Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Σχόλια εἰς τοὺς ἀποστολικοὺς κανόνας

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Κανόνες Μ΄-Ν΄: Εκκλησιαστική περιουσία, κληρικά ήθη και βάπτισμα αιρετικών

Διατάξεις για τον διαχωρισμό και τη διαχείριση της επισκοπικής περιουσίας, την απαγόρευση της κυβείας και της τοκογλυφίας στους κληρικούς, καθώς και τον αυστηρό αποκλεισμό της πνευματικής επικοινωνίας με τους αιρετικούς και της αποδοχής του βαπτίσματός τους.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 6 από 9

ΚΑΝΩΝ Μʹ. «Ἔστω φανερὰ τὰ ἴδια τοῦ Ἐπισκόπου πράγματα, (εἴγε καὶ ἴδια ἔχοι) καὶ φανερὰ τὰ Κυριακά, ἵν’ ἐξουσίαν ἔχῃ, τὰ ἴδια, τελευτῶν ὁ Ἐπίσκοπος, οἷς βούλεται, καὶ ὡς βούλεται, καταλεῖψαι, καὶ μὴ προφάσει τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων διαπίπτειν τὰ τοῦ Ἐπισκόπου, ἐσθ’ ὅτε γυναῖκα, καὶ παῖδας κεκτημένου, ἢ συγγενεῖς, ἢ οἰκέτας. Δίκαιον γὰρ παρὰ Θεῷ, καὶ ἀνθρώποις, τό, μήτε τὴν Ἐκκλησίαν ζημίαν τινὰ ὑπομένειν ἀγνοίᾳ τῶν τοῦ Ἐπισκόπου πραγμάτων, μήτε τὸν Ἐπίσκοπον, ἢ τοὺς αὐτοῦ συγγενεῖς, προφάσει τῆς Ἐκκλησίας, δημεύεσθαι, ἢ καὶ εἰς πράγματα ἐμπίπτειν τοὺς αὐτῷ διαφέροντας, καὶ τὸν αὐτοῦ θάνατον δυσφημίαις περιβάλλεσθαι.»

Ἑρμηνεία. Οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι μὴ προτιμῶντες κᾀνένα πρᾶγμα περισσότερον ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην, ὁρίζουσιν εἰς τὸν Κανόνα τους τοῦτον, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι φανερά, τόσον τὰ πράγματα ὁποῦ ἔχει ὁ Ἐπίσκοπος ἰδικά του (ἂν καὶ ὅλως πρέπῃ νὰ ἔχῃ ἰδικά του, αὐτὸς ὁποῦ εἶναι νεκρὸς τῷ κόσμῳ, καὶ τοῖς τοῦ κόσμου πράγμασιν), εἴτε ἐκεῖνα ὁποῦ ἀπέκτησε προτοῦ νὰ γένῃ Ἐπίσκοπος, εἴτε ἐκεῖνα ὁποῦ ἦλθον εἰς αὐτὸν ἀπὸ κληρονομίαν, ἢ δωρεὰν τῶν συγγενῶν του. Τόσον, λέγω, πρέπει νὰ ἦναι φανερὰ τὰ πράγματα τοῦ Ἐπισκόπου, ὅσον καὶ τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ἐπισκοπῆς, ἢ τῆς Μητροπόλεως. Διὰ ποῖον τέλος; διὰ νὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν ὁ Ἐπίσκοπος, ὅταν ἀποθνήσκῃ, νὰ ἀφίνῃ τὰ ἰδικά του πράγματα εἰς ἐκείνους ὁποῦ θέλει, καὶ μὲ ὅ,τι λογῆς τρόπον θέλει, πλὴν νὰ τὰ ἀφίνῃ εἰς ὀρθόδοξα πρόσωπα, καὶ ὄχι εἰς αἱρετικά, καὶ διὰ νὰ μὴ χάνωνται ἐξ αἰτίας τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας, τὰ πράγματα τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος ἐνδέχεται μερικαῖς φοραῖς νὰ ἔχῃ γυναῖκα (καὶ ὅρα τὸν εʹ. Ἀποστολικὸν) καὶ τέκνα, ἢ συγγενεῖς, ἢ δούλους πτωχούς.

Ἐπειδὴ δίκαιον εἶναι, καὶ κοντὰ εἰς τὸν Θεόν, καὶ κοντὰ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, μήτε ἡ Ἐκκλησία νὰ ζημιώνηται εἰς τὰ ἰδικά της πράγματα ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς, ἢ τοὺς δανειστὰς τυχὸν τοῦ Ἐπισκόπου, μὲ τὸ νὰ μὴ ᾖναι ξεχωριστὰ τὰ πράγματα ἐκείνου, ἀλλὰ ἀνακατωμένα μὲ τὰ τῆς Ἐκκλησίας πράγματα, μήτε ὁ Ἐπίσκοπος, ἢ οἱ τοῦ Ἐπισκόπου συγγενεῖς νὰ ὑστεροῦνται τὰ ἀνήκοντα εἰς αὐτοὺς πράγματα, μὲ τὸ νὰ ᾖναι ἀνακατωμένα μὲ αὐτὰ τῆς Ἐκκλησίας τὰ πράγματα. Ἀλλὰ μήτε εἶναι δίκαιον, οἱ συγγενεῖς καὶ κληρονόμοι τοῦ Ἐπισκόπου νὰ πίπτουν εἰς πειρασμούς, καὶ λόγια πολλὰ καὶ κριτήρια, διὰ νὰ χωρίσουν ἀπὸ τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας τὰ ἐκείνου πράγματα, καὶ ἐξ αἰτίας τούτων ἁπάντων, νὰ βλασφημῆται ἡ μνήμη τοῦ ἀποθανόντος Ἐπισκόπου, ἀντὶ νὰ μακαρίζεται. Λοιπὸν διὰ νὰ λείπουν ὅλαι αὐταὶ αἱ λογοτριβαί, πρέπει ὁ Ἐπίσκοπος νὰ ἔχῃ κατάστοιχον καθαρὸν τῶν ἰδικῶν του πραγμάτων, καὶ κατὰ τὸ κατάστοιχον αὐτό, νὰ κάμνῃ διαθήκην εἰς τὸν θάνατόν του, καὶ νὰ ἀφίνῃ, ὡς εἴπομεν, τὴν περιουσίαν του εἰς ἐκείνους ὁποῦ θέλει. «(

Πλὴν ἐκεῖνοι ὁποῦ κληρονομήσουν τὸν Ἐπίσκοπον, ἐκεῖνοι πρέπει καὶ νὰ πληρώσουν, ἂν ἔχῃ χρέος·) εἰ δὲ καὶ ὁ Ἐπίσκοπος, ἢ καὶ κάθε ἄλλος Κληρικός, ἢ καὶ Διακόνισσα, ἤθελεν ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ κάμῃ διαθήκην τῶν ἰδίων του πραγμάτων, καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ νομίμους κληρονόμους, τὰ πράγματα τούτων κληρονομεῖ ἡ Ἐκκλησία ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο χειροτονημένοι, κατὰ τὸ νομικὸν τοῦ Φωτίου τίτλ. ιʹ. κεφ. εʹ. διατάξει γʹ. τοῦ βʹ. τίτλ. τῶν Νεαρῶν.»

