Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Σχόλια εἰς τοὺς ἀποστολικοὺς κανόνας

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Κανόνες ΚΕ΄-ΛΑ΄: Καθαιρέσεις, σιμωνία και παρασυναγωγές

Ερμηνεία των κανόνων που προβλέπουν την καθαίρεση κληρικών για βαρέα αμαρτήματα, την αυστηρή καταδίκη της σιμωνίας, την απαγόρευση της βιαιοπραγίας και την αντιμετώπιση του σχίσματος και των παρασυναγωγών.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 4 από 9

ΚΑΝΩΝ ΚΕʹ. Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος ἐπὶ πορνείᾳ, ἢ ἐπιορκίᾳ, ἢ κλοπῇ, ἁλούς, καθαιρείσθω, καὶ μὴ ἀφοριζέσθω. Λέγει γὰρ ἡ Γραφή, «Οὐκ ἐκδικήσεις δὶς ἐπὶ τὸ αὐτό·» Ὡσαύτως καὶ οἱ λοιποὶ κληρικοί.

Ἑρμηνεία. Ὅλοι οἱ ἱερωμένοι καὶ κληρικοὶ πρέπει νὰ ᾖναι καθαροί, καὶ ἀνέγκλητοι, διὰ τοῦτο καὶ ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει ἔτσι. Ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος ἤθελε πιασθῇ, ἤγουν ἤθελεν ἀποδειχθῇ, πῶς ἔκαμε πορνείαν, ἢ παράβασιν ὅρκου ἢ κλεψίαν, κεφαλαιώδη δηλ. κατὰ τὸν κηʹ. τοῦ Νηστευτοῦ, ἤτοι κεφαλικὴν τιμωρίαν ἐπάγουσαν. Κεφαλικὴ δὲ τιμωρία δὲν εἶναι ὁ ἀποκεφαλισμός, ἢ θάνατος ἄλλος· ὡς ἑρμηνεύει ὁ Βαλσαμών, σχολιάζων τὸ κεʹ. κεφ. τοῦ θʹ. τίτλου τοῦ νομοκάνονος τοῦ Φωτίου, ἀλλὰ ἐξορία, τύφλωσις, κόψιμον τῆς χειρός, καὶ ἄλλα ὅμοια, ἂς καθαίρηται μὲν ἀπὸ τὴν ἱερωσύνην, ἂς μὴ ἀφορίζηται δὲ καὶ ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, καὶ προσευχὴν τῶν Χριστιανῶν. Διότι λέγει ἡ θεία Γραφή. Δὲν θέλεις παιδεύσει δύω φοραῖς, ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ ἁμάρτημα. Παρόμοια μὲ τοὺς ἱερωμένους καθαιροῦνται μὲν ἀπὸ τὸν κλῆρόν τους, οὐκ ἀφορίζονται δέ, καὶ ὅσοι ἄλλοι κληρικοὶ ἤθελαν πιασθοῦν εἰς τὰ εἰρημένα ἴδια ἁμαρτήματα.

