Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Ἐξομολογητάριον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Το μυστήριο της Μετανοίας και η ποιμαντική πράξη

Οδηγίες για τον ρόλο του Πνευματικού κατά την εξομολόγηση, την ακρόαση, την υποβολή ερωτήσεων και τον έλεγχο των μετανοούντων, καθώς και η διαχείριση ειδικών περιπτώσεων.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 5 από 16

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζʹ Περὶ τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας. Μετὰ τὴν γνῶσιν τούτων, πρέπει σὺ ὁ μέλλων γενέσθαι Πνευματικός. νὰ ἠξεύρῃς καλὰ καὶ τὸ Μυστήριον τῆς μετανοίας, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ᾖναι τὸ πλησιέστερον ὑποκείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον μέλλεις νὰ καταγίνεσαι.

Ὁμοίως νὰ ἠξεύρῃς καὶ τὰ μέρη τῆς μετανοίας, τὰ ὁποῖα εἶναι· συντριβή, ἐξομολόγησις, καὶ ἱκανοποίησις· ἀλλὰ ταῦτα οἰκειότερον ἐκρίναμεν νὰ τὰ γράψωμεν εἰς τὴν πρὸς τὸν μετανοοῦντα συμβουλήν, καὶ διάβασέ τα ἐκεῖ.

Ταῦτα λοιπόν, ὁποῦ εἴπομεν ἕως ἐδῶ ἐὰν τὰ ἠξεύρῃς καλά, ἠμπορεῖς νὰ ἐπιχειρισθῇς τὸ τῆς πνευματικῆς διαγωγῆς ἐπάγγελμα, ἔχωντας πρὸς τούτοις καὶ ὅσα θέλει εἰποῦμεν εἰς τὸ ἀκόλουθον Ηʹ. Κεφάλαιον. Εἰ δὲ καὶ γνωρίζῃς τὸν ἑαυτόν σου ἐλλιπῆ ἀκόμη καὶ ἀνεπιτήδειον εἰς τὴν τούτων γνῶσιν, φυλάξου, διὰ τὸν Κύριον, νὰ μὴ γένῃς Πνευματικός· ἕνα μέν, διατὶ μὴν ἔχωντας τὴν ἀναγκαίαν ταύτην γνῶσιν, ἀντὶ νὰ γένῃς ἰατρός, ἔχεις νὰ γένῃς φονεὺς τόσων καὶ τόσων ψυχῶν, μιᾶς ἀπὸ τὰς ὁποίας ὅλος ὁ κόσμος δὲν εἶναι ἀντάξιος, καὶ θέλεις γένει φονεὺς ὁμοῦ καὶ τῆς ἐδικῆς σου ψυχῆς· καὶ ἄλλο δέ, διατὶ ὁ Κύριος χωρὶς τὴν τοιαύτην γνῶσιν δὲν σὲ δέχεται, ὄχι νὰ γένῃς Πνευματικός, ἀλλ’ οὐδὲ ὅλως νὰ γένῃς Ἱερεύς· οὕτω γὰρ λέγει διὰ τοῦ Ὡσηέ. «Σὺ ἐπίγνωσιν ἀπώσω, κἀγὼ ἀπώσομαί σε τοῦ μὴ ἱερατεύειν μοι». Ἀλλ’ οὐδὲ θέλει σὲ ὠφελήσει τὸ νὰ λέγῃς, ὅτι ἐγὼ ἐδοκιμάσθηκα εἰς τοῦτο ἀπὸ τὸν Ἀρχιερέα μου· διατὶ ἡ δοκιμὴ τοῦ Ἀρχιερέως προϋποθέτει, ὅτι ἔχεις σὺ ἀπὸ τοῦ λόγου σου αὐτὴν τὴν γνῶσιν, καὶ ὄχι σοῦ τὴν δίδει οὔτε σοῦ χαρίζει μάτια διὰ νὰ βλέπῃς, ἂν ἐσὺ ᾖσαι τυφλός.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ηʹ. Περὶ τῆς ἐνεργούσης Ἱερωσύνης καὶ ἀδείας τοῦ μέλλοντος γενέσθαι Πνευματικοῦ. Εἴπομεν πρῶτον ποίαν ζωὴν καὶ ἀρετὴν πρέπει νὰ ἔχῃς Πάτερ σύ, ὁποῦ μέλλεις νὰ γένῃς Πνευματικός· εἴπομεν δεύτερον ποίων πραγμάτων πρέπει νὰ ἔχῃς τὴν γνῶσιν· τώρα σοῦ λέγομεν καὶ τρίτον, ὅτι πρέπει νὰ ᾖσαι καὶ χειροτονημένος Ἱερεὺς κανονικῶς καὶ νομίμως· καὶ Ἱερεύς, ὄχι καθῃρημένος διὰ ἁμαρτήματά σου φανερά· ὄχι παρῃτημένος διὰ ἁμαρτήματά σου, κρυφά, καὶ τῆς Ἱερωσύνης καθαιρετικά· ὄχι ἀργὸς πρὸς καιρόν, ἀλλὰ Ἱερεὺς ἐνεργοῦσαν ἔχων τὴν Ἱερωσύνην.

Καὶ ὕστερον ἀπὸ ὅλα, πρέπει καὶ τέταρτον, νὰ ἔχῃς χειροθεσίαν, καὶ ἄδειαν δι’ ἐνταλτηρίου γράμματος παρὰ τοῦ κατὰ τόπον Ἀρχιερέως, εἰς τὸ νὰ ᾖσαι Πνευματικός.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θʹ. Τί πρέπει νὰ μεταχειρίζεται τινὰς ἀφ’ οὗ γένῃ Πνευματικός. Καὶ πρῶτον πῶς πρέπει νὰ ἐξομολογῇ Ταῦτα ἔχων, καὶ τοιουτοτρόπως ὢν προετοιμασμένος, ἀναβαίνεις, ὦ Πνευματικέ, καὶ κάθησαι ἐπάνω εἰς τὴν ὑψηλὴν καθέδραν τῆς ἐξομολογήσεως, μετ’ εὐλαβείας, ἱλαρὸς καὶ γλυκὺς τῇ ψυχῇ καὶ τῷ βλέμματι, καὶ τὴν θείαν ἀγάπην διὰ τοῦ ἤθους ἐπιδεικνύμενος, κατὰ τὸν Θεσσαλονίκης Συμεών. Ἐκεῖ δὲ καθήμενος πρέπει νὰ στοχασθῇς, ὅτι πρὸς τὸν ἐξομολογούμενον ἐπιφέρεις τρία πρόσωπα, Πατρός, Ἰατροῦ, καὶ Κριτοῦ. Καθὸ Πατήρ, πρέπει νὰ δέχεσαι τὸν ἁμαρτωλὸν μὲ ἀγκάλας ἀνοικτάς, ὡς ὁ οὐράνιος Πατὴρ ἐδέξατο τὸν Ἄσωτον ἐκεῖνον Υἱόν, χωρὶς νὰ ὀνειδίζῃς ἢ νὰ τὸν συγχαίνεσαι διὰ τὰς ἁμαρτίας του. Καθὸ Ἰατρός, πρέπει νὰ ἰατρεύῃς τὰς πληγάς του μὲ ἔλαιον καὶ οἶνον· ἤτοι μὲ φιλανθρωπίαν καὶ ἱκανοποίησιν, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς, Καθὸ δὲ Κριτής, πρέπει ἡ ἀπόφασίς σου νὰ ᾖναι δικαιοτάτη, καὶ ὄχι δολωμένη ἀπὸ δῶρα, ἢ ἀπὸ φόβον, ἢ ἀπὸ φιλίαν, ἢ ἄλλο κανένα πάθος, διὰ νὰ ἤναι ἀμετακίνητος ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τῷ οὐρανῷ, κατὰ τὸ «Ὅσα ἂν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ὅσα ἂν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ».