Συμφωνία. «Τοῦτον τὸν Ἀποστολικὸν ἐκτιθεμένη ἐν τῷ κδʹ. Κανόνι αὐτῆς ἡ ἐν Ἀντιοχείᾳ, τὰ αὐτὰ διορίζεται. Ὁ δὲ κβʹ. τῆς δʹ. δὲν εἶναι συγκεχωρημένον, λέγει, οἱ Κληρικοὶ νὰ διαρπάζωσι τὰ πράγματα τοῦ Ἐπισκόπου μετὰ τὸν θάνατόν του, καθὼς καὶ ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς Κανόνας (δῆλον δὲ ὅτι, τὸν παρόντα Ἀποστολικόν, καὶ τὸν τῆς Ἀντιοχείας) τοῦτο ἐμποδίσθη· εἴτε μή, νὰ κινδυνεύουν νὰ χάνουν τοὺς βαθμούς των. Ὁ δὲ λεʹ. τῆς ϛʹ. λέγει, ὅτι οὐδὲ ὁ Μητροπολίτης ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ πάρῃ τὰ πράγματα τοῦ Ἐπισκόπου τοῦ ἀποθανόντος, ἀλλ’ οἱ Κληρικοὶ τῆς Ἐπισκοπῆς πρέπει νὰ τὰ φυλάττωσιν, ἕως νὰ γένῃ νέος Ἐπίσκοπος διὰ νὰ τὰ δώσουν εἰς αὐτόν.

Εἰ δὲ Κληρικοί, κατὰ τύχην, δὲν ἔμειναν εἰς τὴν Ἐπισκοπήν, νὰ τὰ φυλάττῃ καὶ ὁ Μητροπολίτης σῶα, ἕως νὰ τὰ δώσῃ εἰς τὸν μέλλοντα χειροτονηθῆναι.»

ΚΑΝΩΝ ΜΑʹ. «Προστάσσομεν τὸν Ἐπίσκοπον ἐξουσίαν ἔχειν τῶν τῆς Ἐκκλησίας πραγμάτων. Εἰ γὰρ τὰς τιμίας τῶν ἀνθρώπων ψυχὰς αὐτῷ πιστευτέον, πολλοῦ ἂν δέῃ περὶ τῶν χρημάτων ἐντέλλεσθαι, ὥστε κατὰ τὴν αὐτοῦ ἐξουσίαν πάντα διοικεῖσθαι, καὶ τοῖς δεομένοις διὰ τῶν Πρεσβυτέρων καὶ Διακόνων ἐπιχορηγεῖσθαι μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ πάσης εὐλαβείας, μεταλαμβάνειν δὲ καὶ αὐτὸν τῶν δεόντων (εἴγε δέοιτο) εἰς τὰς ἀναγκαίας αὐτοῦ χρείας, καὶ τῶν ἐπιξενουμένων ἀδελφῶν, ὡς κατὰ μηδένα τρόπον αὐτοὺς ὑστερεῖσθαι.

Ὁ γὰρ νόμος τοῦ Θεοῦ διετάξατο, τοὺς τῷ θυσιαστηρίῳ προσεδρεύοντας ἐκ τοῦ θυσιαστηρίου τρέφεσθαι. Ἐπείπερ οὐδὲ στρατιώτης ποτὲ ἰδίοις ὀψωνίοις ὅπλα κατὰ πολεμίων ἐπιφέρεται.»

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος ὁ Κανὼν παρομοίως μὲ τὸν ληʹ. Κανόνα δίδει εἰς τὸν Ἐπίσκοπον τὴν ἐξουσίαν ὅλην τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, λέγων· Προστάζομεν ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος νὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Διότι, ἀνίσως ἐμπιστεύωμεν εἰς αὐτὸν τὰς τιμίας ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων ὅλος ὁ κόσμος δὲν εἶναι ἀντάξιος, πολὺ ὑστερούμεθα, ἤτοι, δὲν χρειάζεται νὰ παραγγέλλωμεν, ὅτι ὅλα τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἄσπρα καὶ πράγματα, πρέπει νὰ διοικῶνται κατὰ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, καὶ νὰ μοιράζωνται εἰς τοὺς πτωχούς, καὶ πένητας μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ πάσης εὐλαβείας, διὰ μέσου τῶν Πρεσβυτέρων καὶ Διακόνων. Καὶ διὰ τί νὰ διοικῶνται ταῦτα καὶ νὰ μοιράζωνται μὲ τὸ μέσον τούτων; διὰ νὰ φυλάττῃ τὸν ἑαυτόν του ὁ Ἐπίσκοπος ἀνώτερον ἀπὸ κάθε ὑποψίαν, καὶ κατηγορίαν, ὡς ὅτι τάχα αὐτὸς μόνος τὰ κατατρώγει, καὶ κακῶς τὰ οἰκονομεῖ. «Ἐπειδὴ καὶ πρέπει νὰ προνοῆται καλά, οὐ μόνον ἐνώπιον Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον ἀνθρώπων, καθὼς καὶ ὁ Παροιμιαστὴς εἶπε πρότερον, καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὕστερον, καὶ νὰ φυλάττῃ τὸν ἑαυτόν του ἀπρόσκοπον εἰς ὅλους, καὶ ἀνεπίληπτον εἰς τὰ πάντα.» Πλήν, καὶ ὁ Ἐπίσκοπος, λέγει, πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ ἀπὸ τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας τὰ ἔξοδα, τόσον διὰ τὰς ἀναγκαίας χρείας τὰς ἰδικάς του, (ἐὰν δὲν ἔχῃ ἰδικά του δηλ.

ἀλλ’ εἶναι πτωχός,) ὅσον καὶ διὰ τὰς χρείας ὅλων τῶν ξένων ἀδελφῶν, ὁποῦ ἤθελαν ἔλθῃ εἰς αὐτόν, ὥστε ὁποῦ, κατ’ οὐδένα τρόπον, οὔτε αὐτός, οὔτε οἱ ξένοι νὰ ὑστεροῦνται τῶν ἀναγκαίων. Διότι καὶ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἐπρόσταξε νὰ τρέφωνται ἀπὸ τὸ θυσιαστήριον, ἤτοι ἀπὸ τὰς θυσίας τὰς προσφερομένας εἰς τὸ θυσιαστήριον, οἱ εἰς τὸ θυσιαστήριον παραστέκοντες καὶ θυσιάζοντες ἱερεῖς, καὶ κᾀνένας ποτὲ στρατιώτης δὲν ἀσηκόνει ἅρματα κατὰ τῶν ἐχθρῶν: ἤτοι δὲν πηγαίνει εἰς τὸν πόλεμον μὲ ἰδικά του ἔξοδα. Ὅρα δέ, ὅτι λέγει ὁ Κανών, πῶς πρέπει οἱ Ἀρχιερεῖς νὰ ἐξοδεύουν ἀπὸ τὰ σητερέσια τῆς Ἐκκλησίας μόνον εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας των, καὶ ὄχι εἰς τὰ περιττά, καὶ εἰς τρυφάς, καὶ ξεφαντώματα, καὶ πῶς πρέπει νὰ ᾖναι φιλόξενοι, φιλόπτωχοι, καθὼς ὁ μακάριος Παῦλος παραγγέλλει εἰς τὸν Τῖτον καὶ τὸν Τιμόθεον νὰ ᾖναι οἱ Ἀρχιερεῖς.

