Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Σχόλια εἰς τοὺς ἀποστολικοὺς κανόνας

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Κανόνες ΟΑ΄-ΠΕ΄: Ιερά σκεύη, δικανικά ζητήματα, κοσμικές εξουσίες και βιβλικός κανόνας

Η ερμηνεία των τελευταίων Αποστολικών Κανόνων, οι οποίοι ρυθμίζουν την ιερότητα των σκευών, τις κατηγορίες κατά επισκόπων, τα σωματικά κωλύματα χειροτονίας, το ασυμβίβαστο στρατιωτικής και ιερατικής υπηρεσίας, και καθορίζουν τον κανόνα των βιβλίων της Αγίας Γραφής.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 9 από 9

Ἑρμηνεία. Ὁ μὲν παρὼν Κανὼν διορίζεται ὅτι, ὅποιος Κληρηκός, ἢ Λαϊκὸς ἤθελε πάρῃ ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν κηρί, ἢ λάδι, καὶ μεταχειρισθῇ ταῦτα εἰς χρῆσιν ἀνίερον καὶ κοινήν, ἂς ἀφορίζηται. Καὶ ἀφ’ οὗ τὰ ἐπιστρέψει ὀπίσω εἰς τὴν αὐτὴν ἐκκλησίαν σῶα καὶ ὁλόκληρα, καθὼς τὰ ἐπῆρεν, ἂς δίδῃ πρὸς τούτοις εἰς αὐτήν, καὶ ἀπὸ τὰ πέντε μερίδια ὁποῦ αὐτὰ ἀξίζουν, τὸ ἕνα. Ὁ δὲ Ἀριστηνὸς πενταπλοῦν ἡρμήνευσεν. Ὥστε κατ’ αὐτὸν ὁ Κανὼν λέγει, ὅτι νὰ ἐπιστρέφῃ ὁ ἱεροσυλήσας τὸ κηρὶ ἢ λάδι, ὁποῦ ἐπῆρε, καὶ ἀκόμη πέντε τόσον. Καὶ Ἰωσὴφ δὲ ὁ Αἰγύπτιος ὁ τοὺς Κανόνας παραφράσας Ἀραβικά, πενταπλάσιον παρέφρασε τὸ ἐπίπεμπτον, ἀλλ’ ὅμως ἡ προτέρα ἑρμηνεία κρείττων ἐστί. Τὸ γὰρ ἐπίπεμπτον, ἢ ἐπιδέκατον τῶν καρπῶν, ὁποῦ ἔδιδαν οἱ Ἑβραῖοι εἰς τοὺς ἱερεῖς, εὑρισκόμενον εἰς πολλὰ μέρη τῆς ἁγίας Γραφῆς, οὐ δηλοῖ πενταπλάσιον, ἢ δεκαπλάσιον, ἀλλ’ εἰς τὰ πέντε, ἢ εἰς τὰ δέκα, ἕνα. Δι’ ὃ καὶ ὁ Ἀνώνυμος τῶν Κανόνων ἑρμηνευτὴς ἐπίπεμπτον πάλιν αὐτὸ ἡρμήνευσεν.

Συμφωνία. Ὁ δὲ ιʹ. τῆς αʹ. καὶ βʹ. Συνόδου λέγει. Ὅτι ἐκεῖνοι οἱ κληρικοὶ ὁποῦ ἁρπάσουν κλεπτικῶς, ἢ εἰς ὑπηρεσίαν ἀνίερον μεταχειρισθοῦν κᾀνένα ἀπὸ τὰ ἱερὰ σκεύη, καὶ ἄμφια ὁποῦ εἶναι μέσα εἰς τὸ ἅγιον βῆμα, τελείως εἶναι καθῃρημένοι ἀπὸ τὸν βαθμόν τους. Διότι, τὸ μὲν νὰ μεταχειρισθοῦν ταῦτα εἰς ὑπηρεσίαν ἀνίερον, τοῦτο εἶναι βεβήλωσις τῶν ἁγίων καὶ ἱερῶν· τὸ δὲ καὶ νὰ τὰ ἁρπάσουν, τοῦτο εἶναι ἱεροσυλία. Ἐκείνους δὲ ὁποῦ μεταχειρίζονται εἰς ὑπηρεσίαν ἀνίερον ἢ ἐδικήν των, ἢ ἄλλων, τὰ ἔξωθεν τοῦ ἁγίου βήματος ὄντα ἱερὰ σκεύη καὶ ἄμφια, τούτους λέγει καὶ ὁ ογʹ. Κανὼν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ἀφορίζει, καὶ ἡμεῖς τοῦτον συναφορίζομεν. Ἐκείνους δὲ ὁποῦ παντελῶς ἁρπάζουν αὐτὰ ἀπὸ τὸν Ναόν, τούτους εἰς τὸ ἐπιτίμιον ὑποβάλλομεν τῶν ἱεροσύλων. Τὸ ἐπιτίμιον δὲ τῆς ἱεροσυλίας κατὰ τὸν ηʹ. τοῦ Νύσσης, κοντὰ μὲν εἰς τὴν παλαιὰν Γραφήν, δὲν ἦτο ἐλαφρότερον ἀπὸ τὸ ἐπιτίμιον τοῦ φόνου. Ἐπειδὴ τόσον ὁ φονεύς, ὅσον καὶ ὁ ἱερόσυλος, μὲ τὴν αὐτὴν τιμωρίαν τοῦ λιθοβολισμοῦ ἐπαιδεύοντο (ὡς φαίνεται τοῦτο ἀπὸ τοῦ παραδείγματος Ἄχαρ υἱοῦ Χαρμῆ). Κοντὰ δὲ εἰς τὴν Ἐκκλησιαστικὴν συνήθειαν, ἔγινε συγκατάβασις, καὶ ἐπιτιμᾶται ἡ ἱεροσυλία ὀλιγώτερον ἀπὸ τὴν μοιχείαν. Ὁ δὲ Πάπας Βονιφάτιος ὁ Εʹ. λέγει, ὅτι οἱ ἱερόσυλοι εἰς κάθε καιρὸν πρέπει νὰ ἀναθεματίζωνται.

ΚΑΝΩΝ ΟΓʹ. Σκεῦος χρυσοῦν, ἢ ἀργυροῦν ἁγιασθέν, ἢ ὀθόνην, μηδεὶς ἔτι εἰς οἰκείαν χρῆσιν σφετεριζέσθω. παράνομον γάρ. Εἰ δέ τις φωραθείη, ἐπιτιμάσθω ἀφορισμῷ.

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος ὁ Κανὼν παρομοίως μὲ τὸν ἀνωτέρω ἐμποδίζει τὴν τῶν ἱερῶν κοινὴν χρῆσιν, διωρίζων ταῦτα. Κᾀνένας ἂς μὴ πέρνῃ, οὔτε ἂς μεταχειρίζηται εἰς ὑπηρεσίαν ἐδικήν του σκεύη χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ, ἢ ποδίας καὶ ἄμφια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἡγιασμένα καὶ ἀφιερωμένα τῷ Θεῷ, διότι τὸ πάρσιμον αὐτό, καὶ ἡ μεταχείρησις εἶναι πρᾶγμα θεοστυγὲς καὶ παράνομον. Εἰ δὲ καὶ ἤθελε φανερωθῇ τινὰς ὅτι κάμει τοῦτο, ἂς λαμβάνῃ ἀφορισμοῦ ἐπιτίμιον, ἤτοι ἂς ἀφορίζηται·

Ποίαν δὲ παιδείαν λαμβάνουσι παρὰ Θεοῦ οἱ τὰ ἀφιερωμένα αὐτῷ πράγματα βεβηλοῦντες, καὶ εἰς χρῆσιν κοινὴν μεταχειριζόμενοι, ἔδειξε μάλιστα πάντων Βαλτάσαρ ὁ Βασιλεύς, ὅστις ἐπειδὴ καὶ ἐβεβήλωσε τὰ χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ σκεύη, ὁποῦ ἐκούρσευσεν ὁ πατήρ του Ναβουχοδονόσορ ἀπὸ τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ τὸν ἐν Ἱερουσαλήμ, κάμνωντας νὰ πίνουν τὸν οἶνον μὲ αὐτὰ τόσον αὐτός, ὅσον καὶ οἱ μεγιστᾶνες, καὶ παλλακαί, καὶ αἱ παράκοιτοι αὐτοῦ· ἐν ἐκείνῃ τῇ ἰδίᾳ νυκτὶ ὁποῦ τοῦτο ἐποίησεν, ἐθανατώθη, καὶ διῃρέθη ἡ βασιλεία αὐτοῦ εἰς Μήδους καὶ Πέρσας.

Ὁ δὲ Πάπας Στέφανος, κατὰ τὸν Πλάτινα, λέγει, ὅτι τὰ ἱερὰ ἄμφια, οὔτε ἱερεὺς δύναται νὰ τὰ μεταχειρισθῇ εἰς ἐξωτερικὰς χρείας. Ἀνάγνωθι καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἀνωτέρω οβʹ. Κανόνος.

ΚΑΝΩΝ ΟΔʹ. Ἐπίσκοπον κατηγορηθέντα ἐπί τινι, παρὰ ἀξιοπίστων ἀνθρώπων, καλεῖσθαι αὐτὸν ἀναγκαῖον ὑπὸ Ἐπισκόπων, κᾂν μὲν ἀπαντήσῃ καὶ ὁμολογήση, ἢ ἐλεγχθείη, ὁριζέσθω τὸ ἐπιτίμιον. Ἐὰν δὲ καλούμενος μὴ ὑπακούσῃ, καλείσθω καὶ δεύτερον, ἀποστελλομένων ἐπ’ αὐτὸν δύω Ἐπισκόπων. Ἐὰν δὲ καὶ οὕτω μὴ ὑπακούσῃ, καλείσθω καὶ τρίτον, δύω πάλιν Ἐπισκόπων ἀποστελλομένων πρὸς αὐτόν, ἐὰν δὲ καὶ οὕτω καταφρονήσας, μὴ ἀπαντήσῃ, ἡ σύνοδος ἀποφαινέσθω κατ’ αὐτοῦ τὰ δοκοῦντα, ὅπως μὴ δόξῃ κερδαίνειν φυγοδικῶν.

