον μεμεριμνημένης μετανοίας, τὸ πάντων τῶν συμβαινόντων ἀοράτων καὶ ὁρατῶν θλιβερῶν ἀξίους ἑαυτοὺς λογίζεσθαι, καὶ ἔτι πλειόνων». Λέγει δὲ καὶ ὁ θεῖος Γρηγόριος ὁ Θεσσαλονίκης· «Ὁ ὑπεύθυνον τοῖς δραστικωτέροις φαρμάκοις τῆς μετανοίας ἑαυτὸν ἡγούμενος, προσδόκιμον ἔχει διηνεκῶς θλίψιν ἅπασαν, καὶ καταδέχεται πάντα πειρασμόν, ὡς οἰκεῖον ἑαυτῷ καὶ προσήκοντα, καὶ χαίρει περιπεσών, ὡς περιτυχὼν τῷ τῆς ψυχῆς καθαρσίῳ, καὶ ὕλην τοῦτο ποιεῖται τῆς πρὸς Θεὸν πεπονημένης τε, καὶ ἀνυσιμωτάτης δεήσεως, καὶ οὐκ ἀφίησι μόνον ἀμνησικάκως ἔχων, ἀλλὰ καὶ χάριτας ὁμολογεῖ τοῖς πειράζουσι, καὶ ὡς εὐεργετησάντων ὑπερεύχεται· διὸ καὶ αὐτὸς οὐ τὴν τῶν ἡμαρτημένων μόνον συγχώρησιν λαμβάνει, κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν, ἀλλὰ καὶ τῆς τῶν οὐρανῶν βασιλείας καὶ τῆς θείας εὐλογίας ἐπιτυγχάνει».

Ὅποιος δὲ ἀγαπᾷ νὰ μετανοήσῃ, καὶ νὰ ἰατρεύσῃ τὰς πληγὰς τῶν ἁμαρτιῶν του, ἔπειτα δὲν ὑποφέρει εὐχαρίστως τὰς θλίψεις, ὁποῦ τοῦ ἔρχονται, ἀλλὰ ταράττεται, καὶ γογγύζει, καὶ ζητεῖ ἐκδίκησιν, οὗτος ἂς ἠξεύρῃ, ὅτι οὔτε ἐν ἀληθείᾳ μετανοεῖ, οὔτε ἰατρεύει τὰς ἁμαρτίας του· Ἔτζι ὁ αὐτὸς Ἅγιος Μάρκος τὸ μαρτυρεῖ, λέγων· «Ἐπεὶ ἐκτὸς τῶν προειρημένων τριῶν ἀρετῶν οὐ δύναται τελειωθῆναι τὸ τῆς μετανοίας ἔργον»· καὶ ἀλλαχοῦ· «Ὅταν ἐφάμαρτος ψυχὴ τὰς ἐπερχομένας θλίψεις οὐ καταδέχεται, τότε οἱ· Ἄγγελοι περὶ αὐτῆς λέγουσιν· Ἰατρεύσαμεν τὴν Βαβυλῶνα, καὶ οὐκ ἰάθη».