Συμφωνία. «Συμφώνως δὲ μὲ τὸν παρόντα Ἀποστολικὸν διορίζεται καὶ ὁ ιαʹ. τοῦ Θεοφίλου λέγων, ὅτι, αἱ χῆραι καὶ οἱ πένητες, καὶ οἱ ξένοι, πρέπει νὰ λαμβάνουν κάθε ἀνάπαυσιν ἀπὸ τὰ τῆς Ἐκκλησίας πράγματα, καὶ κἀνεὶς Ἐπίσκοπος νὰ μὴ οἰκειοποιῆται αὐτά. Ὅρα καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ληʹ. Ἀποστολικοῦ.»

ΚΑΝΩΝ ΜΒʹ. «Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, κύβοις σχολάζων, καὶ μέθαις, ἢ παυσάσθω, ἢ καθαιρείσθω.»

Ἑρμηνεία. Οἱ ἱερωμένοι πρέπει νὰ ᾖναι ἔμπροσθεν εἰς ὅλους ζωντανὸν παράδειγμα καὶ εἰκὼν κάθε εὐταξίας καὶ ἀρετῆς, καὶ παρακίνησις πρὸς κάθε ἀγαθοεργίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς παραστρατίζουσιν ἀπὸ τὸ καλὸν καὶ τὴν ἀρετήν, καὶ καταγίνονται εἰς κύβους, ἤτοι ἀζάρια, (κοντὰ εἰς αὐτὰ ἐννοοῦνται, καὶ τὰ χαρτία, καὶ ἄλλα παιγνίδια), ἀλλὰ καὶ εἰς μέθαις καὶ φαγοπότια.

Διὰ τοῦτο ὁ παρὼν Ἀποστολικὸς Κανὼν διορίζει, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος καταγίνεται εἰς τὰ τοιαῦτα ἄσεμνα ἔργα, ἢ νὰ παύσῃ ἀπὸ αὐτά, ἢ νὰ καθαίρεται ἀπὸ τὴν ἱερωσύνην.

Συμφωνία. «Παρομοίως καὶ ὁ μγʹ. τῶν Ἀποστόλων Κανὼν διορίζεται, ὅτι οἱ Κληρικοὶ ἐκεῖνοι, ἀλλὰ δὴ καὶ οἱ λαϊκοί, ὁποῦ καταγίνονται εἰς μέθας καὶ ἀζάρια, ἢ νὰ παύουν, ἢ νὰ ἀφορίζωνται. Ὄχι μόνον δὲ ἐμποδίζονται οἱ Κληρικοὶ νὰ μὴ μεθοῦν, ἀλλ’ οὔτε ὅλως νὰ ἐμπαίνουν εἰς καπηλεῖον νὰ τρώγουν, κατὰ τὸν νδʹ. τῶν Ἀποστόλων, καὶ τὸν θʹ. τῆς ϛʹ. καὶ τὸν μζʹ. Καρθαγένης, καὶ τὸν κδʹ. Λαοδικείας, ἀλλ’ οὐδὲ ὅλως νὰ ἔχουν ἐργαστήριον καπηλείου, κατὰ τὸν αὐτὸν θʹ. τῆς ϛʹ. καὶ ὅλοι δὲ οἱ Κληρικοί, καὶ οἱ λαϊκοὶ Χριστιανοί, εἶναι ἐμποδισμένοι ἀπὸ τὸν νʹ. Κανόνα τῆς οἰκουμενικῆς ϛʹ. συνόδου, νὰ μὴ παίζουσιν ἀζάρια, ἢ χαρτία, ἢ ἄλλα παιγνίδια. Εἰ δὲ καὶ ἤθελαν φανερωθοῦν τοιαῦτα παίζοντες, οἱ μὲν Κληρικοὶ νὰ καθαίρωνται, οἱ δὲ λαϊκοὶ νὰ ἀφορίζωνται. Πρὸς τούτοις ὁ νεʹ. τῆς Λαοδικείας διορίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμνωσι συμπόσια μὲ συμφωνίαν, καὶ μὲ ῥεφενέδες πολλῶν ἐνταυτῷ, οὔτε οἱ ἱερωμένοι οὔτε οἱ Κληρικοί, ἀλλ’ οὔτε οἱ λαϊκοί. Ὁ δὲ ξθʹ. τῆς Καρθαγέν. προστάζει νὰ παύσουν οἱ Χριστιανοὶ ἀπὸ τοῦ νὰ κάμνουν συμπόσια καὶ χορούς, καὶ παιγνίδια εἰς τὰς μνήμας καὶ ἑορτὰς τῶν μαρτύρων, καὶ τῶν λοιπῶν ἁγίων, ὡσὰν ὁποῦ εἶναι ταῦτα ἴδια τῶν Ἑλλήνων, καὶ τῆς ἐκείνων πλάνης καὶ ἀθεότητος.

Ἀλλ’ οὐδὲ πρέπει οἱ Χριστιανοὶ νὰ τρώγουν καὶ νὰ πίνουν μὲ μουσικὰ ὄργανα, καὶ μὲ πορνικὰ καὶ δαιμονιώδη τραγούδια, κατὰ τὸν κβʹ. τῆς οἰκουμενικῆς ζʹ. συνόδου. Τὸ δὲ νομικὸν τοῦ Φωτίου τίτλ. θʹ. κεφ. κζʹ. λέγει, ὅτι ἡ λδʹ. διάταξις τοῦ δʹ. τίτλ. τοῦ αʹ. βίβλ. τοῦ Κώδηκος θεσπίζει·

Ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Κληρικὸς παίζει τοὺς κύβους, ἢ ἄλλα τοιαῦτα παιγνίδια, ἢ συγκοινωνεῖ μὲ ἐκείνους ὁποῦ τὰ παίζουν, ἢ κάθηται κοντά τους καὶ βλέπει ὅταν τὰ παίζουν, νὰ ἀφορίζηται ἀπὸ κάθε ἱερὰν λειτουργίαν, καὶ νὰ χάνῃ τὸ σιτηρέσιον ὁποῦ πέρνει ἀπὸ τὴν Ἐπισκοπήν, ἢ τὸν κλῆρόν του, ἕως οὗ νὰ μετανοήσῃ εἰς τόσον διωρισμένον καιρόν. Εἰ δὲ καὶ ἤθελεν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν κακίαν του καὶ μετὰ τὸν καιρὸν ὁποῦ τοῦ δοθῇ εἰς μετάνοιαν, τελείως νὰ διώκηται ἀπὸ τὸν κλῆρον μὲ τὴν περιουσίαν του, καὶ νὰ γίνηται βουλευτής: ἤτοι κοσμικὸς ὀφφικιάλος τῆς πολιτείας ἐκείνης, ὁποῦ ἦτο κληρικός. Αὐτὰ δὲ τὰ ἴδια νὰ παθαίνουσι καὶ οἱ Κληρικοὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ θεωροῦσι κυνήγια καὶ ἄλλα θέατρα. Εἶναι ὅμως ἄδεια εἰς τὸν Ἐπίσκοπον, ὅταν ἰδῇ τὴν πρόθυμον μετάνοιαν τοῦ παίζοντος Κληρικοῦ, νὰ ὀλιγοστεύῃ ἀναλόγως τὸν καιρὸν τοῦ ἐπιτιμίου τῆς ἀργίας, καὶ ὀγληγορώτερα νὰ τοῦ δίδῃ τὴν ἄδειαν νὰ ἱερουργῇ, κατὰ τὸ λθʹ. τοῦ αὐτοῦ τίτλ. διατάξ. βʹ. τοῦ αʹ. τίτλ. τῶν Νεαρῶν: ἡ δὲ ρκγʹ. Ἰουστιάνειος Νεαρά, κατὰ τὸν Ἀρμενόπουλον, προστάζει νὰ ἀφορίζωνται οἱ μέθαις καὶ κύβοις σχολάζοντες Κληρικοί, καὶ νὰ ἐγκλείωνται μέσα εἰς Μοναστήριον· ὅρα καὶ τὸν κδʹ. τῆς ϛʹ.»