καὶ διατὶ ἡ κρίσις τοῦ Πνευματικοῦ, αὐτὴ κυρίως εἶναι καὶ λέγεται κρίσις τοῦ Θεοῦ, ὅθεν καὶ πρέπει νὰ ᾖναι ἀδέκαστος, καὶ πάσης φιλοπροσωπίας ἀνωτέρα, καθὼς εἶναι γεγραμμένον· «Οὐκ ἐπιγνώσῃ πρόσωπον ἐν κρίσει· κατὰ τὸν μικρόν, καὶ κατὰ τὸν μέγαν κρινεῖς· οὐ μὴ ὑποστείλῃ πρόσωπον ἀνθρώπου· ὅτι ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ ἐστι».

Καὶ λοιπὸν ἔχωντας καιρόν, καὶ τόπον διωρισμένον τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως· καιρὸν μὲν τὸ πρωΐ, τόπον δὲ κυρίως τὴν Ἐκκλησίαν, κατὰ περίστασιν ὅμως, καὶ οἶκον σεμνόν, καθαρὸν καὶ ἥσυχον, ὡς λέγει ὁ Θεσσαλονίκης Συμεὼν ἐν ᾧ πρέπει νὰ ᾖναι καὶ ἡ εἰκὼν τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, καὶ μάλιστα τῆς Σταυρώσεώς του, φέρεις ἐκεῖ τὸν μέλλοντα ἐξομολογηθῆναι. Καὶ ποιήσας Εὐλογητόν, λέγε τὸ Τρισάγιον, καὶ τὸν νʹ. Ψαλμόν· εἶτα στραφεὶς εἰς αὐτόν, εἰπὲ ταῦτα·

Συμβουλὴ τοῦ Πνευματικοῦ πρὸς τὸν μετανοοῦντα πρὸ τῆς ἐξομολογήσεως. «Ἰδού, τέκνον, ὁ Χριστὸς (δείχνωντας τὴν εἰκόνα του) στέκεται ἀοράτως, προσμένωντας τὴν ἐξομολόγησίν σου· λοιπὸν μὴ ἐντραπῇς, ἢ φοβηθῇς καὶ κρύψῃς κἀμμίαν ἁμαρτίαν σου· ἀλλ’ ἐξ ὅλης καρδίας ἐξομολογήσου αὐτάς, διὰ νὰ λάβῃς καὶ τὴν συγχώρησιν αὐτῶν ἀπὸ τὸν ἴδιον Χριστόν. Εἰ δὲ καὶ κρύψῃς κἀμμίαν, ἤξευρε, ὅτι ὄχι μόνον αὐτὴ ἡ ἀνεξομολόγητος ἁμαρτία σου, ἔχει νὰ στέκῃ σημειωμένη ἐπάνω εἰς τὴν συνείδησίν σου, ὡσὰν τὰ γράμματα ἐπάνω εἰς τὸ χαρτί, διὰ νὰ φανερωθῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως ἐνώπιον ὅλων τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν ἀνθρώπων· ἀλλὰ προσθέτεις ἀκόμη εἰς τὸν ἑαυτόν σου καὶ ἄλλην μίαν ἁμαρτίαν τὴν Ἱεροσυλίαν. Ὅθεν, ἐπειδὴ ἦλθες εἰς ἰατρὸν βλέπε νὰ ἰατρευθῇς τελείως, καὶ ὄχι νὰ μείνῃς ἀνιάτρευτος, διατί ἡ ζημία αὕτη, ἔχει νὰ ᾖναι ἐπάνω εἰς ἐσένα.» Εἶτα βαλὼν αὐτὸν νὰ γονατίσῃ ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ, ἢ νὰ καθίσῃ εἰς ὑποπόδιον (κατὰ τὸ ὑποκείμενον ὁποῦ τύχῃ), ἐρώτησον αὐτόν, τίς καὶ ποῖος εἶναι (ἂν δηλαδὴ προτοῦ, δὲν τὸν ἤξευρες)· καὶ πόσον καιρὸν ἔχει νὰ ἐξομολογηθῇ, καὶ ἂν ᾖναι ἑτοιμασμένος μὲ τὴν πρέπουσαν ἔρευναν τῶν ἁμαρτιῶν του, νὰ ἐξομολογηθῇ.

Μετὰ ταῦτα ἐρωτήσας αὐτόν, ἂν πιστεύῃ βεβαίως καὶ ἀναμφιβόλως εἰς ὄλα τὰ Δόγματα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, τὰ περιεχόμενα εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως, καὶ τὰ κυρωθέντα παρὰ τῶν Ἁγίων καὶ Οἰκουμενικῶν ἑπτὰ Συνόδων, τῶν τε τοπικῶν, καὶ τῶν κατὰ μέρος Ἁγίων Πατέρων, χωρίς τινος προσθήκης, ἢ ἀφαιρέσεως, εἰπέ του.

Ὅτι ὁ Πνευματικὸς κυρίως δὲν πρέπει νὰ ἐρωτᾷ. «Ἤξευρε, τέκνον, ὅτι εἰς μὲν τὰ ἄλλα κριτήρια, ὅποιος φανέρωσε τὸν ἑαυτόν του πταίστην, παιδεύεται· εἰς τοῦτο δὲ τὸ κριτήριον τῆς ἐξομολογήσεως, ὅποιος φανερώσει πρῶτος καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ του τὴν ἁμαρτίαν του, συγχωρεῖται· διὰ τοῦτο δὲν ἔχει χρέος ὁ Πνευματικὸς νὰ ἐρωτᾷ τὸν ἐξομολογούμενον τί, καὶ τί ἔκαμε· διατί ἔτζι ὁ μετανοῶν ἐλέγχεται, καὶ ὄχι ἐξομολογεῖται· ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ἐξομολογούμενος πρέπει ἀφ’ ἑαυτοῦ του νὰ ὁμολογῇ τὰς ἁμαρτίας του, διὰ νὰ λάβῃ καὶ τὴν τούτων συγχώρησιν· οὕτω γὰρ παραγγέλλει καὶ ὁ Θεός· Δίκαιος ἑαυτοῦ κατήγορος ἐν πρωτολογίᾳ· ᾧ δ’ ἂν ἐπιβάλλῃ ὁ ἀντίδικος ἐλέγχεται» «καὶ Λέγε σὺ τὰς ἀνομίας σου πρῶτος, ἵνα δικαιωθῇς». Ὅθεν καὶ σὺ τέκνον, πρὸς καταισχύνην τῆς ἁμαρτίας, καὶ τοῦ διαβόλου, λέγε τὰς ἀνομίας σου πρῶτος, ἵνα δικαιωθῇς.