Δύω δὲ πράγματα προσοχῆς ἄξια εἰς τὸν παρόντα Κανόνα περιλαμβάνονται· ἕνα μέν, ὅτι οἱ ἱερωμένοι οὗτοι καὶ κληρικοί, ἀγκαλὰ καὶ δὲν ἀφορίζονται ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, ἤτοι τὴν συνάθροισιν καὶ προσευχὴν τῶν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ Χριστιανῶν, ὡς οἱ κατηχούμενοι, κατὰ τὸν γʹ. καὶ λβʹ. καὶ ναʹ. τοῦ μεγ. Βασιλείου, δὲν μεταλαμβάνουν ὅμως, καὶ τῶν ἀχράντων μυστηρίων κατὰ τὸν αὐτὸν ὡς ἀνάξιοι ὄντες, καὶ ὑπὸ Κανόνα, ἕως ὅτου ἤθελε κρίνη εὔλογον ὁ Ἀρχιερεύς, ἢ ὁ τούτων πνευματικός. Καὶ ἄλλο δέ, ὅτι οἱ πιασθέντες, ὄχι εἰς ὅλα, ἀλλὰ εἰς τοῦτα μόνα τὰ ἁμαρτήματα, ὁποῦ ἀναφέρει ὁ παρὼν Κανών, ἱερωμένοι τε καὶ κληρικοὶ (ἂν δὲ πιασθοῦν καὶ εἰς ἄλλα ὅμοια τούτων, εἰς μοιχείαν δηλ. ἢ εἰς ἱεροσυλίαν) καθαιροῦνται μόνον, καὶ δὲν ἀφορίζονται. Διατὶ εἶναι καὶ ἄλλα ἁμαρτήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὅσοι ἱερωμένοι, καὶ κληρικοὶ πιασθοῦν, καὶ καθαιροῦνται ὁμοῦ καὶ ἀφορίζονται. Καθὼς εἶναι οἱ χειροτονηθέντες μὲ ἄσπρα, ἢ μὲ ἐξουσίαν τῶν ἀρχόντων, κατὰ τὸν κθʹ. καὶ λʹ. Κανόνα τῶν Ἀποστόλων. Σημείωσαι δέ, ὅτι, οἱ ἱερωμένοι καὶ κληρικοί, ὁποῦ διὰ τὰ ἀνωτέρω ἁμαρτήματα, ἐκαθῄροντο μέν, δὲν ἀφορίζοντο δέ, ἐὰν πάλιν ἔπιπτον μετὰ τὴν καθαίρεσιν εἰς τὰ αὐτά, ἢ εἰς ἄλλα ἁμαρτήματα, τότε καὶ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν παντελῶς ἀφωρίζοντο ὡς οἱ κατηχούμενοι. Δι’ ὃ καὶ ὁ αʹ.

τῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ διορίζων, ὅτι, ὁ Πρεσβύτερος ἐὰν πορνεύσῃ ἢ μοιχεύσῃ, ἀφορίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς οἱ λαϊκοὶ μετανοοῦντες. Οὗτος λέγω ἄριστα συμβιβάζεται μὲ τὸν παρόντα Ἀποστολικόν, κᾂν νοηθῇ, ὅτι, λέγει διὰ τὸν δίς, ἢ τρὶς πορνεύσαντα, ἢ μοιχεύσαντα Πρεσβύτερον.

Συμφωνία. Ἀλλὰ καὶ ὁ ηʹ. τῆς αὐτῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ λέγει, ὅτι καθαίρεται ὁ ἱερεὺς ὁποῦ συζῇ μὲ τὴν μοιχευθεῖσαν γυναῖκά του. Ὁ δὲ καʹ. τῆς ϛʹ. λέγει· Οἱ διὰ κανονικὰ ἐγκλήματα παντελῶς καθαιρεθέντες κληρικοί, εἰ μὲν θεληματικῶς μετανοήσωσιν, ἂς κουρεύουν τὰ μαλλία κατὰ τὸ σχῆμα τῶν κληρικῶν· ὄχι καὶ δὲν θέλουν νὰ παραιτήσουν τὴν ἁμαρτίαν θεληματικῶς, ἂς τρέφουσι τὰ μαλλία, καθὼς οἱ λαϊκοί. Ὁ δὲ ιζʹ. τοῦ Βασιλείου λέγει, πῶς ἐκεῖνοι ὁποῦ ὤμοσαν ὅτι νὰ μὴ ἐνεργοῦσι τὰ τῆς ἱερωσύνης Πρεσβύτεροι, (ἔκ τινος ἀνάγκης καὶ κινδύνου) φανερὰ μὲν δὲν πρέπει νὰ ἱερουργοῦσι (διὰ νὰ μὴ σκανδαλίζουσι δηλ. τοὺς γινώσκοντας αὐτοὺς ὅτι ὤμοσαν), ἀλλὰ κρυφίως· ὅμως νὰ μετανοῶσι διὰ τὸν ὅρκον ὁποῦ ἔκαμαν. Ὁ δὲ οʹ. τοῦ αὐτοῦ Κανὼν διορίζει, ὅτι ἐὰν Διάκονος, ἢ Πρεσβύτερος ἁμαρτήσῃ μετὰ γυναικὸς μέχρι μόνου φιλήματος, τῆς μὲν Ἱερωσύνης θέλει παύσει πρὸς καιρὸν κατὰ τὸν Ζωναρᾶν, τὰ δὲ μυστήρια θέλει ἀξιωθῇ νὰ μεταλαμβάνῃ μαζὺ μὲ τοὺς συμπρεσβυτέρους καὶ συνδιακόνους του. Εἰ δὲ φανερωθῇ ὅτι ἥμαρτέ τι περισσότερον ἀπὸ τὸ φίλημα, θέλει καθαιρεθῇ. Ὁ δὲ δʹ. τῆς ϛʹ. καθαιρεῖ τὸν Ἐπίσκοπον, ἢ Πρεσβύτερον, ἢ Διάκονον, ἢ ἄλλον τινὰ Κληρικὸν ὁποῦ σμιχθῇ μὲ γυναῖκα ἀφιερωμένην τῷ Θεῷ, ταὐτὸν εἰπεῖν καλογραίαν.