ΚΑΝΩΝ ΜΓʹ. «Ὑποδιάκονος, ἢ Ἀναγνώστης, ἢ Ψάλτης, τὰ ὅμοια ποιῶν, ἢ παυσάσθω, ἢ ἀφοριζέσθω. Ὡσαύτως καὶ Λαϊκός.»

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος ὁ Κανὼν διατάσσεται, ὅτι, ὅποιος Ὑποδιάκονος ἢ Ἀναγνώστης ἢ Ψάλτης κάμνει τὰ ὅμοια, ὁποῦ ἐμποδίζει ὁ ἀνωτέρω μβʹ. Κανών, ἤτοι παίζει ἀζάρια, ἢ χαρτία, ἢ ἄλλα παιγνίδια, καὶ καταγίνεται εἰς μέθας καὶ φαγοπότια, ἢ νὰ παύῃ ἀπὸ τὰ τοιαῦτα ἄσεμνα ἔργα, ἢ μὴ παύων, νὰ ἀφορίζηται. Ὁμοίως καὶ οἱ λαϊκοὶ ὁποῦ εἰς αὐτὰ τὰ ἴδια καταγίνονται, ἢ νὰ παύουν ἀπὸ αὐτά, ἢ νὰ ἀφορίζωνται ἀπὸ τὴν σύναξιν τῶν πιστῶν. Ὅρα καὶ τὸν προλαβόντα μβʹ.

Κανόνα.

ΚΑΝΩΝ ΜΔʹ. «Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, τόκους ἀπαιτῶν τοὺς δανειζομένους, ἢ παυσάσθω, ἢ καθαιρείσθω.»

Ἑρμηνεία. «Τὸ νὰ δανείζῃ τινὰς τὸ ἀργύριόν του μὲ διάφορον, εἶναι ἐμποδισμένον καὶ ἀπὸ τὸν παλαιὸν Νόμον. Λέγει γὰρ ὁ Θεὸς ἐν τῷ Δευτερονομίῳ οὐκ ἐκτοκιεῖς τῷ ἀδελφῷ σου τόκον ἀργυρίου, καὶ τόκον βρωμάτων, καὶ τόκον παντὸς πράγματος. Καὶ ὁ Δαβὶδ ἐπαινῶντας τὸν δίκαιον, κοντὰ εἰς τὰς ἄλλας του ἀρετὰς καὶ ταύτην προσαριθμεῖ, λέγων· τὸ ἀργύριον αὐτοῦ οὐκ ἔδωκεν ἐπὶ τόκῳ.» Εἰ δὲ τοῦτο ἦτον ἐμποδισμένον κοντὰ εἰς τοὺς Ἰουδαίους, πολλῷ μᾶλλον εἶναι ἐμποδισμένον τώρα κοντὰ εἰς ἡμᾶς τοὺς Χριστιανούς; μεῖζον γὰρ τοῦ ἱεροῦ ᾧδε. Εἰ δὲ ἀπὸ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς τοῦτο ἀπηγόρευται, πόσῳ μᾶλλον ἀπὸ τοὺς ἱερωμένους καὶ Κληρικούς, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ᾖναι τύπος καὶ παράδειγμα παντὸς καλοῦ; καὶ μάλιστα ἀπὸ τοὺς ἀσκητάς, καὶ ἐρημίτας, τοὺς ἐσταυρωμένους τῷ κόσμῳ; ἀσκητὴς καὶ τοκιστής, ἀπαράδεκτον τοῖς ὅλοις κατὰ ἀλήθειαν εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἀκοήν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν καὶ ὁ παρὼν Ἀποστολικὸς Κανὼν διορίζει· ὅτι, ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, δανείζωντας τὰ ἄσπρα του, ζητεῖ ἀπὸ τοὺς χρεωφειλέτας διάφορον, ἢ νὰ παύσῃ ἀπὸ τὴν τοιαύτην αἰσχροκέρδειαν, ἢ νὰ καθαίρεται. Παρομοίως, ἐντεῦθεν πρέπει καὶ οἱ Μοναχοὶ νὰ δέχωνται τὰ ἁρμόδια αὐτοῖς ἐπιτίμια, ἤγουν ἀφορισμόν, καὶ ἀκοινωνησίαν, μὲ στερεὰν ὑπόσχεσιν, ὅτι νὰ ἀπέχουν εἰς τὸ ἑξῆς ἀπὸ τὴν φανερὰν καὶ ἀξιοκατάκριτον παρανομίαν ταύτην.

Συμφωνία. «Τοῦτο τὸ ἴδιον προστάσσουσι καὶ ὁ ιʹ. τῆς ϛʹ. καὶ ὁ δʹ. τῆς ἐν Λαοδικείᾳ, ἐμποδίζοντες τοὺς ἱερωμένους νὰ μὴ πέρνουσιν, οὔτε εἰς τὰ ἑκατὸν δώδεκα γρόσια τὸν χρόνον παράνω διάφορον, πρὸς ἕνα γρόσι δηλαδὴ τὸν κάθε μῆνα, οὔτε τὸ ἥμισυ τούτων: ἤτοι οὔτε ἓξ εἰς τὰ ἑκατόν. Ὁ δὲ ιζʹ. τῆς αʹ. ὄχι μόνον τοὺς ἱερωμένους ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν τοιαύτην πλεονεξίαν καὶ αἰσχροκέρδειαν, ἀλλὰ καὶ ὅλους ἁπλῶς τοὺς κανονικούς, ἤτοι τοὺς Κληρικούς. Ὁ δὲ εʹ. τῆς Καρθαγ. πηγαίνωντας παρεμπρός, ἐμποδίζει τοὺς λαϊκούς, καὶ πολλῷ μᾶλλον τοὺς Κληρικούς, ὄχι μόνον ἀπὸ ἄσπρα νὰ μὴ πέρνουσι διάφορον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κάθε οἱονδήποτε πρᾶγμα, διατί, ἂν (κατὰ τὴν Νεαρὰν Λέοντος, Ἁρμενόπ. βιβλ. γʹ. τίτλ. ζʹ.) οἱ Κληρικοὶ δὲν συγχωροῦνται νὰ καταγίνωνται εἰς πράγματα βιωτικά, πάρεξ εἰς τὰ Ἐκκλησιαστικά, πῶς θέλουν συγχωρηθῇ νὰ πέρνουν διάφορον; Ὁ δὲ κʹ. τῆς αὐτῆς Καρθαγένης λέγει, ὁ Κληρικὸς ὅσα ἄσπρα δανείσῃ, τόσα νὰ πέρνῃ, καὶ ὅ,τι ἄλλο εἶδος δώσῃ, ἐκεῖνο μόνον νὰ λαμβάνῃ. Ὁ δὲ Νικηφόρος ὁ ὁμολογητὴς προστάζει ἐν τῷ κθʹ. αὐτοῦ Κανόνι νὰ μὴ μεταλαμβάνουσιν οἱ ἱερεῖς τοὺς Κληρικούς, ἢ τοὺς λαϊκοὺς ἐκείνους, ὁποῦ δὲν παύουσιν ἀπὸ τὸ νὰ λαμβάνωσι διάφορα, ἀλλ’ οὔτε ὅλως νὰ συντρώγῃ τινὰς μὲ αὐτούς. Λέγει δὲ καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος (ὁμιλ. μαʹ.