Πῶς πρέπει νὰ κάμνῃ ἀκούων τὰς ἁμαρτίας ὁ Πνευματικός. Ταῦτα εἰπών, σιωπᾷς Πνευματικέ, καὶ ἀρχίζει ὁ ἐξομολογούμενος νὰ λέγῃ τὰς ἁμαρτίας του, καὶ ἀκούωντας, ὅσον καὶ ἂν ἦναι μεγάλαις καὶ πολλαῖς, πρόσεχε καλὰ νὰ μὴ θαυμάσῃς, ἢ νὰ ἀναστενάξῃς, ἢ ἄλλο κἀνένα νεῦμα, ἢ σημάδι νὰ δείξῃς πῶς ἀηδιάζεις, ἢ βαρύνεσαι· διατί, καθὼς τὸ ἐλάφι ὅταν κοιλοπονᾷ, ἑνὸς φύλλου μόνου σάλευμα, ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἐμποδίσῃ νὰ μὴ γεννήσῃ, ὡς λέγουν οἱ Φυσικοί· ἔτζι καὶ ὁ ἁμαρτωλός, κοιλοπονῶν νὰ εἰπῇ τὴν ἁμαρτίαν του, ἀπὸ ἕνα μόνον νεῦμα ἠμπορεῖ νὰ δυσκολευθῇ νὰ μὴ γεννήσῃ, ἤτοι νὰ μὴν ἐξομολογηθῇ, κατὰ τὸ γεγραμμένον «Ἥκει ἡ ὠδὶν τῇ τικτούσῃ, ἰσχὺν δὲ οὐκ ἔχει τοῦ τεκεῖν»· ἀλλὰ μᾶλλον παραθάῤῥυνέ τον εἰς κάθε στιγμήν, λέγωντάς του νὰ μὴν ἐντρέπεται, ὅτι καὶ σύ, ὁποῦ τὰς ἀκούεις, ἄνθρωπος εἶσαι ὁμοιοπαθὴς καὶ ἁμαρτωλός, καὶ ὅτι ἀφ’ οὗ ἐξομολογηθῇ ἔχει νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν οἶκόν του ἐλαφρωμένος, καὶ χαρούμενος, διατί ἐξεφόρτωσε τὴν συνείδησίν του ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας.

Κάθε ἁμαρτίαν δέ, ὁποῦ ἀκούεις Πνευματικέ, νὰ τὴν ἐξετάζῃς εἰς τὰς ἑπτὰ περιστάσεις, ὁποῦ εἴπομεν· ἤγουν, τίς εἶναι ὁποῦ ἔκαμε τὴν ἁμαρτίαν· ποίαν ἁμαρτίαν ἔκαμε κατ’ εἶδος διατί τὴν ἔκαμε· μὲ ποῖον τρόπον τὴν ἔκαμεν· εἰς ποῖον καιρόν· εἰς ποῖον τόπον· καὶ πόσαις φοραῖς· καὶ εἰς ποίαν Ἐντολὴν ἀπὸ τὰς δέκα ἔσφαλε· μιμούμενος κατὰ τοῦτο καὶ σὺ τὸν δίκαιον Ἰώβ, ὁποῦ ἐρεύνα ἐπιμελῶς καὶ ἐξιχνίαζε κάθε κρίσιν, ὁποῦ δὲν ἤξευρε· «Δίκην δὲ ἣν οὐκ ᾔδειν, ἐξιχνίασα».

Ὅταν δὲ ἀκούῃς νὰ προφασίζεται ὁ μετανοῶν, πῶς ὁ δεῖνα, καὶ ὁ δεῖνα ἔγεινεν αἴτιος, καὶ ἔκαμεν αὐτὸ τὸ κακόν, καθὼς μάλιστα συνειθίζουν αἱ γυναῖκες νὰ λέγουν αὐτὰς τὰς προφάσεις, εἰπέ του Πνευματικέ· «Τέκνον, ἐδῶ ἦλθες νὰ εἴπῃς τὰς ἁμαρτίας τὰς ἐδικάς σου διὰ νὰ συγχωρηθῇς, καὶ ὄχι τὰς ἁμαρτίας τῶν ἄλλων, διὰ νὰ ἁμαρτήσῃς περισσότερον, πίπτωντας εἰς κατάκρισιν».

Ποίους, καὶ πῶς πρέπει νὰ ἐρωτᾷ ὁ Πνευματικός. Ἐὰν δὲ τινάς, ἢ ἀπὸ ἀγνωσίαν καὶ ἀπαιδευσίαν του, ἢ ἀπὸ ἐντροπήν του, δὲν θέλῃ νὰ εἰπῇ πρῶτος καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ του τὰς ἁμαρτίας του, τότε ἀναγκάζεσαι Πνευματικέ, νὰ τὸν ἐρωτᾷς σὺ πρῶτος περὶ τῶν ἁμαρτιῶν του, καὶ ἐκεῖνος νὰ ἀποκρίνεται, ὡς λέγει ὁ Ἱερὸς Αὐγουστῖνος· «Ὁ ἐπιμελὴς ἐρευνητὴς καὶ λεπτὸς ἐξεταστής, σαφῶς καὶ οἱονεὶ πανούργως ἐρωτᾷ τὸν μετανοοῦντα, ὃ τυχὸν ἠγνόει, ἢ δι’ αἰδὼ βούλεται κρύψαι». Νὰ τὸν ἐρωτᾷς δέ, ἂν ἔπραξε κἀνένα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα, ἢ ἀπὸ τὰ βλαστάρια τῶν θανασίμων, ἢ ἀπὸ τὰ συγγνωστά, ἢ τὰ ἐγγὺς τῶν θανασίμων, ἢ συγγνωστῶν. Ὁμοίως νὰ τὸν ἐρωτᾷς, καὶ ἂν ἔσφαλεν εἰς κἀμμίαν ἀπὸ τὰς δέκα Ἐντολάς, ἀπαριθμῶν κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτά, καθὼς ὄπισθεν τὰ ἐτάξαμεν.

Πρόσεχε ὅμως, Πνευματικέ, νὰ μὴν ἐρωτᾷς πῶς ὀνομάζονται τὰ κύρια ὀνόματα τῶν προσώπων ἐκείνων, μὲ τὰ ὁποῖα ἥμαρτεν ὁ ἐξομολογούμενος· διατὶ κοντὰ ὁποῦ εἶναι τοῦτο περιττόν, πρὸς τούτοις κάμνεις καὶ τὸν ἁμαρτωλὸν νὰ ὑποπτεύεται κατὰ σοῦ, ὅτι εἶσαι περίεργος, ὡς λέγει ὁ ῥηθεὶς Μητροφάνης. Συμβουλεύουν δὲ μερικοί, ὅτι εἶναι πολλὰ συμφέρον, ἂν τὰς ἐρωτήσεις ὁποῦ ἔχεις νὰ κάνῃς, τὰς προφέρῃς μὲ ἕνα τέτοιον τρόπον· Τέκνον, μήπως ἐφόνευσες; μήπως ἔκλεψες; μήπως ἐπόρνευσες κτλ. ὥστε ὁποῦ ὁ μετανοῶν ἄλλο νὰ μὴν ἔχῃ νὰ ἀποκρίνεται, παρά, ναὶ Πάτερ, διατὶ μὲ τοῦτο τὸ σχῆμα τοῦ λόγου, εὐκόλως καὶ χωρὶς ἐντροπὴν δύναται νὰ φανερώσῃ τὰς ἁμαρτίας του ὁ ἁμαρτωλός.