Ἑρμηνεία. Ἡ κατὰ τοῦ Ἐπισκόπου κατηγορία, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ὁ παρὼν Κανών, δὲν εἶναι διὰ ὑπόθεσιν χρηματικήν, ἤτοι διὰ πρᾶγμα ἴδιόν τινος καὶ οἰκείαν μέμψιν, ὡς ὅτι ἀδικήθη τυχὸν ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπον, ἢ ἐπλεονεκτήθη, καθὼς οὐ καλῶς ἡρμήνευσεν ὁ Βαλσαμών, ἀλλὰ διὰ ὑπόθεσιν Ἐκκλησιαστικήν, ἡ ὁποία δύναται νὰ κατασείσῃ τὸν βαθμόν του. Καὶ πόθεν δῆλον; Ἀπὸ τοὺς ἀξιοπίστους ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους κατηγόρους εἰσάγει ὁ Κανών. Διότι, οἱ μὲν κατὰ τοῦ Ἐπισκόπου διὰ χρηματικὰς ὑποθέσεις κατηγοροῦντες, καὶ μέμψεις ἰδίας, δὲν ἐξετάζονται εἴτε ὀρθόδοξοι εἶναι εἴτε κακόδοξοι, εἴτε διαβεβλημένοι εἴτε ἀδιάβλητοι, ταὐτὸν εἰπεῖν ἀξιόπιστοι, ἀλλ’ ὁποῖοι καὶ ἂν εἶναι οἱ τοιοῦτοι, δέχονται εἰς κατηγορίαν, κατὰ τὸν ϛʹ. τῆς βʹ. καὶ τὸν ηʹ. καὶ κζʹ. τῆς Καρθαγ. οἱ δὲ διὰ Ἐκκλησιαστικὰς ὑποθέσεις κατηγοροῦντες αὐτόν, πρέπει νὰ ᾖναι καὶ ὀρθόδοξοι καὶ ἀδιάβλητοι, εἴτουν ἀξιόπιστοι, ἄλλως γὰρ εἰς κατηγορίαν οὐ παραδέχονται, κατὰ τοὺς αὐτοὺς Κανόνας. Δι’ ὃ καὶ ὁ Ζωναρᾶς σύμφωνος φαίνεται μὲ τὴν τοιαύτην τοῦ Κανόνος ἐκδοχήν.

Λέγει λοιπὸν ὁ Κανών· ἀνίσως τινὰς Ἐπίσκοπος ἤθελε κατηγορηθῇ ἀπὸ ἀξιοπίστους, καὶ ἀκατηγορήτους ἀνθρώπους, διὰ κᾀνένα Ἐκκλησιαστικὸν ἔγκλημα, εἶναι ἀνάγκη νὰ καλῆται ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους εἰς κρίσιν· καὶ ἂν μὲν ἔλθῃ καὶ ὁμολογήσῃ αὐτὸς ἀφ’ ἑαυτοῦ, ὅτι εἶναι ἀληθὴς ἡ τοιαύτη κατηγορία, ἤ, ἀρνουμένου αὐτοῦ, ἂν ἀποδειχθῇ διὰ ἀναντιῤῥήτων ἐλέγχων ἀπὸ τοὺς κατηγόρους· τότε νὰ ὁρίζηται παρὰ τῶν Ἐπισκόπων τὸ ὀφειλόμενον κατ’ αὐτοῦ ἐπιτίμιον.

Ἀνίσως δὲ καλεσθῇ, καὶ δὲν ὑπακούσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν κρίσιν, ἂς ἀποστέλλωνται πρὸς ἑαυτὸν δύω Ἐπίσκοποι, καὶ ἂς τὸν καλοῦσι καὶ δεύτερον. Ἐὰν δὲ πάλιν καὶ δὲν ὑπακούσῃ, ἂς ἀποστέλλωνται καὶ αὗθις δύω Ἐπίσκοποι πρὸς αὐτόν, καὶ ἂς τὸν καλοῦσι καὶ τρίτον. Εἰ δὲ καὶ τὴν τρίτην φορὰν καταφρονήσῃ καὶ δὲν ὑπάγῃ, εἰς τὸ ἑξῆς πλέον ἡ σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων ἂς ἀποφασίσῃ κατ’ αὐτοῦ καὶ μὴ παρόντος, ἐκεῖνα ὁποῦ φανοῦσιν εἰς αὐτὴν δίκαια καὶ νόμιμα ἐπιτίμια, διὰ νὰ μὴ λογιάζῃ ὅτι κερδαίνει μὲ τοῦτο καὶ ὠφελεῖται, φεύγωντας τὴν κρίσιν καὶ ἀναβάλλωντας τὸν καιρόν.

Συμφωνία. Ὁ δὲ κζʹ. τῆς ἐν Καρθαγ. προσθέτει, ὅτι εἰς τὸν κατηγορούμενον Ἐπίσκοπον, πρέπει παρὰ τῆς συνόδου τῶν Ἐπισκόπων νὰ στέλλωνται γράμματα παρακαλεστικά, καὶ ἐὰν εἰς διορίαν ἑνὸς μηνὸς δὲν ὑπάγῃ, νὰ γίνηται ἀκοινώνητος. Εἰ δὲ καὶ ἀποδείξῃ, ὅτι ἀπὸ ἀναγκαίας ἀσχολίας δὲν ἐπῆγε, νὰ τοῦ δίδεται ἀκόμη διορία ἄλλου ἑνὸς μηνός. Μετὰ δὲ τὸν δεύτερον μῆνα ἂν δὲν ὑπάγη, νὰ γίνηται ἀκοινώνητος, ἕως οὗ νὰ ἀποδειχθῇ ἀθῶος ἀπὸ τὸ ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται. Ὁ δὲ Βαλσαμὼν λέγει ὅτι τὰ τρία προσκαλέσματα ὁποῦ λέγει ὁ Κανὼν νὰ γίνωνται εἰς τὸν κατηγορηθέντα Ἐπίσκοπον, τριάκοντα ἡμέρας περιέχει τὸ κάθε ἕνα. Ὥστε ὁποῦ, ἂν ὁ κατηγορούμενος Ἐπίσκοπος μετὰ τρεῖς μῆνας δὲν παρασταθῇ εἰς τὴν κρίσιν τῆς συνόδου, καταδικάζεται καὶ μονομερῶς· καὶ τότε μὲν εἰς τὸν καιρὸν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, μὲ τὸ νὰ μὴ ἦτο ἀκόμη Πατριαρχεῖα, ἀπεστέλλοντο εἰς προσκάλεσμα τοῦ Ἐπισκόπου, Ἐπίσκοποι δύω, τώρα δὲ ἀρκεῖ εἰς τὸ νὰ προσκαλεσθῇ, καὶ ἡ τῶν Πατριαρχικῶν νοταρίων αὐτοπιστία.

Κατὰ δὲ τὸν ιβʹ. τῆς Καρθαγ. καὶ ριαʹ. δώδεκα μὲν Ἐπίσκοποι κρίνουσι τὸν Ἐπίσκοπον, ἓξ δὲ τὸν Πρεσβύτερον, τρεῖς τὸν Διάκονον, καὶ ὁ ἐδικός των Μητροπολίτης καὶ Ἐπίσκοπος. Ἐὰν ὅμως, κατὰ συναίνεσιν, αἱρετοὺς κριτὰς διορίσουσιν, ἂν καὶ αὐτοὶ εἶναι ὀλιγώτεροι ἀπὸ τοὺς διορισθέντας, νὰ μὴ ἐκκαλῶσι τὴν κρίσιν των κατὰ τὸν ιϛʹ. καὶ ρεʹ. καὶ ρλαʹ. τῆς αὐτῆς. Ἐὰν δέ τις Ἐπίσκοπος ὑποσχεθῇ μὲν πρῶτον νὰ θεωρηθῇ ἡ κρίσις του παρὰ τοῖς Ἐπισκόποις, ὕστερον δὲ δὲν θελήσῃ, νὰ γίνηται ἀκοινώνητος. Ἕως ὅμως νὰ λάβῃ πέρας ἡ ὑπόθεσίς του, κατὰ τὸν ϙϛʹ. τῆς αὐτῆς, νὰ μὴ ἐξωθῆται τῆς Ἐπισκοπῆς. Ἐὰν δέ τις κατηγορῇ τὸν Ἐπίσκοπον, πρῶτον νὰ θεωρῆται ἡ κρίσις εἰς τοὺς Ἐπισκόπους τῆς συνόδου τῆς ἐπαρχίας. Εἰ δὲ ἀδυνατήσει αὕτη, νὰ θεωρῆται ἡ κρίσις εἰς τὴν μείζονα σύνοδον τῆς διοικήσεως κατὰ τὸν ϛʹ. τῆς αʹ. Ἐὰν δέ τις ἔχῃ κρίσιν μὲ τὸν Μητροπολίτην, νὰ πηγαίνῃ, ἢ εἰς τὸν ἔξαρχον τῆς διοικήσεως, ἢ εἰς τὸν Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τὸν θʹ. καὶ ιζʹ. τῆς δʹ. Ἐὰν δέ, κρινομένου τοῦ Ἐπισκόπου, ἄλλοι μὲν ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους τῆς ἐπαρχίας ἀθωοῦσιν αὐτόν, ἄλλοι δὲ κατακρίνουσιν, ὁ Μητροπολίτης νὰ καλῇ καὶ ἄλλους πλησιοχώρους Ἐπισκόπους, καὶ νὰ κρίνωσι τὴν ὑπόθεσιν κατὰ τὸν ιδʹ. τῆς ἐν Ἀντιοχ.

Ἐὰν δὲ ὅλοι συμφώνως οἱ τῆς ἐπαρχίας Ἐπίσκοποι μίαν κατ’ αὐτοῦ ποιήσωσιν ἀπόφασιν, ὁ οὕτω καταδικασθείς, νὰ μὴ κρίνηται πλέον εἰς ἄλλους, κατὰ τὸν ιεʹ. τῆς αὐτῆς.