Ὁ δὲ Ἰωάννης ὁ Νηστευτὴς λέγει, ὅτι ἐάν τις πρὸ τοῦ νὰ ἱερωθῇ ἔπεσεν εἰς μαλακίαν, (ἡ ὁποία κατ’ ἰδίαν πορνεία λέγεται ἀπὸ μερικοὺς ἁγίους) οὗτος νὰ ἐπιτιμᾶται, ἔπειτα νὰ ἱεροῦται. Εἰ δὲ μετὰ τὴν ἱερωσύνην ἔπεσε, νὰ μένῃ ἀργὸς ἕνα χρόνον, καὶ νὰ κανονίζεται μὲ ἄλλα ἐπιτίμια, καὶ οὕτω νὰ ἱερουργῇ. Εἰ δὲ μετὰ τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἁμαρτίας, πάλιν πέσῃ δύω φοραῖς καὶ τρεῖς εἰς τοῦτο τὸ πάθος, ὁ τοιοῦτος νὰ καθαίρηται, καὶ νὰ ἔρχηται εἰς τάξιν ἀναγνώστου.

ΚΑΝΩΝ ΚΣΤʹ. Τῶν εἰς κλῆρον προελθόντων ἀγάμων κελεύομεν, βουλομένους γαμεῖν, ἀναγνώστας, καὶ ψάλτας μόνον.