Πῶς πρέπει νὰ φέρεται ὁ Πνευματικὸς μὲ τοὺς ἐντροπαλούς. Μεγάλην τέχνην, καὶ φρονιμάδα πρέπει νὰ μεταχειρίζεσαι, Πνευματικέ, μὲ τούτους, ὁποῦ διὰ ἐντροπήν, ἢ δὲν ἐξομολογοῦνται ὁλότελα τὰς ἁμαρτίας των, ἢ τὰς ἐξομολογοῦνται μισάς, καὶ ὄχι ὁλοκλήρους· μερικαῖς φοραῖς ἀπὸ τὴν μικρὰν ἁμαρτίαν, ὁποῦ αὐτοὶ σοῦ ἐξομολογοῦνται πρέπει σὺ ἀπὸ ὀλίγον ὀλίγον ἐρευνῶντας, νὰ εὕρῃς τὴν μεγαλητέραν· λόγου χάριν, ἂν ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς σοῦ ἐξομολογήθη μόνον, πῶς εἶδεν ἕνα πρόσωπον, καὶ συνωμίλησε μὲ αὐτὸ ἐρωτικῶς, σὺ μὲ εὔμορφον τρόπον πρέπει νὰ τοῦ εἴπῃς τοὺς αἰσχροὺς λογισμούς, ὁποῦ ἀπὸ τοῦτο τοῦ ἠκολούθησαν· ἀπὸ τοὺς λογισμούς, τὴν συγκατάθεσιν· καὶ ἀπὸ τὴν συγκατάθεσιν τὴν πρᾶξιν· καθὼς καὶ ὁ Θεὸς ἔκαμε τὸν Ἰεζεκιὴλ ἀπὸ μίαν μόνην τρύπαν, ὁποῦ ἐφαίνετο εἰς τὸν τοῖχον, νὰ σκάψῃ καὶ νὰ εὕρῃ θύραν, καὶ ἀπὸ τὴν θύραν νὰ ἔμβῃ νὰ ἰδῇ ἐκεῖ μέσα πολλὰ κεκρυμμένα εἴδωλα καὶ βδελύγματα· «Καὶ ἰδού, ὀπὴ μία ἐν τῷ τοίχῳ, καὶ εἶπε πρός με· Υἱὲ ἀνθρώπου, ὤρυξον· καὶ ὤρυξα, καὶ ἰδοὺ θύρα· καὶ εἶπε πρός με· Εἴσελθε καὶ ἰδὲ τὰς ἀνομίας, ἃς οὗτοι ποιοῦσι· καὶ εἰσῆλθον καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ μάταια βδελύγματα»· πρέπει ὅμως νὰ προσέχῃς καλῶς Πνευματικέ, μήπως καὶ διδάξῃς κἀνένα καθαρόν, τὴν ἁμαρτίαν ἐκείνην, ὁποῦ δὲν ἤξευρε.

Ποίους πρέπει νὰ ἐλέγχῃ ὁ Πνευματικός, καὶ πότε, καὶ πῶς. Δὲν εἶναι καλόν, Πνευματικέ, οὔτε τὸ νὰ μὴ ἐλέγχῃς κἀνένα, οὔτε πάλιν τὸ νὰ ἐλέγχῃς ὅλους ἐπίσης· διατί οἱ σοφοὶ καὶ πεπαιδευμένοι ὠφελοῦνται ἀπὸ τοὺς ἐλέγχους· «Ἐὰν γὰρ ἐλέγχῃς, ἄνδρα φρόνιμον, νοήσει αἴσθησιν». Ἀλλὰ καὶ οἱ μετὰ αὐθαδείας καὶ σκληροκαρδίας ἐξομολογούμενοι, ἐλέγχους χρειάζονται, κατὰ τὸ «Ἔλεγχε αὐτοὺς ἀποτόμως».

Οἱ δὲ ἀπαίδευτοι δὲν εἶναι δεκτικοὶ ἐλέγχων· «Οὐκ ἀγαπήσει γάρ φησιν ἀπαίδευτος τοὺς ἐλέγχοντας αὐτόν»· οὔτε οἱ δειλοί, διὰ νὰ μὴ πέσουν εἰς ἀπόγνωσιν ἀπὸ τὸν φόβον τους· οὔτε οἱ μὲ κατάνυξιν ἐξομολογούμενοι· διατὶ αὐτοὶ ἐλέγχους δὲν χρειάζονται, ἀλλὰ μᾶλλον παρηγορίαν· οὔτε οἱ ἀξιωματικοί, κατὰ τὸ «Πρεσβυτέρῳ μὴ ἐπιπλήξῃς, ἀλλὰ παρακάλει ὡς πατέρα».

Κἄποτε δὲ χρειάζονται ἐλέγχους καὶ οἱ ἀξιωματικοί, μεμιγμένους ὅμως μὲ κἀποίους ἐπαίνους, καθὼς κάμνει ὁ Θεὸς εἰς τὴν Ἀποκάλυψιν μὲ τοὺς Ἐπισκόπους τῶν ἑπτὰ Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀσίας. Πρέπει ὅμως νὰ ἐλέγχῃς Πνευματικέ, κατ’ ὀλίγον ὀλίγον, καθὼς ἐλέγχει καὶ ὁ ἴδιος Θεός, ὡς γέγραπται «Τοὺς παραπίπτοντας κατ’ ὀλίγον ἐλέγχεις» καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, οἱ ἔλεγχοί σου πρέπει νὰ ᾖναι πάντοτε μεμιγμένοι μὲ τὴν γλυκύτητα καὶ πρᾳότητα καθὼς παραγγέλλει ὁ Παῦλος· «Ἐν πρᾳότητι παιδεύοντα τοὺς ἀντιδιατιθεμένους· μήποτε δῷ αὐτοῖς ὁ Θεὸς μετάνοιαν».

Ὁ ἁρμόδιος δὲ καιρὸς τῶν ἐλέγχων εἶναι, ἀφ’ οὗ ἐξομολογηθῇ ὁ ἁμαρτωλός· καὶ ἁπλῶς, ἀφ’ οὗ ξεσκοτισθῇ ὀλίγον καὶ ξεμεθύσῃ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν.

Πῶς πρέπει νὰ οἰκονομῇ ὁ Πνευματικὸς τοὺς ἔχοντας λογισμοὺς βλασφημίας καὶ ἀπορίας. Ἐὰν τύχῃ νὰ ἐξομολογήσῃς τινὰς ἔχοντας λογισμοὺς βλασφημίας, ἢ τινάς, ὁποῦ νὰ ἔχουν πάντοτε ἀπορίας καὶ φόβους εἰς τὸν λογισμόν τους, ἢ διὰ τὴν ὑγίαν καὶ ζωήν τους, ἢ διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς τους· εἰς μὲν τοὺς πρώτους λέγε νὰ καταφρονοῦν τὰς βλασφημίας αὐτάς, καὶ νὰ μὴ τὰς στοχάζωνται ὁλότελα διὰ ἁμαρτίαν· ἐπειδὴ δὲν εἶναι γέννημα ἐδικόν τους, ἀλλὰ τοῦ μισοκάλου διαβόλου· ἢ καὶ νὰ ἀντιλέγουν εἰς τοὺς βλασφήμους αὐτοὺς λογισμοὺς μὲ τοῦτα τὰ λόγια· «Ὕπαγε ὀπίσω μου Σατανᾶ· ὅτι ἐγὼ Κύριον τὸν Θεόν μου προσκυνήσω, καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσω· ἐπὶ δὲ τὴν κεφαλήν σου ἐπιστρέψει ὁ πόνος καὶ ἡ βλασφημία σου ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι»· καθὼς σοφῶς συμβουλεύει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἐν τῷ κατὰ βλασφημίας Λόγῳ κγʹ. Εἰς δὲ τοὺς ἔχοντας ἀμφιβολίας παντοτεινάς, γενομένας, ἢ ἀπὸ μίαν μελαγχολίαν καὶ ὑποχονδρίαν, ἢ ἐκ τοῦ διαβόλου κατὰ δοκιμήν, ἢ παραχώρησιν Θεοῦ, εἰς τούτους λέγω, εἰπὲ αʹ. νὰ προσεύχωνται συνεχῶς εἰς τὸν Θεόν, βʹ. νὰ μὴ πιστεύσουν εἰς τοὺς λογισμούς τους, ἀλλὰ νὰ πιστεύσουν καὶ νὰ ὑποτάσσωνται εἰς ἐκεῖνα, ὁποῦ τοὺς λέγεις σύ· καὶ γʹ.