Ὁ δὲ δʹ. τῆς Σαρδικῆς διορίζεται, ὅτι ἐὰν ὁ καθαιρεθεὶς Ἐπίσκοπος ἀπὸ τοὺς γείτονας Ἐπισκόπους, λέγῃ ὅτι ἔχει πάλιν ἀπολογίαν, νὰ μὴ χειροτονῆται ἄλλος ἀντ’ αὐτοῦ, ἕως νὰ γένῃ καλλιτέρα ἐξέτασις. Ὅτι δὲ καὶ οἱ εἰς ἐγκληματικὰς ὑποθέσεις κατηγοροῦντες τοὺς Ἐπισκόπους καὶ κληρικοὺς πρέπει νὰ ᾖναι ἄνθρωποι ἀδιάβλητοι καὶ ὀρθόδοξοι. Διορίζει καὶ μάλιστα ὁ ρληʹ. τῆς Καρθ. ὁποῦ λέγει, ὅτι δὲν εἶναι δεκτοὶ εἰς κατηγορίαν Κληρικῶν οἱ δοῦλοι, οὔτε οἱ ἐλευθερωθέντες, κατὰ τῶν ἰδίων δεσποτῶν, οὔτε οἱ μῖμοι καὶ ἄτιμοι, καὶ ἁπλῶς, ὅλοι ἐκεῖνοι ὁποῦ δὲν δέχονται εἰς κατηγορίαν ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς νόμους. Ἀλλὰ καὶ ὁ ρλθʹ. τῆς αὐτῆς συνόδου λέγει· Ἐκεῖνος ὅπου κατηγορεῖ διὰ πολλὰ ἐγκλήματα Κληρικόν, ἐὰν τὸ πρῶτον ἔγκλημα δὲν δυνηθῇ νὰ ἀποδείξῃ, νὰ μὴ δέχηται πλέον εἰς τὰ λοιπὰ ὡς πιστός. Ἀλλ’ οὐδὲ οἱ ὄντες ἔτι ἐν ἀφορισμῷ, εἰς κατηγορίαν οὐ δέχονται κατὰ τὸν ρλζʹ. τῆς αὐτῆς. Εἰ δὲ κατὰ τῶν Κληρικῶν τὰ τοιαῦτα πρόσωπα, εἰς κατηγορίαν οὐ δέχονται, πολλῷ μᾶλλον οὐ δέχονται κατὰ τῶν Ἐπισκόπων. Λέγει δὲ καὶ ὁ καʹ. τῆς δʹ. ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάζηται ἡ ὑπόληψις τῶν κατηγορούντων τοὺς Ἐπισκόπους, καὶ Κληρικούς· τὸ αὐτὸ λέγει καὶ ὁ θʹ. Θεοφίλου. Ὅρα καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ϛʹ. τῆς βʹ. καὶ θʹ. τῆς δʹ.

ΚΑΝΩΝ ΟΕʹ. «Εἰς μαρτυρίαν τὴν κατὰ Ἐπισκόπου, αἱρετικὸν μὴ προσδέχεσθαι, ἀλλὰ μηδὲ πιστὸν ἕνα μόνον· ἐπὶ στόματος γὰρ δύω, ἢ τριῶν μαρτύρων σταθήσεται πᾶν ῥῆμα.»

Ἑρμηνεία. Ὄχι μόνον οἱ κατηγοροῦντες τὸν Ἐπίσκοπον δὲν πρέπει νὰ ᾖναι αἱρετικοί, ὡς εἴπομεν ἀνωτέρω, ἀλλ’ οὐδὲ οἱ κατ’ αὑτοῦ μαρτυροῦντες, ἀλλ’ οὐδὲ ἕνας καταμαρτυρῶν Ἐπισκόπου, δεκτός ἐστι. Δι’ ὃ λέγει ὁ παρὼν Κανών, νὰ μὴ προσδέχηται εἰς τὸ νὰ μαρτυρίσῃ κατὰ τοῦ Ἐπισκόπου αἱρετικός, ἀλλ’ οὐδὲ ἕνας μόνος ὀρθόδοξος καὶ πιστός. Ἐπειδὴ καὶ εἶναι γεγραμμένον εἰς τὸν Νόμον τὸν παλαιόν. Ἐπὶ στόματος δύω μαρτύρων, ἢ τριῶν, θέλει σταθῆ καὶ βεβαιωθῇ κάθε λόγος καὶ κατηγορία ἀμφίβολος.

Συμφωνία. «Τὰ αὐτὰ καὶ ὁ μέγας Παῦλος ἰδίᾳ γράφων τῷ Τιμοθέῳ λέγει. Κατὰ Πρεσβυτέρου κατηγορίαν μὴ παραδέχου, ἐκτὸς εἰ μὴ ἐπὶ δύω μαρτύρων ἢ τριῶν. Ὁ δὲ ρμʹ. Κανὼν τῆς ἐν Καρθαγένῃ διορίζεται, ὅτι, ὅσα πρόσωπα δὲν εἶναι δεκτὰ εἰς κατηγορίαν, ταῦτα δὲν εἶναι δεκτὰ οὔτε εἰς μαρτυρίαν. Ἀλλ’ οὔτε εἰς μαρτυρίαν δὲν εἶναι δεκτοὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἤθελε φέρῃ ὁ κατήγορος ἀπὸ τὸ ἐδικόν του ὀσπήτιον, ταὐτὸν εἰπεῖν, οἱ συγγενεῖς τοῦ κατηγόρου καὶ οἰκεῖοι, καὶ ὑπεξούσιοι, οὔτε πρέπει νὰ προσδέχεται ἡ μαρτυρία τινός, ἀνήβου ὄντος παρακάτω ἀπὸ τοὺς δεκατέσσαρας χρόνους, κατὰ τὸν αὐτὸν Κανόνα τῆς ἐν Καρθαγ. Ἀγκαλὰ καὶ τὸ κʹ. κεφ. τοῦ αʹ. τίτλ. τοῦ καʹ. βιβλίου λέγῃ, ὅτι νὰ μὴ δέχηται εἰς μαρτυρίαν ὁ μὴ ὢν εἴκοσι χρόνων. Ἡ δὲ αʹ. ἐν τῷ βʹ. αὐτῆς Κανόνι προστάζει, ὅτι ὁ ἐπὶ δύω, ἢ τριῶν μαρτύρων ἐλεγχόμενος διά τι ἁμάρτημα, Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος νὰ παύῃ τοῦ Κλήρου. Ἀλλὰ καὶ ὁ θʹ.

Θεοφίλου, διορίζει ὅτι ὁ ἐπὶ πορνείᾳ διαβαλλόμενος Κληρικὸς πρέπει, ἀποδεικνυμένου τοῦ ἐγκλήματός του ὑπὸ ἀξιοπίστων μαρτύρων, νὰ ἐκβάλληται τοῦ Κλήρου, ὁ δὲ ληʹ. τῆς ἐν Καρθαγέν. λέγει, ὅτι, ἂν ὁ κατήγορος δὲν ἠμπορῇ νὰ φέρῃ μάρτυρας ἀπὸ τὸν τόπον τοῦ κατηγορουμένου, διὰ φόβον τινά, νὰ συγκροτῆται τὸ κριτήριον εἰς τόπον κοντήτερον, εἰς τὸν ὁποῖον εὔκολα ἠμποροῦν νὰ ἔλθουν οἱ μάρτυρες. Ὁ δὲ ξηʹ. τῆς αὐτῆς λέγει, νὰ μὴ ἕλκωνται εἰς κριτήριον οἱ Κληρικοὶ ἄκοντες, διὰ νὰ μαρτυροῦν. Ἕνας δὲ μάρτυρας δὲν πιστεύεται πώποτε, κᾂν καὶ ᾖναι μέγας, καὶ ἀξιωματικός, ἢ συγκλητικός, κατὰ τὸν θʹ. τίτλ. κεφ. βʹ. τοῦ νομικοῦ τοῦ Φωτίου·» ὅρα καὶ τὸν οδʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΟΣΤʹ. Ὅτι οὐ χρὴ τῶν Ἐπίσκοπον τῷ ἀδελφῷ, ἢ τῷ υἱῷ, ἢ τῷ συγγενεῖ χαριζόμενον, εἰς τὸ ἀξίωμα τῆς Ἐπισκοπῆς χειροτονεῖν ὃν βούλεται· κληρονόμους γὰρ τῆς Ἐπισκοπῆς ποιεῖσθαι, οὐ δίκαιον, τὰ τοῦ Θεοῦ χαριζόμενον πάθει ἀνθρωπίνῳ· οὐ γὰρ τὴν τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν ὑπὸ κληρονόμους ὀφείλει τιθέναι. Εἰ δέ τις τοῦτο ποιήσει, ἄκυρος μενέτω ἡ χειροτονία· αὐτὸς δὲ ἐπιτιμάσθω ἀφορισμῷ.

Ἑρμηνεία. Ἡ Ἀρχιερατικὴ ἐξουσία εἶναι ὁμολογουμένως χάρις καὶ δωρεὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Πῶς λοιπὸν δύναταί τινας νὰ χαρίσῃ ταύτην εἰς ἄλλον, ὡς κληρονομικὸν δίκαιον; Δι’ ὃ καὶ ὁ παρὼν Ἀποστολικὸς Κανὼν διορίζει, ὅτι δὲν πρέπει ὁ Ἐπίσκοπος νὰ κάμνῃ χάριν, καὶ νὰ χειροτονῇ διάδοχον εἰς τὸ ἀξίωμα τῆς Ἐπισκοπῆς ὅποιον θέλει ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του, ἢ τοὺς υἱούς του, ἢ τοὺς συγγενεῖς του, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ κάμνῃ τινὰς κληρονόμους τῆς Ἐπισκοπῆς, καὶ Ἀρχιερωσύνης, (καθὼς δηλαδὴ κάμνει καὶ τῶν ἄλλων πραγμάτων τῶν κοσμικῶν), καὶ νὰ χαρίζη τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, ὁποία εἶναι ἡ Ἀρχιερατικὴ ἐξουσία, διὰ πάθος ἀνθρώπινον, ἤτοι διὰ σχέσιν συγγενικήν, καὶ φιλίαν· ἀλλ’ οὔτε πρέπει νὰ βάλῃ τις τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ ὑποκάτω εἰς κληρονομίαν, κάμνωντάς την νὰ ὀνομάζηται πατρογονικὸν δίκαιον. Εἰ δέ τις τῶν Ἐπισκόπων ἤθελε κάμῃ τοῦτο, καὶ χειροτονήσῃ διάδοχον τῆς Ἐπισκοπῆς κᾀνένα του συγγενῆ, ἄκυρος μὲν ἂς ᾖναι ἡ χειροτονία τοῦ οὕτω χειροτονηθέντος, αὐτὸς δὲ ὁ χειροτονήσας τοῦτον, ἂς ἀφορίζηται· ὑπὸ τῆς Συνόδου γὰρ πρέπει νὰ γίνωνται οἱ Ἐπίσκοποι. Καὶ ἂν κατὰ τὸν μʹ. τῆς ἐν Καρθαγέν.