Ἑρμηνεία. Οἱ μὲν Πρεσβύτεροι, καὶ Διάκονοι, καὶ Ὑποδιάκονοι, πρὸ τοῦ νὰ χειροτονηθοῦν, ἔχουν ἄδειαν νὰ λάβουν γυναῖκα, καὶ μετὰ τὸν γάμον νὰ χειροτονῶνται. Ἐὰν δὲ ὕστερα ἀπὸ τὴν χειροτονίαν ἤθελαν ὑπανδρευθῇ, καθαίρονται ἀπὸ τὸν βαθμόν τους κατὰ τὸν ϛʹ. τῆς ϛʹ. Οἱ δὲ ἀναγνῶσται, καὶ ψάλται καὶ οἱ κατώτεροι κληρικοὶ ἔχουσι τὴν ἄδειαν νὰ ὑπανδρευθοῦν, καὶ ἀφοῦ γένουν κληρικοὶ ἀπροκριματίστως, καὶ νὰ προβαίνουν καὶ εἰς μείζονα βαθμόν. Ὅθεν καὶ ὁ παρὼν Κανών, προστάζει τοὺς τοιούτους νὰ ὑπανδρεύωνται, καὶ μετὰ τὸ κληρωθῆναι· ὅμως μὲ ὀρθόδοξον γυναῖκα, καὶ ὄχι μὲ ἑτερόδοξον, κατὰ τὸν ιδʹ. Κανόνα τῆς δʹ. Οἰκουμενικῆς συνόδου. Ὁ δὲ θʹ. τῆς ἐν Καρθαγ. διορίζει· ὅτι ὅταν οἱ ἀναγνῶσται φθάσουν εἰς ἡλικίαν τῆς ἥβης, ἤτοι ιδʹ. χρόνων, νὰ ἀναγκάζωνται, ἢ νὰ ὑπανδρευθοῦν, ἢ νὰ ὁμολογήσουν ἐγκράτειαν, ἤτοι νὰ παρθενεύουν. Ἀφοῦ δὲ ὑπανδρευθοῦν νὰ μὴ ἀναγκάζωνται νὰ ἐγκρατεύωνται περισσότερον ἀπὸ τὸ διατεταγμένον, κατὰ τὸν λγʹ. τῆς αὐτῆς. Ὁ δὲ ξθʹ. τοῦ μεγάλου Βασιλείου λέγει, ὅτι ἀναγνώστης, ἐὰν πέσῃ μὲ τὴν ἀῤῥαβωνιαστικήν του πρὸ τοῦ νὰ στεφανωθῇ, νὰ ἀργῆται ἕνα χρόνον, εἶτα νὰ δέχηται, εἰς μεγαλήτερον δὲ βαθμὸν νὰ μὴ ἀναβαίνῃ. Ἐὰν δὲ κλεψιγαμήσῃ χωρὶς ἀῤῥαβῶνα, ἂς παύῃ τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ δὲ ϛʹ. τῆς ϛʹ. αὐτολεξεὶ ἐκτίθεται τὸν παρόντα Κανόνα.

ΚΑΝΩΝ ΚΖʹ. Ἐπίσκοπον, ἢ Πρεσβύτερον, ἢ Διάκονον, τύπτοντα πιστοὺς ἁμαρτάνοντας, ἢ ἀπίστους ἀδικήσαντας, καὶ διὰ τῶν τοιούτων φοβεῖν ἐθέλοντα, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν. Οὐδαμοῦ γὰρ ὁ Κύριος τοῦτο ἡμᾶς ἐδίδαξε. Τοὐναντίον δέ, αὐτὸς τυπτόμενος, οὐκ ἀντέτυπτε· λοιδορούμενος, οὐκ ἀντελοιδόρει· πάσχων, οὐκ ἠπείλει.

Ἑρμηνεία. Διδάσκων ὁ Κύριος τοὺς μαθητάς του τὰς θείας ἐντολάς του, ἔλεγεν «Ἐκεῖνα ὁποῦ λέγω εἰς ἐσᾶς τοὺς μαθητάς μου, τὰ λέγω εἰς ὅλους τοὺς Χριστιανούς·» Μία δὲ ἀπὸ τὰς ἐντολάς του εἶναι, τὸ νὰ στρέφωμεν τὴν ἀριστεράν μας σιαγόνα, εἰς ἐκεῖνον ὁποῦ ἤθελε μᾶς κτυπήσῃ εἰς τὴν δεξιάν. Ἂν λοιπὸν ἀπὸ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς ἡ ἐντολὴ αὕτη πρέπῃ νὰ φυλάττηται, πολὺ περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἱερωμένους, καὶ μάλιστα τοὺς Ἐπισκόπους, περὶ τῶν ὁποίων ἔγραφεν ὁ θεῖος Παῦλος πρὸς τὸν Τιμόθεον, ὅτι πρέπει ὁ Ἐπίσκοπος νὰ μὴ ᾖναι πλήκτης. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παρὼν Κανὼν λέγει· Ὅποιος Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος κτυπᾷ τοὺς Χριστιανοὺς ἐκείνους ὁποῦ σφάλλουν εἰς αὐτόν· ἢ τοὺς ἀπίστους, ὁποῦ ἤθελαν ἀδικήσῃ ἄλλους, καὶ θέλει τάχα, ὅτι μὲ τὰ τοιαῦτα κτυπήματα, νὰ κάμῃ νὰ τὸν φοβοῦνται οἱ λοιποί, προστάζομεν νὰ καθαίρηται ὁ τοιοῦτος. Διότι ὁ Κύριος εἰς κᾀνένα μέρος τοῦ Εὐαγγελίου δὲν μᾶς ἐδίδαξε τοῦτο νὰ κάμνωμεν· μάλιστα δὲ ὅλον τὸ ἐναντίον μᾶς ἐδίδαξε μὲ τὸ παράδειγμά του. Ἐπειδὴ δερνόμενος ἀπὸ τοὺς στρατιώτας, καὶ Ἰουδαίους, ἐν τῷ καιρῷ. τοῦ πάθους, δὲν ἐσήκωσε χέρι νὰ τοὺς δείρῃ καὶ αὐτός. Κατηγορούμενος καὶ ὑβριζόμενος, δὲν ὕβριζεν, οὔτε ἐκατηγόρει. Καὶ πάσχων ἐπάνω εἰς τὸν σταυρόν, δὲν ἐφοβέριζε νὰ τοὺς παιδεύσῃ, ἀλλὰ παρεκάλει τὸν Πατέρα του νὰ τοὺς συγχωρήσῃ. «