ἂν σοῦ ᾖναι δυνατὸν νὰ τοὺς δίδῃς ἐγγράφως τὸν Κανόνα, ὁποῦ ἔχεις νὰ τοὺς διορίσῃς· διατὶ αὐτοὶ μὲ τὸ νὰ εὑρίσκωνται πάντοτε εἰς ἀπορίας, μόλις ἠμποροῦν νὰ πιστεύσουν ἐκεῖνο ὁποῦ βλέπουν γεγραμμένον. Περὶ τούτων ὅρα σε., 245 τοῦ, Πνευματικὸς Διδασκόμενος.

Ποίων πρέπει νὰ ἀναβάλλῃ τὴν ἐξομολόγησιν. Ἐὰν τύχῃ κἀνένας ἀπὸ τοὺς ἐξομολογουμένους σοι νὰ μὴν ᾖναι ἑτοιμασμένος διὰ νὰ ἐξομολογηθῇ, μήτε νὰ ἔκαμεν ὁλότελα προτοῦ κἀμμίαν ἔρευναν τῶν ἁμαρτιῶν του· ἢ κἀνένας ὁποῦ νὰ λέγῃ τὰς πολλὰς καὶ μεγάλας κακίας του, χωρὶς κἀμμίαν λύπην καὶ κατάνυξιν, ἀλλὰ μὲ τόσην αὐθάδειαν, ὡσὰν νὰ διηγῆται τινὰς τὰς ἀρετάς του· ἢ κἀνένας ὁποῦ δὲν ἐφύλαξε τὰς προτέρας ὑποσχέσεις, ὁποῦ ἔδωκεν, ἀλλὰ ἐφάνη ψεύστης μίαν καὶ δύω φοραῖς· ἢ κἀνένας, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπόθεσις καὶ ἡ ἁμαρτία εἶναι ἐμπερδευμένη καὶ δυσκολοδιόρθωτος, καὶ οὔτε εἰς τοὺς Κανόνας καθαρὰ περιέχεται· εἰς τούτους, λέγω, καὶ τοὺς τοιούτους ἀνθρώπους, δὲν πρέπει, Πνευματικέ, οὔτε νὰ διαβάζῃς παρευθὺς συγχωρητικὴν Εὐχήν, οὔτε πάλιν νὰ τοὺς ἀποβάλλῃς τελείως· ἀλλὰ νὰ ἀναβάλλῃς τὸν καιρὸν τῆς συγχωρήσεώς τους, λέγων πρὸς τὸν καθ’ ἕνα ἐξ αὐτῶν· «Ὕπαγε τέκνον μου κατὰ τὸ παρόν, καὶ πάλιν νὰ μεταγυρίσῃς τὴν τάδε ἡμέραν, διὰ νὰ στοχασθῶ καλήτερα καὶ ἐγώ»· δοὺς αὐτῷ νὰ κάμῃ ἐν τῷ μεταξὺ καιρῷ καὶ κἄποιον Κανόνα νηστείας, ἢ γονυκλισίας, ἢ ἐλεημοσύνης· διατὶ τοιουτοτρόπως ἠμπορεῖ καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς νὰ ἔλθῃ εἰς τὸν ἑαυτόν του καλήτερα, ἐλεγχόμενος ὑπὸ τῆς συνειδήσεως, καὶ σὺ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ νὰ προστρέξῃς αʹ.

εἰς τὸν Θεὸν διὰ τῆς προσευχῆς, λέγων μὲ τὸν Βασιλέα Σολομῶντα· «Θεὲ καὶ Κύριε τοῦ ἐλέους, δός μοι τὴν τῶν σῶν θρόνων πάρεδρον σοφίαν, ἵνα συμπαροῦσά μοι κοπιάσῃ»· καὶ μὲ τὸν βασιλέα Ἰωσαφάτ· «Οὔτε οἴδαμεν τί ποιήσωμεν αὐτοῖς, ἀλλ’ ἢ ἐπὶ σοὶ οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν»·

βʹ. νὰ προστρέξῃς πρὸς τὸν Ἀρχιερέα σου, ὡς λέγει ὁ Συμεὼν ὁ Θεσσαλονίκης, καὶ ὁ Χρύσανθος καὶ Νικηφόρος ὁ Χαρτοφύλαξ πρὸς Θεοδόσιον Ἔγκλειστον, καὶ πρὸς ἄλλους ἐμπείρους τῶν τοιούτων ἂν ᾖναι παρόντες κοντά, ἢ διὰ γραμμάτων ἂν ᾖναι ἀπόντες μακρὰν (μὴ φανερώνοντας τὸ κύριον ὄνομα τοῦ προσώπου). διὰ νὰ μάθης ἀπ’ αὐτοὺς τί πρέπει νὰ κάμῃς.

Διατί ἤξευρε καλώτατα, Πνευματικέ, πῶς ἄλλο κἀνένα δὲν εἶναι τόσον συμφέρον καὶ καρποφόρον εἰς τὸ ἐπάγγελμά σου, ὡσὰν τὸ νὰ ἀναβάλλῃς καὶ νὰ ἀργοπορῇς τὸν καιρὸν τῆς συγχωρήσεως· καθὼς ὅλοι κοινῶς οἱ Πνευματικοὶ τὸ συνομολογοῦν μὲ τὴν καθημερινὴν δοκιμήν.

Ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξομολογῇ ὁ Πνευματικὸς τοὺς συναιτίους τῆς αὐτῆς ἁμαρτίας. Ἐὰν (ὁ Θεὸς φυλάξοι) κάμῃς μὲ κἀνένα ὑποκείμενον κἀμμίαν συγγνωστὴν ἁμαρτίαν, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐξομολογήσῃς σὺ Πνευματικέ, ἀλλὰ νὰ τὸ στέλλῃς εἰς ἄλλον Πνευματικόν· διατί, μὲ τὸ νὰ ἦσθε συναίτιοι καὶ οἱ δύω τῆς αὐτῆς ἁμαρτίας, οὔτε αὐτὸς ἔχει νὰ λάβῃ ἐντροπὴν εἰς τὴν ἐξομολόγησιν καὶ νὰ διορθωθῇ, οὔτε σὺ δύνασαι νὰ κανονίσῃς καὶ νὰ διορθώσῃς τὸν τοιοῦτον, καθὼς πρέπει· εἶπα δὲ συγγνωστὴν ἁμαρτίαν, καὶ ὄχι θανάσιμον· διατί, ἂν πράξῃς τοιαύτην, καθῄρεσαι ἐνταυτῷ καὶ ἀπὸ τὴν Ἱερωσύνην, καὶ ἀπὸ τὸ Πνευματικὸν ἐπάγγελμα, ὡς προείπομεν· καὶ ὅρα εἰς τὴν αʹ. Ὑποσημείωσιν τοῦ ζʹ. Κεφαλαίου.