Ὅλοι φωνάζομεν πρὸς τὸν Θεόν· «Κύριε ἐλέησον»· καί· «Δέσποτα συγχώρησον τὰς ἀνομίας ἡμῖν». Καὶ ὅταν ὁ Θεὸς μᾶς στείλῃ τὸ ἔλεός του, καὶ τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἡμεῖς τὰ διώχνομεν ἀπὸ λόγου μας· διατί; ἐπειδὴ ὅταν τύχῃ νὰ μᾶς ἔλθῃ κἀνένας πειρασμός, ἢ κἀμμία θλίψις μὲ τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ μᾶς δώσῃ ὁ Θεὸς τὸ ἔλεός του, καὶ τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα μετὰ χαρᾶς, οὐδὲ ὑπομένομεν τὴν θλίψιν ἐκείνην, καὶ τὸν πειρασμόν, ἀλλὰ ταραττόμεθα, καὶ ἀδημονοῦμεν, καὶ γογγύζομεν. Ὅθεν χρεωστοῦμεν κοντὰ εἰς τοὺς ἑκουσίους καὶ θεληματικοὺς πόνους καὶ κόπους τῆς μετανοίας μας, νὰ ὑπομένωμεν καὶ τοὺς ἀκουσίους, καὶ χωρὶς τὸ θέλημά μας ἐρχομένους ἔξωθεν πόνους, καὶ θλίψεις, καὶ πειρασμούς· διατὶ τὰ ἑκούσια, ὡς πλέον εὐκολώτερα, εὐλογοῦνται ἀπὸ τὰ ἀκούσια, ὡς πλέον δυσκολώτερα, καθὼς λέγει ὁ μέγας Γρηγόριος τῆς Θεσσαλονίκης· «Δι’ ὑπομονῆς ἑκουσίων τε καὶ ἀκουσίων πόνων πᾶς σπουδαῖος τελειοῦται .... χωρὶς δὲ τῆς ὑπομονῆς τῶν ἀκουσίως ἡμῖν ἐπερχομένων, οὐδὲ τὰ ἑκουσίως πεπραγμένα τεύξεται τῆς θείας εὐλογίας».

Μὲ αὐτά, ὁποῦ εἴπομεν, ἂς σπουδάσωμεν νὰ ἀποκτήσωμεν, ἀδελφοὶ τὸν πόνον τῆς καρδίας· διατὶ χωρὶς αὐτὸν δὲν ἠμποροῦμεν οὐδὲ τὴν ἀληθινὴν μετάνοιαν νὰ ἀποκτήσωμεν· καὶ τοῦτο ἀκολουθεῖ μὲ φυσικὸν καὶ ὀρθὸν λογαριασμόν· ἐπειδὴ γὰρ κάθε ἁμαρτία μὲ τὴν ἡδονὴν καὶ εὐχαρίστησιν τῆς καρδίας ἔλαβε τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν σύστασίν της εἰς τὴν ψυχήν μας· διὰ τοῦτο πάλιν μὲ τὴν ὀδύνην καὶ τὸν πόνον τῆς καρδίας πρέπει νὰ θανατωθῇ ἡ αὐτὴ ἁμαρτία· καὶ οὕτω νὰ γένουν τὰ ἐναντία τοῖς ἐναντίοις ἰάματα, κατὰ τοὺς Ἰατροὺς ὁμοῦ καὶ Ἠθικοὺς καὶ Φυσικούς, καὶ Θεολόγους· καὶ μάρτυς ὁ Νύσσης θεῖος Γρηγόριος λέγων· «Ἐπεὶ οὖν δι’ ἡδονῆς εἰσῆλθεν ἡ ἁμαρτία, διὰ τοῦ ἐναντίου πάντως ἐξελαθήσεται· οὐκοῦν οἱ διώκοντες διὰ τὴν εἰς τὸν Κύριον ὁμολογίαν, τὰ δυσβάστακτα τῶν κολαστηρίων ἐπινοοῦντες, ἰατρείαν τινὰ ταῖς ψυχαῖς διὰ τῶν πόνων προσάγουσι, ταῖς τῶν ἀλγεινῶν προσβολαῖς, τὴν καθ’ ἡδονὴν θεραπεύοντες νόσον .... ὡς ἂν μηδὲν ἴχνος τῇ καρδίᾳ διὰ τῆς ἡδονῆς ἐγγινόμενον, ὑπολειφθείη τῆς ἀλγεινῆς ταύτης καὶ δριμείας αἰσθήσεως πάντας τοὺς καθ’ ἡδονὴν ἐγγινομένους τῇ ψυχῇ τύπους ἐξαλειφούσης».