εἰς τὴν γένεσιν) προτιθέμενος τὸ τοῦ νόμου ἐκεῖνο, Οὐκ ἐκτοκιεῖς τῷ ἀδελφῷ σου καὶ τῷ πλησίον σου. Ποίαν ἀπολογίαν ἔχομεν νὰ δώσωμεν ἡμεῖς οἱ Χριστιανοί, ὁποῦ γινόμεθα καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς Ἰουδαίους ὠμότεροι; καὶ ὁποῦ εὑρισκόμεθα κατώτεροι, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν χειρότερα ἀπὸ τοὺς ἐν τῷ Νόμῳ Ἑβραίους, ὕστερα ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ τὴν ἔνσαρκον οἰκονομίαν τοῦ Δεσπότου τῶν ὅλων; ἐπειδὴ ἐκεῖνοι μὲν διάφορον δὲν ἔπερναν ἀπὸ τοὺς ὁμοπίστους των Ἰουδαίους, ἡμεῖς δὲ ἀποτολμῶμεν νὰ πέρνωμεν διάφορα καὶ τόκους ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μας Χριστιανούς.

Ὅρα δὲ καὶ τί λέγει ὁ μέγας Βασίλειος ἑρμηνεύωντας τοῦ ιδʹ. ψαλμοῦ τὸ ῥητὸν ἐκεῖνο τὸ λέγον· Τὸ ἀργύριον αὐτοῦ οὐκ ἔδωκεν ἐπὶ τόκῳ. Ὅπου, κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα καὶ ταῦτα λέγει. Ἀπάνθρωπον μὲ ὑπερβολὴν εἶναι τῇ ἀληθείᾳ τὸ πρᾶγμα τοῦτο, ὁ μὲν πένης καὶ πτωχὸς νὰ δανείζηται ἀπὸ τὸν πλούσιον, διὰ νὰ παρηγορήσῃ τὴν δυστυχίαν του, ὁ δὲ πλούσιος νὰ μὴ ἀρκῆται εἰς τὸ κεφάλαιον, ἀλλὰ νὰ ζητῇ νὰ συνάξῃ κέρδη καὶ διάφορα ἀπὸ τὴν δυστυχίαν τοῦ πτωχοῦ. Τόκος δέ, ἤτοι γέννα, ὠνομάσθη τὸ διάφορον τῶν ἄσπρων, διὰ τὴν πολλὴν γονιμότητα τοῦ κακοῦ, ἐπειδὴ τῶν τοκογλύφων καὶ τοκιστῶν τὰ ἄσπρα, εἰς τὸν αὐτὸν καιρὸν ὁποῦ δανείζονται, εἰς τὸν αὐτὸν καὶ γεννῶνται, καὶ ἄλλα ἤδη ἕτοιμα εἶναι νὰ γεννηθοῦν.

Ἢ τάχα, διὰ τοῦτο ὠνομάσθη τὸ διάφορον τόκος καὶ γέννα, διατὶ φυσικὰ προξενεῖ λύπας καὶ κοιλοπονήματα εἰς τοὺς χρεωφειλέτας. Καὶ καθὼς εἶναι λυπηρὸν πρᾶγμα εἰς τὴν ἐγκαστρωμένην γυναῖκα οἱ πόνοι τῆς γέννας: ἔτσι καὶ εἰς τὸν χρεωφειλέτην εἶναι λυπηρὸν ὅταν ἔλθῃ ἡ διορία τοῦ καιροῦ διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ διάφορον. Ἐν δὲ τῷ ιδʹ. αὐτοῦ Κανόνι λέγει, ἐκεῖνος ὁποῦ πέρνει διάφορα, ἐὰν θελήσῃ νὰ μοιράσῃ εἰς πτωχοὺς τὸ ἄδικον αὐτὸ κέρδος, καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἀφήσῃ τὴν φιλαργυρίαν, ἠμπορεῖ νὰ γένῃ ἱερεύς. Ἀνάγνωθι καὶ τὸ ιηʹ. κεφ. Ἰεζεκιήλ, ὅπου, ἐκεῖνος μὲν ὁποῦ, κοντὰ εἰς τὰς ἄλλας του ἀρετὰς ἀκόμη καὶ τὸ ἀργύριον αὐτοῦ ἐπὶ τόκῳ οὐ δώσει, καὶ πλεονασμὸν οὐ λήψεται, κρίνεται ἄξιος διὰ νὰ ζῇ. Ἐκεῖνος δὲ ὁποῦ, κοντὰ εἰς τὰς ἄλλας του κακίας, καὶ μετὰ τόκου δανείζει, ἄξιος θανάτου κρίνεται. Τὸ δὲ ϛʹ. κεφ. τοῦ δʹ. βιβλ. τῶν Ἀποστολικῶν διαταγμάτων προστάζει τοὺς ἱερεῖς, νὰ μὴ δέχωνται, οὔτε τὰς προσφορὰς καὶ καρποφορίας τῶν λαμβανόντων διάφορα.»

ΚΑΝΩΝ ΜΕʹ. «Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος, μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς Κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω.»

Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος ἤθελε συμπροσευχηθῇ μοναχά, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ συλλειτουργήσῃ μὲ αἱρετικοὺς ἂς ἀφορίζηται. Ἐπειδὴ ὅποιος μὲ τοὺς ἀφωρισμένους συμπροσεύχηται (καθὼς τοιοῦτοι εἶναι οἱ αἱρετικοὶ), πρέπει νὰ συναφορίζηται καὶ αὐτός, κατὰ τὸν ιʹ. τῶν αὐτῶν Ἀποστόλων. Εἰ δὲ καὶ ἐσυγχώρησεν εἰς τοὺς αἱρετικοὺς αὐτοὺς νὰ ἐνεργήσουν κᾀνένα λειτούργημα, ὡσὰν Κληρικοί, ἂς καθαίρηται, ἐπειδὴ ὅποιος Κληρικὸς συλλειτουργήσει μὲ καθῃρημένους (καθὼς τοιοῦτοι εἶναι καὶ οἱ αἱρετικοί, κατὰ τὸν βʹ. καὶ δʹ. τῆς γʹ.) συγκαθαιρεῖται καὶ αὐτός, κατὰ τὸν ιαʹ. τῶν Ἀποστόλων. Πρέπει γὰρ τοὺς αἱρετικοὺς νὰ μισοῦμεν καὶ νὰ ἀποστρεφώμεθα, ἀλλ’ ὄχι ποτὲ καὶ νὰ συμπροσευχώμεθα μὲ αὐτοὺς ἢ νὰ συγχωροῦμεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐνεργήσουν τι Ἐκκλησιαστικὸν λειτούργημα, ἢ ὡς Κληρικοί, ἢ ὡς ἱερεῖς.

Συμφωνία. Ὁ δὲ ξεʹ. Ἀποστολικὸς λέγει, ὅτι ὅποιος ἐμβῇ εἰς συναγωγὴν αἱρετικῶν διὰ νὰ προσευχηθῇ, Κληρικὸς μὲν ὤν, ἂς καθαίρηται, Λαϊκὸς δέ, ἂς ἀφορίζηται. Ἡ δὲ ἐν Λαοδικείᾳ, κατὰ μὲν τὸν ϛʹ. αὐτῆς, δὲν συγχωρεῖ νὰ ἐμβαίνουν οἱ αἱρετικοὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, κατὰ δὲ τὸν λβʹ. «δὲν πρέπει, λέγει νὰ λαμβάνῃ τινὰς τὰς παρὰ τῶν αἱρετικῶν εὐλογίας, ᾑ ὁποίαις εἶναι ἀλογίαις, καὶ ὄχι εὐλογίαις, ἀλλ’ οὐδὲ πρέπει νὰ συμπροσεύχηταί τινας μὲ αἱρετικοὺς ἢ σχισματικοὺς κατὰ τὸν λγʹ. τῆς αὐτῆς. Ὁ δὲ λδʹ. ἀναθεματίζει τοὺς ἀφίνοντας τοὺς μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ καὶ πορευομένους εἰς τοὺς ψευδομάρτυρας τῶν αἱρετικῶν. Ὁ δὲ θʹ. Τιμοθέου δὲν συγχωρεῖ νὰ στέκωνται παρόντες αἱρετικοὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς θείας λειτουργίας, ἔξω μόνον ἂν ὑπόσχωνται νὰ μετανοήσουν, καὶ νὰ ἀφήσουν τὴν αἵρεσιν. Ἀλλὰ καὶ ὁ θʹ. τῆς ἐν Λαοδικείᾳ ἀφορίζει τοὺς Χριστιανοὺς ὁποῦ πηγαίνουν εἰς τὰ κοιμητήρια, ἢ μαρτύρια τῶν αἱρετικῶν διὰ νὰ προσευχηθοῦν, ἢ χάριν ἰατρείας τῶν ἀσθενῶν αὐτῶν. Ἀλλ’ οὔτε πρέπει νὰ συνεορτάζῃ κᾀνεὶς Χριστιανὸς μὲ τοὺς αἱρετικούς, οὔτε νὰ δέχηται τὰ παρ’ αὐτῶν πεμπόμενα εἰς αὐτὸν δῶρα τῆς ἑορτῆς των, κατὰ τὸν λζʹ. τῆς αὐτῆς ἐν Λαοδικείᾳ.»

ΚΑΝΩΝ ΜΣΤʹ. «Ἐπίσκοπον, ἢ Πρεσβύτερον αἱρετικῶν, δεξαμένους Βάπτισμα, ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν, τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς βελίαρ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;»

Ἑρμηνεία. Οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἀποστρέφωνται τοὺς αἱρετικούς, καὶ τὰς τῶν αἱρετικῶν τελετάς. Μᾶλλον δὲ αὐτοί, οἱ αἱρετικοὶ δηλ. πρέπει νὰ ἐλέγχωνται καὶ νὰ νουθετῶνται ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ Πρεσβυτέρους, μήπως ἤθελαν καταλάβουν καὶ ἐπιστρέψουν ἀπὸ τὴν πλάνην των.

Διὰ τοῦτο ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει ὅτι, ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος ἤθελεν ἀποδεχθῇ ὡς ὀρθὸν καὶ ἀληθινὸν τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν ἢ τὴν παρ’ αὐτῶν προσαγομένην θυσίαν, ὁ τοιοῦτος, προστάζομεν νὰ καθαιρεθῇ. Ἐπειδὴ ποίαν συμφωνίαν ἔχει ὁ Χριστὸς μὲ τὸν διάβολον; ἢ ποίαν μερίδα ἔχει ὁ πιστὸς μὲ τὸν ἄπιστον; Διότι ἐκεῖνοι ὀποῦ δέχονται τὰ παρὰ τῶν αἱρετικῶν, ἢ τὰ ὅμοια φρονήματα ἐκείνων ἔχουσι καὶ αὐτοί, ἢ τὸ ὀλιγώτερον δὲν ἔχουσι προθυμίαν νὰ ἐλευθερώνουν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν κακοδοξίαν των. Οἱ γὰρ συνευδοκοῦντες εἰς τὰς ἐκείνων τελετάς, πῶς δύνανται νὰ ἐλέγξουσιν αὐτοὺς διὰ νὰ παραιτήσουν τὴν κακόδοξον καὶ πεπλανημένην των αἵρεσιν;

ΚΑΝΩΝ ΜΖʹ. Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος τὸν κατὰ ἀλήθειαν ἔχοντα βάπτισμα, ἐὰν ἄνωθεν βαπτίσῃ, ἢ τὸν μεμολυσμένον παρὰ τῶν ἀσεβῶν ἐὰν μὴ βαπτίσῃ, καθαιρείσθω, ὡς γελῶν τὸν σταυρόν, καὶ τὸν τοῦ Κυρίου θάνατον, καὶ μὴ διακρίνων ἱερέας ψευδοϊερέων.

Ἑρμηνεία. Ἕνα Βάπτισμα εἶναι παραδεδομένον εἰς ἡμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, τόσον ἀπὸ τὸν Κύριόν μας, ὅσον καὶ ἀπὸ τοὺς Θείους Ἀποστόλους, καὶ ἁγίους Πατέρας, ἐπειδὴ καὶ ἕνας ἐστάθη ὁ σταυρὸς καὶ ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου, εἰς τῶν ὁποίων τὸν τύπον τὸ βάπτισμα γίνεται. Διὰ τοῦτο ὁ παρὼν Ἀποστολικὸς Κανὼν διορίζει, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος ἤθελε βαπτίσῃ δευτέραν φορὰν ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς, ὡσὰν τὸν τελείως ἀβάπτιστον ἐκεῖνον ὁποῦ ἐβαπτίσθη ἀληθῶς κατὰ τὴν διαταγὴν τοῦ Κυρίου, καὶ τῶν Ἀποστόλων, καὶ τῶν θείων Πατέρων, ἀπαραλλάκτως δηλαδὴ καθὼς βαπτίζονται οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ὁ τοιοῦτος ἂς καθαίρηται, ἐπειδὴ μὲ τὸν δεύτερον αὐτὸν ἀναβαπτισμόν, ἀνασταυρόνει καὶ παραδειγματίζει τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖον ἀδύνατον λέγει ὁ Παῦλος, καὶ δευτερόνει τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου, τοῦ ὁποίου πλέον ὁ θάνατος δὲν κυριεύει, κατὰ τὸν ἴδιον Παῦλον.