Πῶς πρέπει νὰ ἐξετάζῃ ὁ Πνευματικὸς τοὺς μέλλοντας ἱερωθῆναι. Ὅταν ἔλθῃ τινὰς πρὸς σὲ ζητῶν συμμαρτυρίαν νὰ ἱερωθῇ, ἄνοιξον τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς σου καλῶς, καὶ ἐξέτασαι ὅλα τὰ βάθη τῆς καρδίας του μὲ περισσοτέραν ἐπιμέλειαν, ἀπὸ ὅσην μεταχειρίζεσαι εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους· «ᾯδε γάρ ἐστιν ἡ σοφία», καὶ ἐδῶ στέκεται ὅλη σου ἡ τέχνη καὶ σύνεσις.

Καὶ ἀφ’ οὗ ἐρευνήσας, δὲν εὕρῃς εἰς αὐτὸν κἀνένα ἐμπόδιον τῆς Ἱερωσύνης Κανονικόν, πάλιν πρόσεχε νὰ μὴ τοῦ δώσῃς συμμαρτυρίαν παρευθύς, ἀλλὰ ἀνάβαλλε τὸν καιρόν, ἕως οὗ νὰ ἐρευνήσῃς καλῶς καὶ τοὺς ἄλλους, ὁποῦ τὸν συναναστρέφονται, καὶ ἠξεύρουν τὴν πολιτείαν του, καὶ νὰ πληροφορηθῇς ἀπὸ αὐτούς· «Δεῖ γὰρ αὐτόν, καὶ μαρτυρίαν καλὴν ἔχειν ἀπὸ τῶν ἔξωθεν» ὡς λέγει ὁ θεῖος Παῦλος.

Καὶ τοῦτο νὰ τὸ κάμνῃς, διὰ νὰ μὴ συγκοινωνήσῃς εἰς ξένας ἁμαρτίας, καθὼς γράφει τὸ Ἐνταλτήριόν σου. Ἐπειδὴ ἐκεῖνο, ὁποῦ λέγει ὁ Παῦλος διὰ τὸν Ἀρχιερέα, ὁποῦ μέλλει νὰ χειροτονήσῃ τὸν τοιοῦτον, «Χεῖρας ταχέως μηδενὶ ἐπιτίθει, μηδὲ κοινώνει ἁμαρτίαις ἀλλοτρίαις», τοῦτο τὸ ἴδιον προσαρμόζεται καὶ εἰς ἐσένα, Πνευματικέ, ὁποῦ μέλλεις νὰ δώσῃς μαρτυρίαν εἰς τὸ νὰ χειροτονηθῇ, ἵνα μὴ λέγω, ὅτι καὶ περισσότερον ἁρμόζει εἰς ἐσένα, καὶ σὺ ἔχεις τὸ περισσότερον βάρος· διατὶ τὴν σήμερον εἰς μόνην τὴν ἐδικήν σου μαρτυρίαν ἀρκούμενοι οἱ Ἀρχιερεῖς (τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει) χειροτονοῦν, ὅσους χειροτονοῦν.

Πῶς πρέπει νὰ φέρεται ὁ Πνευματικὸς μὲ τοὺς ἀφωρισμένους. Ἐὰν δὲ τινὰς ὤντας ἀφωρισμένος παρὰ τοῦ Ἀρχιερέως του ἔλθῃ πρὸς σέ, ἤξευρε, ὅτι δὲν ἠμπορεῖς ἐσὺ νὰ συγχωρήσῃς τὸν τοιοῦτον, ὡς λέγει ὁ Χρύσανθος ἐν τῷ Ἐξομολογηταρίῳ· ἀλλὰ νὰ τὸν στέλλῃς εἰς τὸν ἀφορίσαντα αὐτόν, ἐὰν ζῇ, ἢ εἰς τὸν διάδοχόν του ἐὰν ἀπέθανε, διὰ νὰ τὸν συγχωρήσῃ ἐκεῖνος, καθὼς καὶ εἰς τοὺς Θείους Κανόνας, καὶ εἰς μερικὰ Ἐνταλτήρια οὕτω διορίζεται. Ἐὰν δὲ σοῦ ᾖναι δυνατόν, πρέπει καὶ σὺ νὰ μεσιτεύσῃς εἰς τὸν Ἀρχιερέα, διὰ νὰ τὸν συγχωρήσῃ.

Πῶς πρέπει νὰ οἰκονομῇ τοὺς ἔχοντας ταξίματα. Ἐὰν ἔλθουν πρὸς σὲ νὰ ἐξομολογηθοῦν ἐκεῖνοι, ὁποῦ ἔταξαν εἰς τὸν Θεὸν νὰ γένουν Καλόγηροι, ἢ νὰ ὑπάγουν εἰς προσκύνησιν τοῦ Ζωοδόχου Τάφου, ἢ ἄλλων ἱερῶν μοναστηρίων καὶ λειψάνων, ἢ νὰ δώσουν ἐλεημοσύνας, ἢ νὰ συστήσουν Σχολεῖα, ἢ Μοναστήρια, ἢ νὰ κάμουν τὴν τάδε νηστείαν, ἢ ἄλλην κἀμμίαν ἀγαθοεργίαν καὶ ἀρετήν· τούτους πρέπει νὰ συμβουλεύῃς, Πνευματικέ, ὄχι μόνον νὰ τελειόνουν τὰ τοιαῦτα ταξίματά τους, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ τελειόνουν μίαν ὥραν πρότερον, χωρὶς νὰ ἀναβάλλουν τὸν καιρόν, διατὶ ἁμαρτάνουν.

Ἐὰν δὲ ἀπὸ κἀμμίαν μεγάλην ἀνάγκην ἐμποδίζωνται οἱ τοιοῦτοι ἀπὸ τὸ νὰ τελειώσουν ἢ τὴν τοῦ Ἁγίου Τάφου προσκύνησιν, ἢ τὴν σύστασιν τῶν Σχολείων καὶ Μοναστηρίων, ὁποῦ ἔταξαν, πρέπει νὰ στοχάζεσαι καλῶς, Πνευματικέ, μὲ μεγάλην διάκρισιν, πόσα ἔξοδα καὶ πόνους ἠμποροῦσαν αὐτοὶ νὰ κάμουν εἰς τὴν τελείωσιν τῶν τοιούτων ταξιμάτων τους, καὶ οὕτω νὰ διορίζῃς αὐτοὺς νὰ δίδουν τὰ ἔξοδα αὐτὰ εἰς πτωχούς, ἢ εἰς ἄλλα ὅμοια καλά, ἂν ἔχουν τὸν τρόπον· εἰδὲ καὶ τὸν τρόπον δὲν ἔχουν, νὰ τοὺς διορίζῃς νὰ κάμνουν ἄλλας ἱκανοποιήσεις, νηστείας δηλαδή, προσευχάς, γονυκλισίας, καὶ τὰ λοιπά.