οἱ Ἐπίσκοποι δὲν ἔχουν ἐξουσίαν νὰ ἀφίνουν εἰς τοὺς συγγενεῖς των, ἢ εἰς ὅσους ἄλλους βουληθοῦν, τὰ ὑποστατικὰ ὁποῦ μετὰ τὴν Ἐπισκοπὴν ἀπέκτησαν, εἰς λόγον κληρονομίας, (ἔξω μόνον, ὅσα ἀπέκτησαν ἀπὸ κληρονομίαν συγγενῶν τους, ἢ φιλοτιμίαν κυρίως εἰς αὐτοὺς γενομένην παρά τινος)· πῶς δύνανται νὰ ἀφήσουν ὡς κληρονομίαν εἰς τοὺς συγγενεῖς των, ἢ εἰς ὅσους ἄλλους θελήσουν, αὐτὴν τὴν Ἐπισκοπήν;

Συμφωνία. «Δι’ ὃ συμφώνως καὶ ὁ κγʹ. τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ προστάζει νὰ μὴ ἔχῃ ἐξουσίαν ὁ Ἐπίσκοπος νὰ κάμνῃ ἀντὶ διὰ λόγου του διάδοχον, κᾂν εἰς τὰ λοίσθια εὑρίσκηται τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἡ Σύνοδος καὶ κρίσις τῶν Ἐπισκόπων νὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν νὰ κάμνη Ἀρχιερέα τὸν ἄξιον εὑρεθέντα, μετὰ τὴν κοίμησιν τοῦ προκατόχου Ἀρχιερέως. Ὅθεν αὐτὸ τοῦτο ἦτο ἀπηγορευμένον καὶ κοντὰ εἰς τὸν παλαιὸν Ἰσραήλ. Διὰ τοῦτο καὶ ἐκατηγόρουν τὸν Μωϋσῆν πῶς ἀνεβίβασεν εἰς τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης τὸν ἀδελφόν του Ἀαρὼν καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ. Καὶ ἂν ὁ Θεὸς διὰ σημείου τῆς βλαστησάσης ῥάβδου δὲν ἐβεβαίονεν εἰς ἐκείνους τὴν ἱερωσύνην, τάχα, ἤθελαν καθαιρεθοῦν ἀπὸ αὐτήν.»

ΚΑΝΩΝ ΟΖʹ. «Εἴ τις ἀνάπηρος ᾖ τὸν ὀφθαλμόν, ἢ τὸ σκέλος πεπληγμένος, ἄξιος δέ ἐστιν Ἐπισκοπῆς, γενέσθω. Οὐ γὰρ λώβη σώματος αὐτὸν μιαίνει, ἀλλὰ ψυχῆς μολυσμός.»

Ἑρμηνεία. Ὁ μὲν παλαιὸς νόμος ἐπρόσταζε νὰ μὴ ἔχουν κᾀνένα μῶμον εἰς τὸ σῶμα οἱ μέλλοντες γενέσθαι ἱερεῖς, ἀλλὰ νὰ ᾖναι ἄρτιοι, καὶ ὁλομελεῖς, καὶ ἄμωμοι. «Πᾶς γὰρ ἄνθρωπός, φησιν, ᾧ ἐστιν ἐν αὐτῷ μῶμος, οὐ προσελεύσεται. Ἄνθρωπος τυφλός, ἢ χωλός, ἢ κολοβόῤῥιν, ἢ ὠτότμητος. Ἢ ἄνθρωπος, ᾧ ἂν ᾖ ἐν αὐτῷ σύντριμμα χειρός, ἢ σύντριμμα ποδός, ἢ κυρτός, ἢ ἔφηλος ἢ πτίλλος τοὺς ὀφθαλμοὺς ἢ ἄνθρωπος, ᾧ ἂν ᾖ ἐν αὐτῷ ψώρα ἀγρία, ἢ μονόρχις.» Ἀλλὰ καὶ ἂν μετὰ τὴν ἱερωσύνην ἤθελαν λάβουν κἀνένα τοιοῦτον ψεγάδι εἰς τὸ σῶμα, ἔπαυαν ἀπὸ τὸ νὰ ἱερουργοῦν. Ὁ δὲ νέος τῆς χάριτος τοῦ Εὐαγγελίου, ψεγάδια τοιαῦτα καὶ κολοβώματα τοῦ σώματος οὐ λογίζεται ὡς ἐμπόδια τῆς ἱερωσύνης, ἀλλὰ μᾶλλον ἀπαιτεῖ νὰ ἔχουσι καθαρὰν τὴν ψυχὴν παντὸς ῥύπου. Δι’ ὃ καὶ ὁ παρὼν Κανὼν λέγει·

Ἀνίσως τινὰς ᾖναι βεβλαμμένος εἰς τὸν ὀφθαλμόν, ἤτοι εἶναι μὲ ἕνα ὀμμάτι, ἢ ἔχει διαστρόφους τοὺς ὀφθαλμούς, ἢ κοντοβλέποντας, ἢ ἔχει τσακισμένον τὸ σκέλος, ταὐτὸν εἰπεῖν εἶναι χωλός· ἢ ἔχει κἀνένα ἄλλο τοιοῦτο κολόβωμα καὶ βλάβην εἰς τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐμποδίζει εἰς τὸ νὰ ἐνεργῶνται αἱ ἱεροπραξίαι, ἄξιος δὲ εἶναι ὁ ταῦτα ἔχων διὰ νὰ γίνῃ Ἐπίσκοπος, ἂς γίνηται, ἐπειδὴ τὸ κολόβωμα τοῦ σώματος δὲν κάμνει αὐτὸν ἀνάξιον, ἀλλὰ ὁ ἐξ ἁμαρτίας μολυσμὸς τῆς ψυχῆς.

Συμφωνία. Ὁ δὲ λγʹ. τῆς ϛʹ. ἀφορίζει τοὺς Ἀρχιερεῖς, ὁποῦ κάμνουσι κληρικοὺς ἐκείνους μόνους, ὁποῦ κατάγονται ἀπὸ γένος ἱερατικόν, διορίζων ὅτι δὲν πρέπει νὰ βλέπουν εἰς τὸ γένος ἰουδαϊκῶς, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον εἰς τὴν ἀξιότητα τῆς ψυχῆς. Ὁ δὲ ἅγιος Νικηφόρος ἐν τῷ ηʹ. αὑτοῦ Κανόνι λέγει, ὅτι χειροτονοῦνται καὶ οἱ ἀπὸ παλλακῆς, καὶ διγάμων γεννηθέντες, ἂν ᾖναι ἄξιοι.

Αὐτὸ τὸ ἴδιον λέγει καὶ ὁ θʹ. τοῦ Νικήτα Ἡρακλείας.

ΚΑΝΩΝ ΟΗʹ. «Κωφὸς δὲ ὤν, καὶ τυφλός, μὴ γινέσθω Ἐπίσκοπος, οὐχ’ ὡς μεμιασμένος, ἀλλ’ ἵνα μὴ τὰ Ἐκκλησιαστικὰ παρεμποδίζοιτο.»

Ἑρμηνεία. Ἐὰν ὅμως, λέγει ἀκολούθως ὁ παρὼν Κανών, τινὰς εἶναι κωφός, καὶ ἀπὸ τὰ δύω αὐτία, καὶ τυφλὸς ἀπὸ τὰ δύω ὀμμάτια, ὁ τοιοῦτος, ἂς μὴ γίνηται Ἐπίσκοπος, ὄχι διότι εἶναι μεμολυσμένος ἐκ τούτων καὶ ἀνάξιος, ἀλλὰ διὰ τί ἐκ τῶν κολοβωμάτων τούτων ἐμποδίζεται νὰ ἐνεργῇ τὰς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἱεροπραξίας. Ὁ γὰρ μὴ βλέπων, ἢ ἀκούων, πῶς δύναται νὰ ἱερουργήσῃ; ἢ νὰ πιάσῃ τὰ ἅγια, ἢ νὰ ἀναγνώσῃ; ἢ νὰ ἀκούσῃ τὰ παρὰ τοῦ λαοῦ ἐκφωνούμενα λόγια; Σημείωσαι δέ, ὅτι οἱ μετὰ τὴν ἱερωσύνην κωφωθέντες, ἢ τυφλωθέντες, δὲν πρέπει νὰ καθαιροῦνται ἀπὸ αὐτήν, ἀσυμπαθὲς γὰρ τὸ τοιοῦτον διότι ὁ πολιτικὸς νόμος ἐν βιβλ. ηʹ. τίτλ. αʹ. κεφ. αʹ. θέματι δʹ. λέγει· Ὅτι ὁ τυφλὸς καὶ δικάζειν δύναται, καὶ οὐκ ἀποκινεῖται τῆς συγκλήτου, ἐξουσίαν ὅμως ἄλλην δὲν λαμβάνει, ἀλλὰ μένει εἰς ἐκείνην ὁποῦ εἶχε πρὸ τοῦ πάθους.

ΚΑΝΩΝ ΟΘʹ. «Ἐάν τις δαίμονα ἔχῃ, Κληρικὸς μὴ γενέσθω, ἀλλὰ μηδὲ τοῖς πιστοῖς συνευχέσθω. Καθαιρισθεὶς δὲ προσδεχέσθω, καὶ ἐὰν ᾖ ἄξιος, γινέσθω.»