Τοῦ ὁποίου Κυρίου μιμηταὶ πρέπει νὰ ᾖναι καὶ οἱ ἱερωμένοι, ἐλέγχοντες μὲν τοὺς ἁμαρτάνοντας καὶ ἀδικοῦντας, ἵνα καὶ οἱ λοιποὶ φόβον ἔχωσι, καθὼς λέγει ὁ Παῦλος, καὶ σωφρονίζοντες αὐτούς, ποτὲ μέν, μὲ διδασκαλίαν καὶ νουθεσίας, ποτὲ δέ, καὶ μὲ τὰ Ἐκκλησιαστικὰ ἐπιτίμια, ὄχι δὲ καὶ ἐκδικοῦντες μὲ ὀργὴν καὶ θυμόν, τὴν ἀτιμίαν θετέον, ἢ τὸ σφάλμα ὁποῦ οἱ τοιοῦτοι ἔκαμαν εἰς αὐτούς, ἢ δέρνοντες αὐτοὺς καὶ ξυλίζοντες.» Τοῦτον τὸν ἴδιον Κανόνα καὶ ὁ θʹ. τῆς αʹ. καὶ βʹ. ἀναφέρων λέγει, ὅτι ὄχι μόνον καθαιροῦνται οἱ ἱερωμένοι ἐκεῖνοι ὁποῦ κτυπήσουν οἱ ἴδιοι μὲ τὸ χέρι των, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ βάλλουν ἄλλους νὰ κτυπήσουν.

ΚΑΝΩΝ ΚΗʹ. Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος καθαιρεθεὶς δικαίως, ἐπὶ ἐγκλήμασι φανεροῖς, τολμήσειεν ἅψασθαι τῆς ποτὲ ἐγχειρισθείσης αὐτῷ λειτουργίας, οὗτος παντάπασιν ἐκκοπτέσθω τῆς Ἐκκλησίας.

Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ἀνίσως τινὰς Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος καθαιρεθοῦν δικαίως, καὶ νομίμως διὰ ἐγκλήματα φανερά, καὶ ἀποδεδειγμένα, ὁ μὲν Ἐπίσκοπος, ἀπὸ τὴν σύνοδον, ὁ δὲ Πρεσβύτερος καὶ Διάκονος, ἢ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπόν τους, ἢ ἀπὸ τὴν σύνοδόν τους, ὕστερα δὲ ἀπὸ τὴν τοιαύτην νόμιμον καθαίρεσιν, ἀνίσως ἤθελαν ἀποτολμήσουν νὰ μεταχειρισθοῦν πάλιν τὴν δοθεῖσάν ποτε εἰς αὐτοὺς λειτουργίαν, λειτουργίαν ἐδῶ ἐννοεῖ, καὶ τὴν ἀρχιερωσύνην τοῦ Ἐπισκόπου, καὶ τὴν ἱερωσύνην τοῦ Πρεσβυτέρου καὶ Διακόνου, οἱ τοιοῦτοι λέγω ἂς ἀφορίζωνται παντελῶς ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, ἕνα μέν, διὰ τὴν ἄκραν τόλμην καὶ ἀδιαντροπίαν τους, ἄλλο δέ, διατὶ εἰς τοὺς ἱερωμένους, μετὰ τὴν καθαίρεσιν, ἄλλη κανονικὴ παιδεία δὲν μένει, πάρεξ τὸ νὰ ἀφορισθοῦν παντελῶς καὶ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν. Καὶ τοῦτο δικαίως· διότι ἀνίσως, κατὰ τὸν ιδʹ. τῆς Σαρδικῆς, ἐκεῖνος ὁποῦ δὲν καθαιρεθῇ δικαίως, ἤθελεν ἀποτολμήσῃ νὰ ἐνεργήσῃ τοῦ κλήρου, πρὸ συνοδικῆς ἄλλης κρίσεως, πρέπει νὰ σωφρονίζηται μὲ πικρὰ καὶ αὐστηρὰ λόγια. Ἀνίσως, κατὰ τὸν εʹ. τῆς αʹ. ἐκεῖνος ὁποῦ γένῃ ἀποσυνάγωγος, ὄχι ἀπὸ δικαιοσύνην, ἀλλὰ ἀπὸ κἄποιαν μικροψυχίαν, καὶ φιλονεικίαν τοῦ Ἐπισκόπου του, οὐδὲ αὐτὸς δύναται νὰ μεταχειρισθῇ τι ἱερατικὸν πρὸ συνοδικῆς ἐξετάσεως.

Πόσῳ μᾶλλον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐνεργήσῃ τι τῆς ἱερωσύνης, ὁ δικαίως διὰ ἁμαρτήματα καθαιρεθεὶς φανερά; Καὶ ἂν ὁ μέγας Βασίλειος τὸν ἀργηθέντα, ὑπ’ αὐτοῦ μόνον, Γρηγόριον, φοβερίζῃ, ὅτι θέλει τὸν καταδικάσει εἰς τὸ ἀνάθεμα, ἂν τολμήσῃ νὰ ἐνεργήσῃ τι πρὸ τῆς διορθώσεώς του, πῶς δὲν πρέπει νὰ ἐκκοπῇ τελείως ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, ὁ δικαίως καὶ διὰ φανερὰ ἁμαρτήματα καθαιρεθείς, μετὰ δὲ τὴν καθαίρεσιν τολμήσῃ νὰ μεταχειρισθῇ κᾀνένα ἱερατικόν;

Συμφωνία. «Λέγει δέ, καὶ ὁ λζʹ. τῆς ἐν Καρθαγέν. ὅτι αὐτὸς ἑαυτὸν καταδικάζει ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖνος, ἢ ὁ οἱοσδήποτε Κληρικός, ὁ ὁποῖος ἀφ’ οὗ γένῃ ἀκοινώνητος, πρὸ τοῦ νὰ κριθῇ, ἀποτολμήσει νὰ συγκοινωνήσῃ μὲ ἄλλους. Ὁ δὲ τὸν καταδικασθέντα εἰς ἔγκλημα ἐκδικῶν, νὰ ζημιοῦται, καὶ τῆς τιμῆς νὰ ἐκπίπτῃ κατὰ τὸν οαʹ. τῆς αὐτῆς Καρθαγέν. Ὁ δὲ καταδικασθεὶς δικαίως ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους, καὶ ἐν ἄλλοις τόποις μὴ εἰρηνεύων, καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ κατατρέχηται κατὰ τὸν οδʹ. τῆς αὐτῆς. Ὁ δὲ ζʹ. τοῦ Ἡρακλείας Νικήτα, θέλει νὰ διώκηται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν ὅποιος ἱερουργήσει, ἀφ’ οὗ κανονικῶς καθαιρεθῇ, ἕως νὰ μετανοήσῃ, καθὼς οἱ λαϊκοί, καὶ νὰ λάβῃ τὸ ἐπιτίμιον εἰς τὴν τάξιν τῶν μετανοούντων. Ὁ δὲ πολιτικὸς νόμος ἐν βιβλίῳ γʹ. Βασιλικῶν τιτλ. αʹ. κεφ. αʹ. οὕτω διορίζει. Ἐὰν ὁ καθαιρεθεὶς ὑπὸ τῆς συνόδου Ἐπίσκοπος ἤθελε προξενήσῃ ταραχήν, διὰ νὰ λάβῃ πάλιν τὴν Ἐπισκοπήν του, πρέπει νὰ διώκεται μακρὰν ἀπὸ αὐτὴν ρʹ. μίλια, καὶ μήτε εἰς τὸν Βασιλέα νὰ πηγαίνῃ. Ἐκεῖνοι δὲ ὁποῦ τὸν διαφεντεύουσι, νὰ πίπτωσιν ὑπό, παιδείαν.» Λέγει ὅμως ὁ θεῖος Χρυσόστομος (λόγ. γʹ. περὶ ἱερωσύν.)