Ὁμοίως καὶ ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος δὲν ἤθελε βαπτίσῃ μὲ τὸ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας βάπτισμα τὸν μεμολυσμένον, ἤτοι βαπτισθέντα παρὰ τῶν ἀσεβῶν, ἤγουν τῶν αἱρετικῶν, ἂς καθαίρεται, ἐπειδὴ καὶ περιπαίζῃ τὸν σταυρόν, καὶ τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου, νομίζωντας κακῶς καὶ σφαλερῶς, ὅτι τὸ μεμολυσμένον καὶ συγχαμερὸν βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν, εἶναι τύπος τοῦ σταυροῦ καὶ τοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι, καὶ διὰ τοῦτο ἀποδέχεται αὐτό, καὶ ἔχει ἴσον μὲ τὸ βάπτισμα τῶν ὀρθοδόξων. Καὶ πρὸς τούτοις, ἐπειδὴ καὶ δὲν διακρίνει τοὺς ἀληθεῖς ἱερεῖς τῶν ὀρθοδόξων, ἀπὸ τοὺς ψευδεῖς ἱερεῖς τῶν αἱρετικῶν, ἀλλ’ ἐξίσου καὶ τοὺς δύω ὡς ἀληθεῖς ἀποδέχεται. Οὔτε γὰρ τὸ μυσαρὸν βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν κάμνει Χριστιανοὺς ἀληθεῖς τοὺς εἰς αὐτὸ βαπτιζομένους, οὔτε ἡ χειροτονία αὐτῶν κάμνει ἀληθεῖς ἱερεῖς τοὺς χειροτονουμένους, κατὰ τὸν ξηʹ. Ἀποστολικόν. Σημείωσαι δὲ ὅτι, ὡς εἴπομεν, εἰς τύπον τοῦ σταυροῦ καὶ τοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου τὸ ἅγιον Βάπτισμα γίνεται. Ὅσοι γάρ φησιν ὁ Παῦλος, εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθημεν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν.

Καί, συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον. Καὶ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὁ σταυρὸς βάπτισμα ὠνομάσθη ὑπὸ τοῦ Κυρίου, κατὰ τὸν Χρυσόστομον, εἰπόντος· «Τὸ βάπτισμα, ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι, βαπτισθήσεσθε.» Καὶ πάλιν. «Βάπτισμα ἔχω βαπτισθῆναι, καὶ πῶς συνέχομαι ἕως οὗ τελεσθῇ!»

ΚΑΝΩΝ ΜΗʹ. Εἴ τις Λαϊκὸς τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἐκβαλών, ἑτέραν λάβοι, ἣ παρὰ ἄλλου ἀπολελυμένην, ἀφοριζέσθω.

Ἑρμηνεία. «Ἐπειδὴ καὶ ὁ Κύριος διέταξεν εἰς τὸ Εὐαγγέλιον, ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι. Καὶ ὃς ἂν ἀπολελυμένην γαμήσῃ μοιχᾶται. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι ἀκολουθοῦντες τὴν διάταξιν τοῦ Κυρίου, λέγουσιν εἰς τὸν παρόντα αὑτῶν Κανόνα. Ὅποιος λαϊκὸς ἤθελε χωρίσῃ τὴν γυναῖκά του χωρὶς λόγου πορνείας, ἤγουν μοιχείας, (ὁ γὰρ Εὐαγγελιστὴς ἀντὶ μοιχείας ἐνταῦθα, τὴν πορνείαν ἐξέλαβε. Καὶ ὅρα περὶ τούτου τὸν δʹ. τοῦ Νύσσης·) καὶ πάρῃ ἄλλην ἐλευθέραν γάμου, ἂς ἀφορίζεται. Ὁμοίως ἂς ἀφορίζεται, καὶ ἐὰν ἀφ’ οὗ χωρισθῇ ἀπὸ τὴν γυναῖκά του χωρὶς αἰτίαν πορνείας, πάρῃ ἄλλην γυναῖκα χωρισμένην καὶ αὐτὴν οὖσαν ἀπὸ τὸν ἄνδρα τῆς, χωρὶς λόγου πορνείας, ἤγουν μοιχείας. Ταῦτα δὲ ὁποῦ εἴπομεν διὰ τὸν ἄνδρα, πρέπει νὰ νοοῦνται καὶ διὰ τὴν γυναῖκα ἐκείνην, ὁποῦ ἀφήσῃ τὸν ἄνδρα της, ἄνευ λόγου πορνείας, καὶ πάρῃ ἄλλον. Ὅποιος δὲ ἄνδρας, ἢ γυναῖκα, χωρισθοῦν ἄνευ εὐλόγου αἰτίας, καὶ δευτεροϋπανδρευθοῦν, ὡς μοιχοὶ πρέπει νὰ κανονίζωνται ἑπτὰ χρόνους νὰ μὴ κοινωνήσουν, κατὰ τὸν πζʹ. τῆς ϛʹ. τὸν κʹ. τῆς ἐν Ἀγκύρ. καὶ τὸν οζʹ. καὶ λζʹ. Βασιλείου. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν ριγʹ. τῆς ἐν Καρθαγέν. ὁρίζοντα, ὅτι ἂν τὰ ἀνδρόγυνα χωρισθοῦν ἄνευ πορνείας, ἢ πρέπει νὰ μένουν ἀνύπανδρα, ἢ πρέπει νὰ διαλλαγοῦν, καὶ νὰ ἑνωθοῦν, ὡς λέγει τοῦτο καὶ ὁ Παῦλος αʹ.

Κορινθ. ζʹ.»

ΚΑΝΩΝ ΜΘʹ. Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου διάταξιν μὴ βαπτίσοι εἰς Πατέρα, καὶ Υἱόν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλ’ εἰς τρεῖς ἀνάρχους, ἢ εἰς τρεῖς υἱούς, ἢ εἰς τρεῖς παρακλήτους, καθαιρείσθω.

Ἑρμηνεία. Ὅταν ὁ Κύριος ἀπέστειλε τοὺς μαθητάς του εἰς τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, εἶπεν αὐτοῖς· «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.» Λοιπὸν καὶ ὁ παρὼν Ἀποστολικὸς Κανὼν διορίζει, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος δὲν βαπτίσῃ μὲ τοιοῦτον τρόπον, κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου ταύτην διαταγήν, ἀλλὰ εἰς τρεῖς ἀνάρχους, καὶ εἰς τρεῖς υἱούς, καὶ εἰς τρεῖς παρακλήτους, ἂς καθαίρεται, ἐπειδὴ τινὲς αἱρετικοί, βλασφημοῦντες εἰς τὴν ἁγίαν Τριάδα, τοιουτοτρόπως ἐβαπτίζοντο.