Ἑρμηνεία. Κάθε δαιμονιζόμενος ὡσὰν ἀκάθαρτος κρίνεται, ἐπειδὴ καὶ δίδει ὑποψίαν ὅτι διὰ φαυλότητα τῆς ζωῆς του ἔδωκεν ἄδειαν εἰς τὸν διάβολον καὶ ἐμβῆκεν εἰς αὐτόν. «Πῶς λοιπὸν ὁ τοιοῦτος εἰς κλῆρον θέλει προβιβασθῇ; ἐπειδὴ καὶ μῦρον δοχείῳ σαπρῷ οὐ πιστεύεται, κατὰ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον.» Ὅθεν ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ἀνίσως τινὰς ἔχῃ δαιμόνιον παντοτεινόν, ὁ τοιοῦτος ἂς μὴ γίνηται Κληρικός. Ἀλλὰ μηδὲ ἂς συμπροσεύχηται ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ μὲ τοὺς πιστούς, διὰ νὰ μὴ ταράττῃ τὴν προσευχὴν καὶ δοξολογίαν αὐτῶν τὴν εἰς Θεόν, μὲ τὰς ἀταξίας, καὶ δαιμονιώδεις κραυγάς του, τὰς συνήθεις εἰς τοὺς δαιμονιζομένους. Ἀφ’ οὗ δὲ καθαρισθῇ καὶ ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὸ δαιμόνιον, ἂς προσδέχηται εἰς τὴν μετὰ τῶν πιστῶν προσευχήν· καὶ ἂν ᾖναι ἄξιος διὰ νὰ γένῃ Κληρικός, ἂς γίνηται.

Συμφωνία. Διὰ τί δὲ ὁ τρίτος τοῦ Ἀλεξανδρείας Τιμοθέου Κανών, συγχωρεῖ τὸν δαιμονιζόμενον νὰ μεταλαμβάνῃ, ἐὰν δὲν ἐξομολογῇ ἢ βλασφημῇ τὸ μυστήριον, εἰς καιρὸν ὁποῦ ὁ παρὼν Κανών, οὔτε νὰ συμπροσεύχηται αὐτὸν συμφωνεῖ μὲ τοὺς πιστούς; Ὅτι, ὁ μὲν παρὼν Κανὼν λέγει διὰ τὸν ἐνεργούμενον ὑπὸ τοῦ δαίμονος παντοτεινά, καὶ χωρὶς διακοπήν, ὁ δὲ τοῦ Τιμοθέου, διὰ τὸν ἐνεργούμενον ὑπὸ τοῦ δαίμονος μὲ διακοπὴν κᾄποτε, καὶ εἰς μερικοὺς καιρούς. Δι’ ὃ καὶ συγχωρεῖ αὐτόν, ὅταν δὲν ἐνεργῆται καὶ πάσχει, νὰ μεταλαμβάνῃ τῶν θείων μυστηρίων.

Καὶ τοιουτοτρόπως συμβιβάζονται οἱ Κανόνες καὶ οὐκ ἐναντιοῦνται ἀλλήλοις. Πλὴν καὶ ὁ δαιμονιζόμενος εἰς μερικοὺς καιρούς, δὲν πρέπει νὰ κληροῦται καὶ νὰ γίνηται ἱερεύς, ἵνα μὴ ἡ ἱερωσύνη βλασφημῆται ἐντεῦθεν, καὶ ἵνα μὴ ἐν καιρῷ τῆς φρικτῆς Ἱερουργίας, ἐνεργήσαντος αὐτὸν τοῦ δαίμονος, τὰ ἅγια περιϋβρισθοῦν. Τοῦτο τὸ ἴδιον λέγει καὶ ὁ Πατριάρχης Νικόλαος διοριζόμενος, ἐν τῷ δʹ. αὐτοῦ Κανόνι ὅτι, ἄν τις πάσχων ἀπὸ μέλαιναν χολήν, φαίνεται εἰς τοὺς πολλοὺς ὅτι ἔχει δαιμόνιον, ἂς μεταλαμβάνῃ. Εἰ δὲ τῇ ἀληθείᾳ δαιμονίζεται, ἂς ἀπέχη τῆς κοινωνίας. «Ὁ δὲ τῆς ἐν Τρούλλῳ λέγει, ὅτι, ἐκεῖνοι ὁποῦ ὑποκρίνονται πῶς ἔχουν δαιμόνιον, χωρὶς νὰ ἔχουν, ἂς ἐπιτιμῶνται μὲ ἐκεῖνο τὸ ἴδιον ἐπιτίμιον ὁποῦ λαμβάνουν οἱ ἀληθῶς ὄντες δαιμονιζόμενοι, καὶ εἰς τὰς ὁμοίας ἐκείνων σκληραγωγίας καὶ νηστείας ἂς ὑποβάλωνται καὶ αὐτοί.»

ΚΑΝΩΝ Πʹ. Τὸν ἐξ ἐθνικοῦ βίου προσελθόντα, καὶ βαπτισθέντα, ἢ ἐκ φαύλης διαγωγῆς, οὐ δίκαιόν ἐστι πάραυτα προχειρίζεσθαι Ἐπίσκοπον. Ἄδικον γάρ, τὸν μηδέπω πεῖραν ἐπιδειξάμενον, ἑτέρων εἶναι διδάσκαλον, εἰμή που κατὰ Θείαν χάριν τοῦτο γένηται.

Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανὼν διορίζεται, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ γίνηται Ἐπίσκοπος παρευθὺς ἐκεῖνος, ὁποῦ ἢ ἀπὸ ἐθνικοὺς καὶ ἀπίστους ἔλθῃ εἰς τὴν εὐσεβῇ πίστιν καὶ βαπτισθῇ, ἢ ἀπὸ ζωὴν μοχθηρὰν καὶ κακεντρεχῆ, ἔλθη εἰς μετάνοιαν, ὁποία εἶναι τῶν σκηνικῶν καὶ μίμων, καὶ τοιούτων ἄλλων· διότι ἄδικον πρᾶγμα εἶναι καὶ σφαλερὸν νὰ γίνηται τῶν ἄλλων διδάσκαλος, ὁποῖός ἐστιν ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖνος ὁποῦ ἀκόμη δὲν ἔδωκε δοκιμὴν καὶ ἀπόδειξιν, ἂν ᾖναι κατὰ τὴν πίστιν ὑγιής, καὶ κατὰ τὴν ζωὴν ἀκατηγόρητος· ἡ δὲ δοκιμὴ αὕτη καιρὸν χρειάζεται, καὶ εἰς ὀλίγον διάστημα δὲν δύναται διὰ νὰ δοθῇ. Ἔξω μόνον τότε νὰ προχειρίζεται, ἐὰν ἐκ Θείας χάριτος γένῃ ἀποκάλυψις δι’ αὐτόν, καθὼς ἔγινεν εἰς τὸν ἀπόστολον Ἀνανίαν, διὰ τὸν Παῦλον, εἰπόντος τοῦ Κυρίου πρὸς αὐτὸν ἐν ὁράματι. «Πορεύου, ὅτι σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὗτος, τοῦ βαστάσαι τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ Βασιλέων, υἱῶν τε Ἰσραήλ».

Συμφωνία. Τοῦτο τὸ ἴδιον παραγγέλλει καὶ ἰδίᾳ ὁ Παῦλος πρὸς τὸν Τιμόθεον λέγων· «μὴ Νεόφυτον (χειροτόνει δηλαδὴ) ἤτοι, νεοκατήχητον, καὶ νεωστὶ φυτευθέντα εἰς τὴν ἄμπελον τοῦ Χριστοῦ, ἵνα μὴ τυφωθεὶς εἰς κρίμα ἐμπέσῃ καὶ παγίδα τοῦ διαβόλου. Ὅθεν καὶ ὁ βʹ. τῆς πρώτης Συνόδου Κανὼν προστάζει, ὅτι, οἱ ἐξ ἐθνικοῦ βίου προσελθόντες εἰς τὴν πίστιν, μήτε εἰς Ἐπισκοπήν, μήτε εἰς πρεσβυτέριον νὰ ἀνάγωνται, ἐὰν πρῶτον δὲν δώσουν δοκιμασίαν πολλὴν τῆς αὑτῶν πίστεως καὶ ζωῆς. Καὶ ὁ γʹ. δὲ τῆς Λαοδικ. δὲν πρέπει λέγει νὰ ἱεροῦνται οἱ νεωστὶ βαπτισθέντες. Ὁ δὲ τῆς ἐν Σαρδικῇ ιʹ. διορίζει νὰ μὴ γίνηταί τις Ἐπίσκοπος ἐκ τῆς ἀγορᾶς πλούσιος, ἢ σχολαστικός, ἀνίσως πρότερον δὲν κάμῃ ὑπηρεσίαν Διακόνου καὶ Πρεσβυτέρου, ἵνα γνώριμος διὰ ταύτης γένηται ἡ πίστις, καὶ καλοκᾀγαθία αὐτοῦ, καὶ ἵνα μὴ νεόφυτος νομισθῇ, ἀλλ’ ἐν ἑκάστῳ βαθμῷ μὲ καιροῦ διάστημα ὄχι ὀλιγώτατον δοκιμασθῇ. Ἀλλὰ καὶ ὁ ιζʹ. τῆς αʹ. καὶ βʹ. τὰ αὐτὰ διορίζεται, νὰ μὴ ἀναβαίνῃ τις παρευθὺς εἰς τὸ ὕψος τῆς Ἐπισκοπῆς, ἀπὸ λαϊκοὺς καὶ μοναχούς, ἐὰν πρότερον δὲν ἐξετασθῇ εἰς τοὺς Ἐκκλησιαστικοὺς βαθμούς. Ὁ δὲ ιβʹ. τῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ ἐμποδίζει νὰ γίνηται Πρεσβύτερος ἐκεῖνος ὁποῦ ἐν ἀσθενείᾳ ὢν βαπτισθῇ, εἰ μὴ διὰ σπουδὴν αὐτοῦ καὶ σπάνιν ἀνθρώπων. Ὁ δὲ γʹ.

τοῦ Κυρίλλου ἐμποδίζει τὸ νὰ γίνωνται Κληρικοὶ οἱ νεόνυμφοι, ἢ οἱ ἐκβεβλημένοι ἀπὸ Ἀρχιερέα, ἢ ἀπὸ μοναστήριον, καὶ ὅλως οἱ διαβεβλημένοι.» Περὶ οὖ ὅρα τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ ιθʹ. τῆς αʹ.