ὅτι ὅποιος καθαιρεθῇ διὰ φθόνον, ἢ ἄλλην ἄδικον αἰτίαν, αὐτὸς εἰς μὲν τὸν ἑαυτόν του προξενεῖ μισθὸν μεγαλήτερον ἀπὸ τὸν τῆς ἱερωσύνης, ὅθεν καὶ πρέπει νὰ χαίρῃ, καὶ ὄχι νὰ λυπῆται, εἰς δὲ τοὺς ἀδίκως αὐτὸν καθῄραντας, προξενεῖ κόλασιν.

ΚΑΝΩΝ ΚΘʹ. Εἴ τις Ἐπίσκοπος, διὰ χρημάτων τῆς ἀξίας ταύτης ἐγκρατὴς γένοιτο, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, καθαιρείσθω, καὶ αὐτὸς καὶ ὁ χειροτονήσας, καὶ ἐκκοπτέσθω παντάπασι καὶ τῆς κοινωνίας, ὡς Σίμων ὁ μάγος ὑπ’ ἐμοῦ Πέτρου.

Ἑρμηνεία. Εἰς μὲν τὸν κεʹ. Κανόνα τους εἶπον οἱ Θεῖοι Ἀπόστολοι, ὅτι οὐκ ἐκδικήσεις δὶς ἐπὶ τὸ αὐτό, εἰς δὲ τὸν παρόντα Κανόνα, μὲ διπλῆν παιδείαν παιδεύουσι τοὺς χειροτονουμένους μὲ ἀργύρια, διὰ τὴν ὑπερβολὴν τῆς κακίας, λέγοντες οὕτω· Ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, λάβῃ τὴν ἀξίαν τῆς ἱερωσύνης μὲ ἄσπρα, ἂς καθαίρεται καὶ αὐτὸς ὁποῦ ἐχειροτονήθη, καὶ ἐκεῖνος ὁποῦ τὸν ἐχειροτόνησε, καὶ ἂς ἀφορίζηται παντελῶς καὶ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ προσευχὴν τῶν πιστῶν· καθὼς ἀφωρίσθη καὶ ὁ Σίμων ὁ μάγος ἀπὸ ἐμένα τὸν Πέτρον. Διότι βαρύτερον ἁμάρτημα καὶ χειρότερον δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ, ὡσὰν τὸ νὰ πωλῇ τινὰς καὶ νὰ ἀγοράζῃ τὴν ἀπώλητον καὶ ἀνεξαγόραστον χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὅθεν καὶ ὁ θεῖος Ταράσιος γράφοντας πρὸς τὸν Ῥώμης Ἀδριανόν, ἀποδεικνύει, ὅτι, οἱ χειροτονοῦντες μὲ ἄσπρα, εἶναι πλέον δυσσεβέστεροι ἀπὸ τὸν πνευματομάχον Μακεδόνιον: ὡσὰν ὁποῦ, ἐκεῖνος μὲν ἐφλυάρει, πῶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον εἶναι δοῦλον καὶ κτίσμα τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός· οἱ δὲ χειροτονοῦντες μὲ ἄσπρα, δοῦλον ἰδικόν τους φαίνονται πῶς κάμνουσι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, πωλοῦντες αὐτὸ ὡς δοῦλον εἰς τοὺς διδόντας τὰ χρήματα, καὶ οἱ χειροτονούμενοι ὁμοίως, ὡς δοῦλον αὐτὸ παρὰ τῶν πωλούντων ἀγοράζουσι.