Ἂς ἀφίνωμεν τὰς πολλὰς καὶ ἀκαίρους συνομιλίας καὶ ἀνταμώσεις· διατὶ αἱ τοιαῦται συνομιλίαι καὶ ἀνταμώσεις διώχνουν ἀπὸ λόγου μας τὴν μετάνοιαν, κατὰ τὸν Ἅγιον Ἰσαάκ· «Μετάνοια μετὰ συντυχιῶν, πίθος τετριμμένος»· ἂς ἀγαπῶμεν δὲ τὴν ἡσυχίαν καὶ συστολὴν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ὡς βοηθοῦσαν πολλὰ εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῆς μετανοίας, κατὰ τὸν αὐτὸν Ἅγιον Ἰσαὰκ λέγοντα· «Ἐὰν ἀγαπᾷς τὴν μετάνοιαν, ἀγάπησον καὶ τὴν ἡσυχίαν· ἔξωθεν γὰρ τῆς ἡσυχίας, οὐ τελειοῦται ἡ μετάνοια· καὶ ἐάν τις ἀντιλέγῃ ἐν τούτῳ, μὴ φιλονεικήσῃς μετ’ αὐτοῦ». Εἰς τοῦτο συντείνει καὶ ἡ ἐντολὴ ἐκείνη, ὁποῦ ἔδωκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν Κάϊν, ἀφοῦ ἥμαρτεν, εἰπὼν αὐτῷ· «Ἥμαρτες; ἡσύχασον»· τουτέστιν «Ἐπίγνωθι καθ’ ἑαυτὸν τί πέπραχας, καὶ μετὰ τὴν ἐπίγνωσιν μετανόει ἐφ’ οἷς ἥμαρτες»· οὕτως ἐν τῷ Ἐπιγράμματι τῷ περὶ σιωπῆς καὶ ἡσυχίας, τῷ ἐν τῇ βίβλῳ τοῦ Ἁγίου Ἰσαὰκ ἑρμηνεύεται, ἐν ᾧ καὶ τοῦτο ἀκόμη προστίθεται· «Ὅς τις ἠρεμῆσαι οὐκ ἴσχυσεν, οὐδὲ μετανοῆσαι δεδύνηται, οὐδὲ ἐπιγνῶναι τί ἐστι μετάνοια».

Ἐὰν δὲ νὰ ἡσυχάσωμεν δὲν δυνάμεθα, κἂν τὸ ἐλάχιστον ἂς ἔχωμεν μίαν ἢ δύω ὥρας διωρισμένας ἀπαραιτήτως καὶ χρεωστικῶς, μάλιστα κατὰ τὸ ἑσπέρας, καὶ τότε ἀποσυρνόμενοι εἰς ἕνα παράμερον καὶ ἥσυχον τόπον, συμμαζόνοντες τὰς αἰσθήσεις καὶ τὸν νοῦν μας εἰς τὴν καρδίαν μας, ἂς ἐνθυμώμεθα κατ’ εἶδος ὅλας τὰς ἁμαρτίας μας (πλὴν τῶν σαρκικῶν, ὡς εἴπομεν εἰς τὴν πρὸς τὸν Μετανοοῦντα Συμβουλήν), τόσον τὰς ἀπερασμένας, ὁποῦ ἐπράξαμεν μὲ ἔργον, λόγον, καὶ συγκατάθεσιν λογισμῶν, ὅσον καὶ τὰς ἁμαρτίας τὰς συγγνωστάς, ὁποῦ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐσφάλαμεν· καὶ ἂς μετανοῶμεν πικρῶς μετὰ λύπης καὶ πόνου καρδίας μας δι’ αὐτάς, καὶ ἂς ζητῶμεν παρὰ Θεοῦ τὴν συγχώρησιν. Διότι ἔτζι μᾶς προστάζει νὰ κάμνωμεν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον διὰ τοῦ Προφήτου Δαυΐδ, λέγον· «Ἃ λέγετε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, ἐπὶ ταῖς κοίταις ὑμῶν κατανύγητε»· καὶ ἔτζι ὁ ἴδιος Χριστὸς εἶπε μυστικῶς ἐν τῷ Πνεύματι εἰς τὸν θεράποντά του Ἅγιον Συμεὼν τὸν νέον Θεολόγον· «Στοχάσου νὰ μὴ κάμῃς κἀνένα ἀπὸ ἐκεῖνα ὁποῦ σὲ ὑστεροῦν τὰ καλὰ αὐτά, ὁποῦ ἠξιώθης νὰ ἀπολαύσῃς· εἰ δὲ καὶ σφάλῃς ποτὲ διὰ ἐνθύμησιν ταπεινώσεως, φρόντιζε νὰ μὴ φύγῃς ἀπὸ τὴν μετάνοιαν· διατὶ ἡ μετάνοια μαζῆ μὲ τὴν ἐδικήν μου φιλανθρωπίαν, ἀφανίζει καὶ τὰ ἀπερασμένα, καὶ τὰ παρόντα ἁμαρτήματα».