ΚΑΝΩΝ ΠΑʹ. «Εἴπομεν, ὅτι οὐ χρὴ Ἐπίσκοπον, ἢ Πρεσβύτερον καθιέναι ἑαυτὸν εἰς δημοσίας διοικήσεις, ἀλλὰ προσευκαιρεῖν ταῖς Ἐκκλησιαστικαῖς χρείαις. Ἢ πειθέσθω οὖν τοῦτο μὴ ποιεῖν, ἢ καθαιρείσθω. Οὐδεὶς γὰρ δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν, κατὰ τὴν Κυριακὴν παρακέλευσιν.»

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος ὁ Κανὼν παρομοίως μὲ τὸν ϛʹ. ἐμποδίζει τοὺς ἱερωμένους νὰ μὴ περιπλέκωνται εἰς πράγματα κοσμικά, λέγων· Εἴπομεν, (κατὰ τὸν ϛʹ. δηλαδὴ Κανόνα ἡμῶν) ὅτι δὲν πρέπει ὁ Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος νὰ καταβιβάζῃ τὸν ἑαυτόν του εἰς πολιτικὰς καὶ κοσμικὰς φροντίδας καὶ κυβερνήσεις, ἀλλὰ νὰ προσεδρεύῃ εἰς τὰς τῆς Ἐκκλησίας ὑπηρεσίας καὶ χρείας. Λοιπόν, ἢ ἂς πεισθῇ νὰ μὴ κάμνῃ τοῦτο εἰς τὸ ἑξῆς, ἢ ἂν δὲν πεισθῇ, ἂς καθαίρεται.

Διότι κἀνένας δὲν ἠμπορεῖ νὰ δουλεύῃ εἰς δύω αὐθέντας, καὶ εἰς τοὺς δύω νὰ ἀρέσῃ, καθὼς λέγει ὁ Κύριος. Ὅρα καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ϛʹ. Ἀποστολικοῦ.

ΚΑΝΩΝ ΠΒʹ. «Οἰκέτας εἰς κλῆρον προχειρίζεσθαι ἄνευ τῆς τῶν δεσποτῶν γνώμης, οὐκ ἐπιτρέπομεν, ἐπὶ λύπῃ τῶν δεσποτῶν τῶν κεκτημένων, οἴκων γὰρ ἀνατροπὴν τὸ τοιοῦτον ἐργάζεται. Εἰ δέ ποτε καὶ ἄξιος φανείη οἰκέτης πρὸς χειροτονίαν βαθμοῦ, οἷος καὶ ὁ ἡμέτερος Ὀνήσιμος ἐφάνη, καὶ συγχωρήσωσιν οἱ δεσπόται, καὶ ἐλευθερώσωσι, καὶ τοῦ οἴκου ἐξαποστείλωσι, γινέσθω.»

Ἑρμηνεία. Δὲν πρέπει νὰ κάμνῃ τις ἐκεῖνα ὁποῦ γίνονται εἰς τοὺς ἄλλους σκανδάλου καὶ λύπης αἴτια. Αἴτιον δὲ σκανδάλου καὶ λύπης, τὸ νὰ χειροτονῇ τις δοῦλον παρὰ γνώμην τοῦ ἐδικοῦ τοῦ αὐθέντου. Δι’ ὃ καὶ ὁ παρὼν Κανὼν κωλύει τοῦτο, λέγων· Δὲν συγχωροῦμεν νὰ προβιβάζωνται δοῦλοι εἰς Κλῆρον καὶ ἱερωσύνην, χωρὶς τὴν γνώμην τῶν αὐθεντῶν αὐτῶν, διὰ νὰ μὴ λυπήσωμεν αὐτοὺς τούτους τοὺς αὐθέντας αὐτῶν. Διότι τοῦτο τὸ πρᾶγμα, οἴκους ὁλοκλήρους ἀνατρέπει· (τυχὸν γὰρ ὁ κληρωθεὶς δοῦλος νὰ ἦτο, ἢ διοικητὴς τοῦ οἴκου τοῦ αὐθέντου του, ἢ νὰ ἦτο ἐπιστάτης εἰς ἐργαστήριόν του, ἢ ἄσπρα τοῦ αὐθέντου του νά, εἶχεν εἰς χεῖράς του, καὶ διὰ ταῦτα πάντα νὰ ἐπροξένησε λύπην εἰς τὸν αὐθέντην του ἡ χειροτονία του.) Εἰ δὲ καὶ ὁ δοῦλος ἤθελε φανῇ ἄξιος διὰ χειροτονίαν, καθὼς ἐφάνη καὶ ὁ ἐδικός μας Ὀνήσιμος, πρέπει ὁ Ἐπίσκοπος νὰ κοινολογῇ τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν αὐθέντην του, καὶ ἂν ἐκεῖνος στέρξῃ καὶ συναινέσῃ, καὶ ἐπὶ στόματος δύω, ἢ τριῶν μαρτύρων ἐλευθερώσῃ αὐτόν, κατὰ τὸν πεʹ, τῆς ϛʹ. καὶ ἀποστείλῃ αὐτὸν ἀπὸ τὸν οἶκόν του, εἰς σημεῖον τῆς τελείας ἐλευθερίας, τότε ἂς χειροτονῆται. Ἔτσι καὶ ὁ Παῦλος ἔκαμε, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ κρατήσῃ τὸν δοῦλον Ὀνήσιμον, καὶ μ’ ὅλον ὁποῦ εὗρεν αὐτὸν εὔχρηστον εἰς τὴν διακονίαν τοῦ κηρύγματος, ἀλλ’ ἔπεμψεν αὐτὸν πρὸς τὸν αὐθέντην αὐτοῦ Φιλήμονα.

Συμφωνία. Ἀλλ’ οὐδὲ εἰς μοναστήρια πρέπει νὰ δέχωνται δοῦλοι διὰ νὰ μονάσουν, χωρὶς τὴν γνώμην τοῦ αὐθέντου αὐτῶν, κατὰ τὸν δʹ. τῆς δʹ. Καὶ ἡ δούλη δὲ ὁποῦ παρὰ γνώμην τοῦ αὐθέντου της ὑπανδρευθῇ, ἐπόρνευσε, κατὰ τὸν μʹ. καὶ μβʹ. Βασιλείου, διότι, κατ’ αὐτόν, αἱ συμφωνίαι καὶ ὑποσχέσεις τῶν ὑπεξουσίων κᾀμμίαν βεβαιότητα δὲν ἔχουσι. Καὶ κατὰ τὸν μαʹ. αὐτοῦ, ὁ γάμος ὁποῦ παρὰ γνώμην γένει τοῦ αὐθέντου, τῆς δούλης χήρας, διαλύεται, ἐὰν ἐκεῖνος δὲν θέλῃ.

Δι’ ὃ καὶ ἡ ἐν Γάγγρᾳ, Κανόν. γʹ. ἀναθεματίζει ἐκεῖνον, ὁποῦ διὰ πρόφασιν θεοσεβείας διδάσκει τὸν δοῦλον νὰ καταφρονῇ τὸν αὐθέντην του καὶ νὰ ἀναχωρῇ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν του. Κατὰ δὲ τὸν ογʹ. τῆς ἐν Καρθ. αἱ ἐλευθερίαι τῶν δούλων πρέπει νὰ κηρύττωνται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν.

ΚΑΝΩΝ ΠΓʹ. Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, στρατείᾳ σχολάζων, καὶ βουλόμενος ἀμφότερα κατέχειν, Ῥωμαϊκὴν καὶ ἱερατικὴν διοίκησιν, καθαιρείσθω. Τὰ γὰρ Καίσαρος, Καίσαρι, καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ, τῷ Θεῷ.

Ἑρμηνεία. Καὶ εἰς ἄλλους Κανόνας οἱ Θεῖοι Ἀπόστολοι ἐμποδίζουσι τοὺς ἱερωμένους νὰ μὴ διοικοῦσι δημόσια πράγματα, καὶ φροντίδας νὰ ἀναδέχωνται κοσμικάς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτον παρομοίως αὐτὸ τοῦτο ποιοῦσι λέγοντες· Ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος καταγίνεται εἰς στρατείαν, ἤτοι, ὄχι εἰς μεταχείρισιν ὅπλων καὶ πολέμων, ἀλλὰ εἰς διοίκησιν πραγμάτων στρατιωτικῶν, οἷον· διανομήν, σιτηρεσίων τῶν στρατιωτικῶν, ὑποδοχὴν τῶν τροφῶν αὐτῶν, καὶ ἄλλας τοιαύτας κυβερνήσεις, τὰς ὁποίας οἱ πολιτικοί, στρατείας ὀνομάζουσιν· ὅς τις λοιπόν, λέγει, καταγίνεται εἰς τὰ τοιαῦτα, καὶ θέλει νὰ ἔχῃ καὶ τὰ δύω, καὶ ἐξουσίαν Ῥωμαϊκὴν βασιλικήν, καὶ διοίκησιν ἱερατικὴν καὶ Ἐκκλησιαστικήν, ταὐτὸν εἰπεῖν, ἐξουσίαν ἐξωτερικὴν καὶ ἐσωτερικήν, ὁ τοιοῦτος, ἐὰν δὲν παύσῃ ἀπὸ αὐτά, ἂς καθαίρεται, διότι τὰ πράγματα καὶ αἱ ἐξουσίαι τοῦ Καίσαρος καὶ βασιλέως, εἰς τὸν Καίσαρα πρέπει νὰ δίδωνται, ἤτοι, εἰς ἀνθρώπους ἐξωτερικοὺς καὶ βασιλικούς· τὰ πράγματα δὲ καὶ αἱ ἐξουσίαι τοῦ Θεοῦ, εἰς τὸν Θεόν, παρομοίως πρέπει νὰ δίδωνται· ταὐτόν, εἰπεῖν, εἰς ἀνθρώπους θείους καὶ ἐσωτερικούς, ὁποῖοι εἶναι οἱ Ἐπίσκοποι, καὶ Πρεσβύτεροι, καὶ Διάκονοι. Ἀνάγνωθι καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ϛʹ. Ἀποστολικοῦ.