Εἰς ἐκείνους δέ, ὁποῦ ἔταξαν νὰ καλογηρεύσουν, ἔπειτα ὑπανδρεύθησαν, πρέπει νὰ λέγῃς, Πνευματικέ, ὅτι εἶναι παραβάται τοῦ ταξίματός των, καὶ ὅτι πρέπει νὰ μετανοοῦν εἰς τὸν Θεόν· καὶ ὅτι χρεωστοῦν καὶ ἐν γάμῳ ὄντες, νὰ ἀγωνίζωνται μὲ νηστείας, καὶ προσευχάς, καὶ κακουχίας τοῦ σώματος, καὶ νὰ σωφρονοῦν, ὅσον τὸ κατ’ αὐτοὺς μέρος· ἀλλὰ καὶ τὰς συζύγους αὐτῶν, ἂν ᾖναι δυνατόν, νὰ καταπείθουν μὲ πολλὰς παρακλήσεις νὰ συμφωνήσουν εἰς τοῦτο. Ἐὰν δὲ τύχῃ καὶ ἀποθάνουν αἱ γυναῖκές των, τότε αὐτοὶ πρέπει νὰ τελειόνουν τὰς ὑποσχέσεις των, καὶ νὰ γίνωνται Μοναχοί. Καὶ εἰς ὅλον τὸ ὕστερον νὰ συμβουλεύῃς ὅλους αὐτούς, εἰς τὸ ἑξῆς νὰ μὴν κάμνουν πρὸς τὸν Θεὸν τοιαῦτα ταξίματα καὶ ὑποσχέσεις, διὰ κάθε ἀνάγκην ὁποῦ τοὺς τύχῃ· διατὶ μὴ δυνάμενοι νὰ τὰ φυλάξουν, ἁμαρτάνουν βαρέως.

Πῶς νὰ συμβουλεύῃ ὁ Πνευματικὸς πόρνους, μοιχούς, ἀρσενοκοίτας, κτηνοβάτας, καὶ μαλακούς. Ἐὰν ἐξομολογήσῃς πόρνους, ἢ μοιχούς, ἢ ἀρσενοκοίτας, ἢ κτηνοβάτας, ἢ μαλακούς, πρέπει, Πνευματικέ, ὄχι μόνον νὰ ἐπιπλήττῃς γενικῶς ὅλους αὐτούς, ἀποδείχνωντάς τους, ὅτι μὲ τὰ σαρκικὰ πάθη χάνουν τὴν εὐγένειαν τοῦ λογικοῦ, καὶ παρομοιάζουν μὲ τὰ ἄλογα ζῶα· ἀλλὰ περιπλέον διὰ νὰ κάμῃς καὶ τὸν καθ’ ἕνα ἐξ αὐτῶν νὰ συγχανθῇ τὴν ἁμαρτίαν του, πρέπει νὰ τοῦ ἀποδείχνῃς, πόσον ψυχοβλαβὴς εἶναι ἡ πορνεία· πόσον, ἡ μοιχεία· πόσον, ἡ ἀρσενοκοιτία· πόσον, ἡ κτηνοβατία· καὶ πόσον, ἡ μαλακία.

Πῶς νὰ οἰκονομῇ τοὺς Μοναχούς. Ἐὰν ἐξομολογηθῇ εἰς τοῦ λόγου σου κἀνένας ἀγράμματος Μοναχός, νὰ τὸν ἐρωτᾷς, Πνευματικέ, ἀνίσως ἀκούῃ τὴν διωρισμένην Ἀκολουθίαν του. Καὶ ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸν τρόπον νὰ πηγαίνῃ νὰ τὴν ἀκούσῃ, πρέπει νὰ τὸν διορίζῃς νὰ τὴν διαβάζῃ αὐτὸς μὲ τὸ κομβοσχοίνιόν του· ἤγουν, ἀντὶ διὰ τὸν Ὄρθρον, νὰ ἀπερνᾷ, στεκόμενος, τριάντα κομβοσχοίνια, λέγωντας εἰς κάθε σπειρὶ τὴν εὐχὴν ταύτην· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με»· ἀντὶ διὰ τὰς Ὥρας, νὰ ἀπερνᾷ δέκα κομβοσχοίνια· ἀντὶ διὰ τὸν Ἑσπερινόν, δέκα· καὶ διὰ τὸ Ἀπόδειπνον, ἄλλα δέκα, καθὼς διωρίζουν τὰ ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει εὑρισκόμενα Νομοκανόνια.

Νὰ ἐξετάζῃς δὲ ὅλους ἁπλῶς τοὺς Μοναχούς, ἂν κάμνουν καὶ τὸν συνειθισμένον Κανόνα τους· ἤξευρε δέ, ὅτι οἱ μὲν μεγαλόσχημοι καὶ τέλειοι Μοναχοὶ εἶναι διωρισμένον νὰ κάμνουν τὸ ἡμερονύκτιον τριακοσίας γονυκλισίας, ἤγουν στρωτὰς μετανοίας, κατὰ τὸν Ἅγιον Κάλλιστον, καὶ τοὺς Θεοφόρους Πατέρας· κατὰ δὲ τοὺς ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει διακριτικούς, νὰ κάμνουν γονυκλισίας μὲν ἑκατὸν εἴκοσι, προσκυνητὰς δὲ μετανοίας, δώδεκα κομβοσχοίνια. Οἱ δὲ σταυροφόροι νὰ κάμνουν, γονυκλισίας μὲν ἑκατὸν δέκα, προσκυνητὰς δὲ μετανοίας, ἓξ κομβοσχοίνια. Οἱ δὲ δόκιμοι καὶ ῥασοφόροι, εἶναι διωρισμένον νὰ κάμνουν γονυκλισίας ἑκατόν, καὶ προσκυνητάς, τρία κομβοσχοίνια, λέγοντες εἰς κάθε μίαν, ὡς εἴπομεν, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με»· καὶ προσκυνοῦντες ἕως ἐδάφους τῆς γῆς.

Ὁ Κανόνας δὲ τῶν γονυκλισιῶν, ἤξευρε, ὅτι δὲν γίνεται τὴν Κυριακήν, κατὰ τὸν κʹ. Κανόνα τῆς πρώτης Συνόδου, καὶ τὸν ϟʹ. τῆς ἕκτης, καὶ τὸν ϟαʹ. τοῦ μεγάλου Βασιλείου, οὔτε τὴν Πεντηκοστὴν ὅλην, ἤγουν τὰς πεντήκοντα ἡμέρας, ὁποῦ εἶναι ἀναμεταξὺ τῆς Ἀναστάσεως, καὶ τῆς Πεντηκοστῆς, κατὰ τοὺς αὐτοὺς Κανόνας, καὶ κατὰ τὸν Ἅγιον Ἐπιφάνιον, καὶ τὸν Εἰρηναῖον, καὶ τὸν Αὐγουστῖνον (ἐπιστολῇ πρὸς Ἰανουάριον), καὶ τὸν Ἱερώνυμον, καὶ τὸν Ἀμβρόσιον, καὶ τὸν Ἀββᾶν Ἠσαΐαν, καὶ τὸν Ἅγιον Κάλλιστον. Κατὰ δὲ τὰ Τυπικά, αἱ γονυκλισίαι σχολάζουσι καὶ τὸ Σάββατον· οὐχ ἁμαρτάνει ὅμως, καὶ ὅποιος ἐν Σαββάτῳ γονυκλιτεῖ, καθότι τοῦτο ἀπὸ τοὺς Κανόνας δὲν ἐμποδίζεται, κατὰ τὸν βʹ. τοῦ Νικολάου. Αἱ προσκυνηταὶ ὅμως μετάνοιαι δὲν ἐμποδίζονται εἰς κανένα καιρόν. Ὅρα καὶ εἰς τὴν ηʹ. ὑπόθεσιν μετὰ τοὺς Κανόνας τοῦ Νηστευτοῦ.