Καὶ ἂς μὴ ἀφίνωμεν νὰ περνᾷ κἀμμία ἡμέρα χωρὶς νὰ κάμνωμεν τὴν σωτηριώδη μελέτην, καὶ πνευματικὴν ἐργασίαν αὐτήν, ἀναβάλλοντές την εἰς ἄλλον καιρόν· λέγει γὰρ ὁ τῆς Κλίμακος Ἰωάννης· «Μὴ ἀπατῶ, ἄφρον ἐργάτα, χρόνον ἀναπληροῦν· οὐ γὰρ ἐξαρκεῖ ἡ ἡμέρα οὐδὲ τὸ ἑαυτῆς χρέος πληρῶσαι τῷ Δεσπότῃ ἀνελλειπῶς». Φησὶ δὲ καὶ ὁ μέγας Βασίλειος· «Σφάλματος μὴ περιφρόνει, κᾂν μικρότερον παντὸς κνωδάλου ᾖ· ἀλλὰ σπεῦδε μᾶλλον πρὸς τὴν διὰ μετανοίας ἐπανόρθωσιν .... μετάνοια, σωτηρία· ἄνοια δὲ μετανοίας, θάνατος».

Τί νὰ πολυλογῶ; Ὁ Θεός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δὲν ἔχει νὰ μᾶς ἐγγαλέσῃ, καὶ νὰ μᾶς κατακρίνῃ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ θανάτου καὶ τῆς κρίσεως, διατὶ δὲν ἐθεολογήσαμεν, ἢ δὲν ἐκάμαμεν θαύματα, ἢ δὲν ἐγεννήκαμεν θεωρητικοί· ὄχι· ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐμετανοήσαμεν, καὶ δὲν ἐλυπήθημεν διὰ τὰς ἁμαρτίας μας. Ἔτζι τὸ ἀποφασίζει ὁ εἰρημένος Ἅγιος Ἰωάννης· «Οὐκ ἐγκληθησόμεθα, ὦ οὗτοι, οὐκ ἐγκληθησόμεθα ἐν ἐξόδῳ ψυχῆς, διότι οὐ τεθαυματουργήκαμεν, οὐδ’ ὅτι οὐ τεθεολογήκαμεν, οὐδ’ ὅτι θεωρητικοὶ οὐ γεγόναμεν· ἀλλὰ λόγον πάντως δώσωμεν τῷ Θεῷ, διότι ἀδιαλείπτως οὐ πεπενθήκαμεν». Διὰ τοῦτο ἡμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ χρεωστοῦμεν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, ἵνα μὴ λέγω καὶ κάθε ὥραν, νὰ ἐξετάζωμεν τὸν ἑαυτόν μας, ἐὰν εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀληθινὴν μετάνοιαν, καὶ ἄν, θετέον τύχῃ νὰ κάμωμεν καὶ ἄλλας ἀρετὰς καὶ ἀγαθοεργίας μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς ἐκείνην τὴν ἡμέραν ὅμως καὶ τὴν ἀρετὴν τῆς μετανοίας πάντοτε πρέπει νὰ ἐνθυμώμεθα, καὶ ποτὲ ποτὲ νὰ μὴ τὴν ἀλησμονήσωμεν· καὶ κάθε ἡμέραν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν μετανοήσωμεν, καὶ δὲν λυπηθῶμεν διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, πρέπει νὰ λέγωμεν πῶς ἐχάσαμεν τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κἂν καὶ ἄλλα καλὰ τυχὸν εἰς αὐτὴν ἐπράξαμεν.