ΚΑΝΩΝ ΠΔʹ. «Εἴ τις ὑβρίσοι βασιλέα, ἢ ἄρχοντα παρὰ τὸ δίκαιον, τιμωρίαν τιννύτω. Καὶ εἰ μὲν Κληρικὸς καθαιρείσθω, εἰ δὲ λαϊκός, ἀφοριζέσθω.»

Ἑρμηνεία. Ὁ μὲν Μωσαϊκὸς νόμος λέγει, ἄρχοντα τοῦ λαοῦ σου οὐκ ἐρεῖς κακῶς, ὁ δὲ κορυφαῖος Πέτρος ἰδίᾳ, «τὸν βασιλέα τιμᾶτε». Ὁ δὲ Παῦλος προστάζει νὰ ὑπερευχώμεθα διὰ τοὺς βασιλεῖς, καὶ πάντας τοὺς ἐν ὑπεροχῇ, κᾂν καὶ ἄπιστοι εἶναι. Ἐνταῦθα δὲ κοινῶς οἱ Ἀπόστολοι λέγουσιν, ὅτι ὅποιος ὑβρίσοι βασιλέα, ἢ ἄρχοντα παρὰ τὸ δίκαιον, καὶ χωρὶς κᾀμμίαν δικαίαν αἰτίαν, ἂς τιμωρῆται· καὶ εἰ μὲν εἶναι Κληρικός, ἂς καθαίρεται, εἰ δὲ Λαϊκός, ἂς ἀφορίζηται. Ὕβρεις δὲ κοντὰ εἰς τοὺς βασιλεῖς λογίζονται οἱ δριμύτεροι ἔλεγχοι.

Ἐμποδίσας δὲ ὁ Κανὼν τὸν παρὰ τὸ δίκαιον τὸν βασιλέα ὑβρίζοντα, ἀφῆκε κατὰ τὸ σιωπώμενον νὰ ἐννοοῦμεν ἐξ ἀντιδιαστολῆς, ὅτι, ἐὰν οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἀσεβοῦσιν, ἢ ἁμαρτάνουσιν, συγχωροῦνται νὰ ἐλέγχουν αὐτοὺς ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκει τὸ νὰ ἐλέγχουν τοιαῦτα πρόσωπα. Ἀλλὰ γὰρ οὐδὲ αὐτὸς ὁ ὑβρίσας πρέπει νὰ τιμωρῆται εὐθύς, καὶ ὅρα τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ νεʹ. Ἀποστολικοῦ.

ΚΑΝΩΝ ΠΕʹ. Ἔστω ὑμῖν πᾶσι Κληρικοῖς, καὶ Λαϊκοῖς βιβλία σεβάσμια καὶ ἅγια, τῆς μὲν Παλαιᾶς Διαθήκης, Μωϋσέως πέντε· Γένεσις· Ἔξοδος· Λευϊτικόν· Ἀριθμοί· Δευτερονόμιον· Ἰησοῦ Ναυῆ ἕν· Κριτῶν ἕν· Ῥοὺθ ἕν· Βασιλειῶν τέσσαρα· Παραλειπομένων τῆς βίβλου τῶν ἡμερῶν δύω· Ἔσδρα δύω· Ἐσθὴρ ἕν· Μακκαβαίων τρία· Ἰὼβ ἕν· Ψαλτήριον ἕν·

Σολομῶντος τρία· Παροιμίαι· Ἐκκλησιαστὴς καὶ ᾎσμα ᾈσμάτων· Προφητῶν δώδεκα· ἓν Ἡσαίου· ἓν Ἱερεμίου· ἓν Ἱεζεκιήλ· Δανιὴλ ἕν· ἔξωθεν δὲ ὑμῖν προσιστορείσθω μανθάνειν ὑμῶν τοὺς νέους, τὴν Σοφίαν τοῦ πολυμαθοῦς Σειράχ. Ἡμέτερα δὲ τοὐτέστι τῆς καινῆς Διαθήκης, Εὐαγγέλια τέσσαρα, Ματθαίου, Μάρκου, Λουκᾶ καὶ Ἰωάννου·

Παύλου ἐπιστολαὶ δεκατέσσαρες· Πέτρου ἐπιστολαὶ δύο· Ἰωάννου ἐπιστολαὶ τρεῖς· Ἰακώβου μία· Ἰούδα μία· Κλήμεντος ἐπιστολαὶ δύω· Καὶ αἱ διαταγαὶ ὑμῖν τοῖς Ἐπισκόποις δι’ ἐμοῦ Κλήμεντος ἐν ὀκτὼ βιβλίοις προσπεφωνημέναι, (ἂς οὐ χρὴ δημοσιεύειν ἐπὶ πάντων διὰ τὰ ἐν αὐταῖς μυστικὰ) καὶ αἱ Πράξεις ἡμῶν τῶν Ἀποστόλων.

Ἑρμηνεία. Ἀφ’ οὗ οἱ Ἀπόστολοι ἐδίδαξαν καὶ ἐνομοθέτησαν διὰ τῶν ἱερῶν αὐτῶν Κανόνων τίνι τρόπῳ ἁρμόζει εἰς τοὺς ἱερωμένους καὶ ἁπλῶς εἰς τοὺς λαϊκοὺς Χριστιανοὺς νὰ πολιτεύωνται, τελευταῖον διδάσκουσι, καὶ ποῖα βιβλία πρέπει νὰ ἀναγινώσκουσι. Καὶ τὰ μὲν ἀκανόνιστα καὶ ψευδεπίγραφα βιβλία ἐδίδαξαν εἰς τὸν ξʹ. αὐτῶν Κανόνα νὰ μὴ ἀναγινώσκωμεν, τὰ δὲ κανονισμένα καὶ ἅγια διὰ τοῦ παρόντος Κανόνος διδάσκουσιν ἡμᾶς νὰ ἀναγινώσκωμεν, ἅτινα καὶ ἀπαριθμοῦσιν, ὡς ἐδὼ φαίνονται καταστρωμένα. Μέμνηται δὲ τῶν βιβλίων τούτων καὶ ἡ ἐν Λαοδικείᾳ σύνοδος Καν. ξʹ. καὶ ἡ ἐν Καρθ. Καν. λβʹ. Ἀλλὰ καὶ ὁ μέγας Ἀθανάσιος ἐν τῇ λθʹ. ἑορταστικῇ αὐτοῦ ἐπιστολῇ, καὶ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐν τοῖς ἔπεσι, καὶ Ἀμφιλόχιος ὁ Ἰκονίου διὰ στίχων Ἰάμβων.

Ὁ τοίνυν μέγας Ἀθανάσιος ἐν τῇ ῥηθείσῃ ἐπιστολῇ εἰς δύω διαιρεῖ τὰ βιβλία ἅπαντα τῆς παλαιᾶς Γραφῆς· εἰς κανονιζόμενα, καὶ εἰς ἀναγινωσκόμενα. Καὶ κανονιζόμενα μὲν τῆς παλαιᾶς Γραφῆς λέγει ὅτι εἶναι βιβλία εἰκοσιδύω, κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰκοσιδύω γραμμάτων τῶν Ἑβραϊκῶν (καθὼς αὐτὸ τοῦτο λέγει καὶ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, καὶ ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς) τὰ ὁποῖα εἶναι ταῦτα 1. Γένεσις. 2. Ἔξοδος. 3. Λευϊτικόν. 4. Ἀριθμοί. 5. Δευτερονόμιον. 6. Ἰησοῦς Ναυῆ. 7. Κριταί. 8. Ῥούθ. 9. Βασιλειῶν πρώτη καὶ δευτέρα ὁμοῦ (ἅτινα, καὶ Σαμουὴλ ὀνομάζονται παρὰ τοῖς Ἑβραίοις. Ἡ δὲ Γʹ. καὶ Δʹ. Βασιλ. αʹ. καὶ βʹ. Βασιλειῶν ὀνομάζονται) 10.

Βασιλειῶν τρίτη καὶ τετάρτη ὁμοῦ. 11. Παραλειπομένων πρώτη καὶ δευτέρα ὁμοῦ. 12 Ἔσδρα πρῶτον καὶ δεύτερον ὁμοῦ. 13. Ψαλμοί. 14. Παροιμίαι. 15. Ἐκκλησιαστής. 16. ᾎσμα ᾈσμάτων. 17. Ἰώβ. 18. Οἱ δώδεκα μικροὶ Προφῆται ὀνομαζόμενοι βιβλίον ἕν. 19. Ἡσαίας. 20.

Ἱερεμίας ὁμοῦ, καὶ Θρῆνοι, καὶ Βαρούχ, καὶ ἐπιστολή. 21. Ἰεζεκιήλ. 22. Δανιήλ. Ἀναγινωσκόμενα δὲ βιβλία ἀπὸ τοὺς νεωστὶ κατηχουμένους ταῦτα εἰσί. Σοφία Σολομῶντος, ἥτις καὶ πανάρετος λέγεται κατὰ τὸν Εὐσέβιον (βιβλ. 11. κεφ. 7. περὶ Εὐαγγελικῆς προπαρασκευῆς,) Σοφία Σειράχ, ἥτις καὶ αὕτη πανάρετος λέγεται, κατὰ Γεώργιον τὸν Σύγγελον. (Σημείωσαι δὲ ὅτι ὁ Σειρὰχ Ἐκκλησιαστικὸς παρὰ τοῖς Δυτικοῖς ὀνομάζεται.) Ἐσθήρ, Ἰουδήθ, καὶ Τωβίας.