Ἡ δὲ τῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησία, ἕνα ἄναρχον παρέλαβε λέγειν τὸν Πατέρα διὰ τὸ ἀναίτιον καὶ ἀγέννητον. Ἀγκαλὰ καὶ ὁ Υἱὸς ἄναρχος λέγεται κατὰ τὴν χρονικὴν ἀρχήν, καθὼς θεολογεῖ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος. Ὡσαύτως καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ κατὰ τὴν αἰτίαν καὶ φυσικὴν ἀρχήν. Τοῦτο γὰρ μόνου ἴδιον τοῦ Πατρός ἐστι. Καὶ ἕνα Υἱὸν διὰ τὴν ἄῤῥητον γέννησιν. Καὶ ἕνα παράκλητον, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, διὰ τὴν ὑπὲρ λόγον αὐτοῦ ἐκ τοῦ Πατρὸς μόνου ἐκπόρευσιν. Σημείωσαι δὲ ὅλοι οἱ Κανόνες τῶν Ἀποστόλων ὁποῦ περὶ τοῦ βαπτίσματος ἀναφέρουσιν, Ἐπισκόπων μόνον καὶ Πρεσβυτέρων κάμνουσιν ἐνθύμησιν, ἐπειδὴ καὶ εἰς μόνους αὐτοὺς εἶναι ἄδεια νὰ βαπτίζουν, καὶ ὄχι εἰς Διακόνους, καὶ ἄλλους τινὰς Κληρικούς.

ΚΑΝΩΝ Νʹ. «Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἡ Πρεσβύτερος μὴ τρία βαπτίσματα μιᾶς μυήσεως ἐπιτελέσῃ, ἀλλὰ ἓν βάπτισμα, τὸ εἰς τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου διδόμενον, καθαιρείσθω.» Οὐ γὰρ εἶπεν ὁ Κύριος, εἰς τὸν θάνατόν μου βαπτίσατε, ἀλλὰ πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, «βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.»

Ἑρμηνεία. Τρία εἶναι τὰ ἀναγκαιότατα, καὶ πάντῃ πάντως ἀπαραίτητα ἐν τῷ μυστηρίῳ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος· Νερὸν ἡγιασμένον· Κατάδυσις τρίτη καὶ ἀνάδυσις ἐν τῷ ὕδατι, καὶ Ἐπίκλησις τῶν τριῶν ὑπερθέων ὑποστάσεων. Εἰς τὸν ἀνώτερον μθʹ. Κανόνα οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι περὶ τῶν τριῶν ἐπικλήσεων ἐπρόσταξαν καὶ ἐδίδαξαν, ποῖα νὰ λέγωμεν ὀνόματα, καὶ μὲ ποίαν τάξιν. Εἰς δὲ τὸν παρόντα νʹ. διατάττουσιν ἀκολούθως περὶ τῶν τριῶν καταδύσεων, καὶ ἀναδύσεων. Ὡσὰν ὁποῦ, ὡς εἴπομεν, εἶναι ἀναγκαῖαι κατὰ τὰ ἁπλῶς λεγόμενα ἀναγκαῖα, καὶ συστατικαὶ τοῦ ἀληθοῦς καὶ ὀρθοδόξου βαπτίσματος. Καὶ χωρὶς αὐτά, ὄχι μόνον δὲν συνίσταται τὸ βάπτισμα, ἀλλ’ οὐδὲ ὅλως βάπτισμα ἠμπορεῖ νὰ ὀνομάζηται. Διότι ἂν τό, βαπτίζω θέλει νὰ εἰπῇ κοινότερον βουτῶ, λοιπὸν ἀπὸ τὰς καταδύσεις τὰς ἐν τῷ ὕδατι, ταὐτὸν εἰπεῖν ἀπὸ τὰ τρία βουτήματα, ἢ βαπτίσματα, βούτημα καὶ βάπτισμα ὀνομάζεται, καὶ ὄχι ἀπὸ ἄλλο τι. Ἀλλ’ ἴδωμεν καὶ τί ἐπὶ τῆς λέξεως διορίζουσιν οἱ Ἀπόστολοι. Ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος ἐν τῷ ἑνὶ μυστηρίῳ τοῦ βαπτίσματος δὲν ἐπιτελέσει τρία βαπτίσματα, ἢ τρεῖς καταδύσεις, ἀλλὰ μίαν μόνον κατάδυσιν, γινομένην τάχα εἰς τὸν ἕνα θάνατον τοῦ Κυρίου, ἂς καθαίρεται. (

ὅρα τὸν Ἀποστολικὸν τοῦτον Κανόνα προφητικῶς ἀνατρέποντα τὸν Εὐνόμιον, τὸν πρῶτον ἐν τῷ βαπτίσματι ἐπινοήσαντα τὴν μίαν κατάδυσιν, ὡς προείπομεν, ἴσως δὲ καὶ ἄλλοι αἱρετικοὶ τοῦτο ἐποίουν ἐν τῷ καιρῷ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων.) Ἐπειδὴ δὲν εἶπεν ὁ Κύριος εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἀποστόλους του, ὅταν μᾶς ἔστελλεν εἰς τὸ κήρυγμα. Εἰς τὸν θάνατόν μου βαπτίζετε, ὄχι· ἀλλὰ μᾶς εἶπε· Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἤτοι βαπτίζετε αὐτοὺς εἰς τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις; καὶ εἰς κάθε μίαν κατάδυσιν, ἓν ἕκαστον ὄνομα ἐπιλέγετε τῆς ἁγίας Τριάδος.

Διότι μὲ τὴν μίαν μὲν κατάδυσιν καὶ ἀνάδυσιν, οὔτε ὁ τριημερονύκτιος θάνατος τοῦ Σωτῆρος ἐναργῶς παριστάνεται, οὔτε τὸ μυστήριον καὶ ἡ θεογνωσία τῆς ἁγίας Τριάδος ὁλότελα φανεροῦται. Ὅθεν καὶ τὸ τοιοῦτον βάπτισμα, ὡς ἔρημον ὂν καὶ τῆς θεολογίας, καὶ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, ἀσεβέστατόν ἐστι καὶ κακοδοξότατον. Μὲ τὰς τρεῖς δὲ καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις, καὶ ἡ εἰς τὴν ἁγίαν. Τριάδα πίστις σαφῶς καταγγέλλεται, καὶ ὁ τριημερονύκτιος θάνατος καὶ ταφὴ καὶ ἀνάστασις τοῦ Σωτῆρος ἐν ταὐτῷ εἰκονίζεται. Καὶ ἀκολούθως, διὰ τούτων τὸ ἡμέτερον βάπτισμα συνέχει ἐν ἑαυτῷ τὰ δύω πρώτιστα τῆς καθ’ ἡμᾶς ὀρθοδόξου πίστεως δόγματα, τῆς θεολογίας λέγω τῆς ζωοποιοῦ Τριάδος, καὶ τῆς ἐνσάρκου τοῦ Θεοῦ Λόγου οἰκονομίας.