Διὰ τοῦτο εἶπεν ὁ προῤῥηθεὶς Ἰωάννης· «Ὁ ἐν ἀληθείᾳ διδοὺς εὐθύνας, πᾶσαν ἡμέραν ἐν ᾗ οὐ πενθεῖ, ὡς ἀπολέσας ταύτην λογίζεται, κᾄν τινα ἕτερα ἀγαθὰ πεποίηκεν ἴσως ἐν αὐτῇ».

Κάμνω τέλος, καὶ λέγω μὲ τὸν Ἅγιον Συμεὼν τὸν νέον Θεολόγον ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὅλοι ἡμεῖς οἱ Χριστιανοὶ νὰ ἰατρευθῶμεν ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὰ πληγὰς τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἔπειτα νὰ φυλάξωμεν καὶ ὅλας τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου, καὶ νὰ κάμωμεν κάθε ἀρετήν· εἰ δὲ καὶ δὲν προφθάσωμεν νὰ κάμωμεν ἄλλας ἐντολὰς τοῦ Κυρίου, καὶ ἄλλας ἀρετάς, τὸ ἐλάχιστον, ἐλάχιστον εἶναι ἀνάγκη κᾂν νὰ εὑρεθῶμεν ὑγιεῖς καὶ ὁλόκληροι ἀπὸ τὰς πληγὰς καὶ ἀσθενείας τῆς ἁμαρτίας, διὰ μέσου τῆς ἐντολῆς, καὶ τῆς ἀρετῆς τῆς μετανοίας· διατὶ ἐὰν μὲν ἀποθάνωμεν ὑγιεῖς καὶ ἰατρευμένοι ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὰς ἁμαρτίας διὰ τῆς μετανοίας, ἀπερχόμεθα εἰς τὴν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν· ἐὰν δὲ ἀποθάνωμεν ἀνιάτρευτοι, ἀσθενεῖς, καὶ μισεροὶ διὰ τῆς ἀμετανοησίας, ἀπερχόμεθα εἰς τὸν ᾅδην.

Ἐπειδὴ καὶ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν δὲν εἶναι νοσοκομεῖον διὰ νὰ δέχεται τοὺς ἀῤῥώστους καὶ μισερούς· ἀλλ’ εἶναι κατοικία καὶ παλάτι, διὰ νὰ δέχεται τοὺς ὑγιεῖς καὶ γερούς. Διὰ τοῦτο, ἁμαρτωλοὶ σύντροφοι ἐδικοί μου, ἂς φωνάζωμεν πάντοτε πρὸς τὸν Θεὸν τὰς κοινὰς ἐκείνας τῆς Ἐκκλησίας δεήσεις· «Ἅγιε, ἐπίσκεψαι, καὶ ἴασαι τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου»· καί· «Ἐπουράνιε Βασιλεῦ, ἡμᾶς ἐν μετανοίᾳ καὶ ἐξομολογήσει παράλαβε, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος». Ἀμήν. ΤΕΛΟΣ Τῷ δὲ Συντελεστῇ τῶν καλῶν αἴνεσις, δόξα, τιμῇ, καὶ κράτος.