Σημείωσαι ὅμως ὅτι καὶ τὸ βιβλίον τῆς Ἐσθὴρ ἓν ὄν, μετὰ τῶν Κανονιζομένων βιβλίων συναριθμεῖται, καθὼς καὶ ὁ παρὼν Ἀποστολικὸς Κανὼν ἐν τοῖς κανονιζομένοις τοῦτο συγκαταλέγει, καὶ ἡ ἐν Λαοδικείᾳ σύνοδος, καὶ ἡ ἐν Καρθαγ. Ἀλλὰ καὶ ἡ Σοφία τοῦ Σολομῶντος, καὶ Ἰουδίθ, καὶ ὁ Τωβίτ, τοῖς κανονιζομένοις βιβλίοις συναριθμοῦνται ὑπὸ τῆς ἐν Καρθαγένη συνόδου. Ὡς κανονικὰ δὲ βιβλία καταλέγονται ἀπὸ τὸν παρόντα Ἀποστολικόν, καὶ τὰ τρία βιβλία τῶν Μακκαβαίων. Τῆς δὲ νέας Γραφῆς, Κανονικὰ βιβλία εἰσὶ ταῦτα· Τὰ δʹ. Εὐαγγέλια·

Αἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων· Αἱ ἑπτὰ καθολικαὶ Ἐπιστολαί· Ἰακώβου μία, Πέτρου δύω, Ἰωάννου τρεῖς, Ἰούδα μία· Παύλου ἐπιστολαὶ δεκατέσσαρες· Καὶ ἡ Ἀποκάλυψις. Περὶ τῆς ὁποίας ἀγκαλὰ καὶ λέγει ὁ θεῖος Ἀμφιλόχιος ἐν τοῖς Ἰάμβοις, ὅτι πολλοὶ μὲν ἐγκρίνουσιν ὡς γνησίαν, οἱ περισσότεροι δὲ τὴν κρίνουσιν ὡς νόθον. Ὅμως ὡς κανονιζόμενον βιβλίον ταύτην δέχεται ἡ ἐν Καρθαγ. σύνοδος, Καν. λʹ. καὶ ὁ μέγας Ἀθανάσιος ἐν τῇ λθʹ. προῤῥηθείσῃ ἐπιστολῇ, καὶ ὁ θεῖος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, μυστικὴν ἐποψίαν ταύτην ὀνομάζων, καὶ ὁ σχολιαστὴς τοῦ ἁγίου Διονυσίου θεῖος Μάξιμος πολλαχοῦ τῶν σχολίων αὑτοῦ ταύτης μνημονεύουσι. Καὶ ὁ θεῖος Ἱερώνυμος λέγων αὐτὴν τὸ ὑψηλότερον βιβλίον τοῦ κόσμου. Εἰ δὲ καὶ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος δὲν ἀναφέρει ταύτην εἰς τὰ ἔπη του· ἀλλ’ εἰς τὸν συντακτήριον λόγον ὁποῦ κάμνει πρὸς τοὺς ρνʹ. Ἐπισκόπους τῆς βʹ. συνόδου, φανερῶς ἀναφέρει αὐτήν, λέγων· πείθομαι γὰρ ἄλλους (Ἀγγέλους) ἄλλης ἐπιστατεῖν Ἐκκλησίας, ὡς Ἰωάννης διδάσκει με διὰ τῆς Ἀποκαλύψεως. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ὠριγένης εἶχεν ἔκθεσιν εἰς τὴν Ἀποκάλυψιν. Μέμνηται αὐτῆς καὶ Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρείας καὶ Κλήμης ὁ Στρωματεὺς δέχονται αὐτὴν καὶ Ἀπολινάριος, Ἐφραίμ, Παπίας, Ἰουστῖνος, Εἰρηναῖος, Τερτυλλιανός, Λακτάντιος, Σεβῆρος, Συλπίκιος, Αὐγουστῖνος, Μεθόδιος, Ἱππόλυτος, Ἀνδρέας ὁ Καισαρείας, καὶ αὐτὴ ἡ Οἰκουμενικὴ βʹ.

σύνοδος, ἔμπροσθεν τῆς ὁποίας ὁ Θεολόγος Γρηγόριος τὸν περὶ τῆς Ἀποκαλύψεως ἀναφέροντα συντακτήριον ἐξεφώνησε λόγον. Ὁ Σάρδεων Μελίτων, καὶ Θεόφιλος ὁ Ἀντιοχείας, καὶ ἄλλοι. Αἱ δύω δὲ τοῦ Κλήμεντος ἐπιστολαί, τὰς ὁποίας ἀναφέρει ὁ παρὼν Ἀποστολικὸς Κανών, πρὸς Κορινθίους εἰσὶν ἐπιστελλόμεναι, ὡς ἀπὸ μέρους τῆς ἐν Ῥώμῃ Ἐκκλησίας, καὶ ἐκδεδομέναι ἐν τῇ συλλογῇ τοῦ αʹ. τόμου τῶν Πρακτικῶν τῶν συνόδων, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ βʹ. νόθος κρίνεται ἀπὸ τὸν Φώτιον, φύλλ. 156 τῆς Μυριοβίβλου. Αἱ δὲ τῶν Ἀποστόλων Διαταγαί, αἵτινες καὶ διδαχὴ τῶν Ἀποστόλων ὀνομάζονται ὑπὸ τοῦ μεγάλου Ἀθανασίου, καὶ ὑπὸ τοῦ βʹ, τῆς ϛʹ. ἀπεβλήθησαν μὲν ἀπὸ τὸν βʹ. Κανόνα τῆς Οἰκουμενικῆς ϛʹ. συνόδου, ὡσὰν ὁποῦ ἐνοθεύθησαν ὑπὸ τῶν Αἱρετικῶν· ἐπειδὴ δὲ ὄχι ὅλαι ἐνοθεύθησαν, ἀλλ’ εἰς μέρη τινά, διὰ τοῦτο πολλοὶ τῶν Πατέρων καὶ πρὸ τῆς ϛʹ. οἷος μάλιστά ἐστιν ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, ἀλλὰ δὴ καὶ ὁ ἱερὸς Μάξιμος, ῥητὰ ἐξ αὐτῶν προεχειρίσθησαν. Καὶ ὁ μὲν Θεολόγος ἐν τῷ περὶ τοῦ Πάσχα λόγῳ τῷ, ἐπὶ τῆς φυλακῆς μου στήσομαι, πρόβατον ἀλληγορεῖ τὸν Χριστὸν διὰ τὸ τῆς ἀφθαρσίας ἔνδυμα, ὅπερ ῥητὸν ἐκ τῶν διαταγῶν ἠρανίσθη, κατὰ τὸν Νικήταν, ὁ δὲ θεῖος Μάξιμος περικοπὰς ὁλοκλήρους ἐκ τῶν διαταγῶν μεταχειρίζεται εἰς τὰ τοῦ Διονυσίου σχόλια. Τί λέγω τοὺς μερικούς; αὐτὴ ἡ Οἰκουμενικὴ εʹ.

σύνοδος μαρτυρίαν φέρει ἀπὸ τὰς διαταγάς, ἐν τῇ τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἐπιστολῇ, ὅτι πρέπει ὑπὲρ τῶν τελευτώντων νὰ δίδωνται ἐλεημοσύναι, σελίδι 392. τοῦ βʹ. τόμ. τῆς συλλογῆς τῶν συνόδων. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ϛʹ. ἐκ τῶν διαταγῶν μαρτυρίαν προεχειρίσθη ἡ ἐν τῇ ἁγίᾳ Σοφίᾳ σύνοδος. Καὶ Μιχαὴλ δὲ ὁ Κηρουλλάριος καὶ Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχης, μετὰ τῆς περὶ αὐτὸν συνόδου, ζῶν ἐν ἔτει 1053. μαρτυρίαν προεχειρίσατο κατὰ τῆς κουρᾶς τῶν γενείων, κειμένην ἐν τῷ αʹ. βιβλ. τῶν Ἀποστολικῶν διαταγ. κεφ. γʹ. οὕτω λέγουσαν· «Οὐκ ἀπομαδαρώσετε τοὺς πώγωνας ὑμῶν· γυναιξὶ γὰρ εὐπρεπὲς ὁ κτίσας ἐποίησε Θεός, ἀνδράσι δὲ ἀνάρμοστον ἐδικαίωσε.» Καὶ ὅρα σελ. 978. τοῦ βʹ. τόμ. τῶν συνοδικ. Καὶ νῦν καθὼς εὑρίσκονται τετυπωμέναι, δέν μοι φαίνεται νὰ ἔχουν κᾀνένα νόθον ἢ ἄτοπον. Ὁ δὲ ποιμὴν ὁποῦ ἀναφέρει ὁ μέγας Ἀθανάσιος ἐν τῇ πολλάκις ῥηθείσῃ ἐπιστολῇ, βιβλίον ἐστὶ μὴ σωζόμενον εἰς τοὺς καθ’ ἡμᾶς καιρούς. Ἴσως δὲ νὰ ἦτο τοιοῦτον, οἷός ἐστι καὶ ὁ λόγος ὁποῦ κάμνει ὁ τῆς Κλίμακος Ἰωάννης πρὸς τὸν ποιμένα, καὶ συντόμως εἰπεῖν, βιβλίον τοῦτο ἦτο, διδάσκον τὸν ποιμένα τῶν λογικῶν προβάτων, τίνι τρόπῳ νὰ ποιμαίνῃ ταῦτα πρὸς νομὴν σωτηριώδη, καὶ πῶς νὰ φυλάττῃ ταῦτα ἀβλαβῆ ἐκ τῶν ὀνύχων τῶν νοητῶν λύκων, δαιμόνων τε καὶ κακοδόξων ἀνθρώπων.

Ἀνήγγειλαν δὲ εἰς ἡμᾶς ὅτι, ὁ ποιμὴν οὗτος εὑρίσκεται βιβλίον παμπάλαιον ἔν τινι Μοναστηρίῳ τῆς Ἑλλάδος, ποίημα Κουάρτου, ἑνὸς τῶν Οʹ.

Ἀποστόλων. Τὸν ποιμένα ἀναφέρει καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος ἐν τοῖς σχολίοις τοῦ θείου Διονυσίου, ἔστι δὲ τὸ μέγεθος αὐτοῦ, ὅσον ἔστι τὸ τοῦ Ψαλτῆρος. Σημείωσαι ὅτι ὁ νδʹ. τῆς Καρθαγ. κοντὰ εἰς τὰ βιβλία τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας, προστάζει νὰ ἀναγινώσκωνται, καὶ οἱ βίοι τῶν Μαρτύρων, οἱ τὰ μαρτύρια αὐτῶν περιέχοντες, εἰς τὰς ἡμέρας τῶν ἑορτῶν τους.