Πῶς νὰ οἰκονομῇ τοὺς ἁμαρτήσαντας Ἱερωμένους. Ἐὰν ἐξομολογήσῃς κἀνένα Ἱερωμένον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔπραξε πορνείαν, ἢ μοιχείαν, ἢ κἀνένα ἄλλο κρυφὸν ἁμάρτημα καθαιρετικὸν τῆς Ἱερωσύνης· τοῦτον πρέπει νὰ ἐμποδίζῃς, Πνευματικέ, ὄχι μόνον ἀπὸ τὸ νὰ μὴ λειτουργῇ πλέον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ νὰ μὴν ἐνεργῇ Βάπτισμα, Στεφάνωμα, Πνευματικὴν διαγωγήν, Ἁγιασμούς, καὶ κάθε ἄλλην Ἱεροπραξίαν, καθὼς καὶ οἱ διακριτικώτεροι τοῦ Ἁγίου Ὄρους Πνευματικοὶ ἐμποδίζουν τοὺς τοιούτους ἀπὸ ὅλας τὰς Ἱεροπραξίας, ἀκολουθοῦντες τοὺς Κανόνας. Ἐὰν ὅμως αὐτοὶ δὲν στέρξουν νὰ ἀφεθοῦν ἀπὸ ὅλας τὰς Ἱεροπραξίας, τὸ ὀλιγώτερον ὀλιγώτερον πρέπει νὰ τοὺς ἐμποδίζῃς κἂν ἀπὸ τὴν Θείαν Λειτουργίαν. Ἐὰν δὲ μηδὲ τοῦτο στέργουν, ἐσὺ δὲν δύνασαι νὰ τοὺς βιάσῃς, οὔτε νὰ τοὺς δημοσιεύσῃς, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἀφίνῃς εἰς τὴν συνείδησίν τους, καὶ αὐτοὶ ἂς ὄψωνται διὰ τὴν ἀναξιότητά τους. Ὅρα καὶ τὸν ρμαʹ. τῆς ἐν Καρθαγένῃ.

Πῶς νὰ φέρεται μὲ τοὺς ἀσθενεῖς ὁ Πνευματικός. Ἐὰν ᾖναι τινὰς ἀσθενής, πρέπει, Πνευματικέ, νὰ τρέχῃς παρευθὺς εἰς ἐπίσκεψίν του, κἂν καὶ ᾖναι μεσονύκτιον, κἂν βρέχῃ, ἢ χιονίζῃ· καὶ ἀφ’ οὗ τὸν παρηγορήσῃς εἰς τὴν ἀσθένειάν του, λέγωντάς του ὅτι μὲ αὐτὴν ἔχει νὰ καθαρισθῇ ἀπὸ τὴν λέραν τῆς ἁμαρτίας, καθὼς τὸ χρυσάφι καθαρίζεται μὲ τὴν φωτίαν, τὸν παρακινεῖς προτήτερα ἀπὸ κάθε ἄλλην σωματικὴν ἰατρείαν, νὰ ἐξομολογηθῇ μὲ μίαν γενικὴν ἐξομολόγησιν ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν τῆς ζωῆς του· εἰ δὲ καὶ ὁ ἀσθενὴς ἐβουβάθη, παρευθὺς πρέπει νὰ σφίγγῃς τὸ χέρι του, ἢ νὰ τοῦ φωνάζῃς μεγάλα· ἕως ὁποῦ μὲ νεῦμα, ἢ ἄλλο κἀνένα σημάδι σοῦ δώσῃ νὰ καταλάβῃς, ὅτι θέλει νὰ ἐξομολογηθῇ· καὶ οὕτω νὰ τοῦ διαβάζῃς εὐχὴν συγχωρητικήν, καὶ νὰ τὸν κοινωνῇς τὰ Θεῖα Μυστήρια, διὰ νὰ μὴν τύχῃ καὶ ἀποθάνῃ ἀσυγχώρητος καὶ ἀκοινώνητος.

Μὴ λείπῃς δὲ ἀπὸ τὸ νὰ συχνοπηγαίνῃς εἰς αὐτὸν διὰ νὰ τὸν παρηγορῇς, καὶ νὰ τὸν στερεώνῃς εἰς τὸ νὰ ἐλπίζῃ εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἕως εἰς τὴν ὑστέρην του ἀναπνοήν, καὶ νὰ μὴν ἀπελπισθῇ· διατὶ εἰς τὴν ὥραν ἐκείνην μὲ ὑπερβολὴν πολεμεῖ ὁ διάβολος νὰ τὸν ῥίψῃ εἰς ἀπόγνωσιν· διὸ καὶ τότε ἔχει μεγάλην χρείαν ἀπὸ τὴν συμβουλὴν καὶ παρηγορίαν σου, τὴν ὁποίαν ἐὰν ἔχῃ, ἠμπορεῖ νὰ κερδήσῃ ἕνα κέρδος παντοτεινόν, καὶ μὴ ἔχοντάς την ἠμπορεῖ νὰ χάσῃ ἕνα παντοτεινὸν χάσιμον.

Ἀλλὰ περὶ τῆς ἐπισκέψεως τῶν ἀσθενῶν διάβαζε συχνάκις τὸ περὶ τῶν ἀσθενῶν νεοτύπωτον τοῦτο Ἐξομολογητάριον, καὶ θέλεις μάθει τὰ περὶ τούτων πλατύτερον.

Ὅτι πρέπει νὰ ἐξομολογῇ μὲ ἀργοπορίαν ὁ Πνευματικός. Ἐπάνω δὲ εἰς ὅλα σοῦ λέγομεν, Πνευματικέ, ὅτι ἂν θέλῃς νὰ γίνεται ἡ ἐξομολόγησίς σου καθὼς πρέπει, καὶ ἡ διόρθωσις τῶν ἁμαρτωλῶν κανονικὴ καὶ σωτήριος, πρέπει νὰ ἀργοπορῇς πολὺ εἰς τὴν ἐξομολόγησιν, καὶ τελείως νὰ μὴν βιάζεσαι, κἂν καὶ ᾖναι πολλοί, ὁποῦ σὲ προσμένουν ἔξω· μάλιστα δὲ πρέπει νὰ λέγῃς εἰς τοὺς μετανοοῦντας νὰ ἔρχωνται πρὸ ἡμερῶν νὰ ἐξομολογοῦνται, ὡς καὶ ἡμεῖς θέλομεν τοὺς συμβουλεύσει· διότι μὲ τὴν ἀργοπορίαν λαμβάνεις καιρὸν νὰ στοχάζεσαι καλῶς τὰ ἐπιτήδεια ἰατρικὰ τῆς διορθώσεως, ὁποῦ χρειάζεται ὁ κάθε ἁμαρτωλός. Διατὶ πολλοὶ Πνευματικοὶ πολλάκις βιασθέντες, καὶ μὴ ἔχοντες καιρὸν νὰ στοχασθοῦν καλῶς, ἀπώλεσαν πολλούς, ἀντὶ νὰ τοὺς διορθώσουν, καὶ συναπώλεσαν καὶ τὸν ἑαυτόν τους μαζῆ μὲ ἐκείνους, καὶ πικρῶς περὶ τούτου μέχρι θανάτου τους ἐμετανόησαν.

Ἤξευρε δέ, Πνευματικέ, ὅτι ἔχεις μέγα βοήθημα τὸ νὰ ἀκούῃς τὰς ἐξομολογήσεις τῶν ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα γυναικῶν, ἢ νέων, μὲ κλεισμένα μάτια, ὡς εἶδον πολλοὺς τοῦτο ποιοῦντας· διατὶ καὶ ὁ νοῦς συμμαζώνεται ἔτζι, καὶ κρίνει καλήτερα τὰ λεγόμενα· καὶ ἀπὸ τὸ σκάνδαλον τῶν ὁρωμένων προσώπων εὐκολώτερα ἠμπορεῖς νὰ γλυτώσῃς.