Καὶ καθὼς ὁ προδότης Ἰούδας τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ ἐπώλησεν: ἔτσι καὶ αὐτοὶ διὰ τῶν ἀργυρίων πωλοῦσι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· πλὴν ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ τοῦ Ταρασίου, φαίνεται ὅτι ὁ θεῖος Χρυσόστομος σὺν τῇ περὶ αὐτὸν συνόδῳ, ἔκαμαν συγκατάβασιν καὶ ἐσυγχώρησαν νὰ μεταλαμβάνουν μέσα εἰς τὸ βῆμα, ὅσοι ἔδωκαν ἄσπρα εἰς τὸν Ἀντωνῖνον Ἐπίσκοπον, καὶ ἐχειροτονήθησαν.

Συμφωνία. «Ὄχι δὲ μόνον οἱ Ἐπίσκοποι, καὶ Πρεσβύτεροι, καὶ Διάκονοι, κατὰ τὸν παρόντα Κανόνα, ἀλλὰ καὶ οἱ Ὑποδιάκονοι, καὶ Ἀναγνῶσται, καὶ Ψάλται, ἕως Οἰκονόμου, καὶ Ἐκδίκου, καὶ Προσμοναρίου, ὅλοι, λέγω, κοινῶς, ἐπὶ χρήμασι χειροθετούμενοι, καθαιροῦνται κατὰ τὸν βʹ. τῆς δʹ. κατὰ δὲ τὴν ἐπιστολὴν Γενναδίου, καὶ τῇ κατάρᾳ τοῦ ἀναθέματος ὑποβάλλονται. Ἀλλὰ καὶ ὅσοι γένουν μεσῖται εἰς τὰς τοιαύτας διὰ χρημάτων χειροθεσίας, Κληρικοὶ μὲν ὄντες, καθαιροῦνται, λαϊκοὶ δέ, ἢ μονάζοντες, ἀναθεματίζονται, κατὰ τὸν ἴδιον βʹ. τῆς δʹ. συνόδου Κανόνα.

Καὶ ὁ κβʹ. τῆς ϛʹ. καθαιρεῖ τοὺς ἐπὶ χρήμασι χειροτονουμένους τε καὶ χειροτονήσαντας, Ἐπισκόπους καὶ Κληρικούς. Ὁ δὲ εʹ. τῆς ζʹ. εἰς τὸν ἔσχατον βαθμὸν καταβιβάζει τοῦ οἰκείου τάγματος τοὺς ἐγκαυχωμένους μὲν ὅτι διὰ χρημάτων συνηριθμήθησαν εἰς τὸ τάγμα τῶν ἐκκλησιαστικῶν, ὀνειδίζοντας δὲ τοὺς ἄλλους, ὅτι χωρὶς δόσεως χρημάτων ἐτάχθησαν μὲ τοὺς Κληρικούς. Ἐκφέρει δὲ αὐτολεξεὶ καὶ τὸν παρόντα Ἀποστολικόν, καὶ τὸν βʹ. τῆς δʹ. Ἀλλὰ καὶ ὁ ιθʹ. τῆς αὐτῆς ζʹ. προστάζει, μήτε οἱ προσερχόμενοι εἰς τὸ ἱερατικὸν τάγμα, μήτε εἰς τὸ μοναχικόν, διὰ χρημάτων νὰ δέχωνται. Ὁ δὲ κγʹ. τῆς ϛʹ. προσθέτει, ὅτι νὰ καθαίρωνται ὅσοι Ἐπίσκοποι, ἢ Πρεσβύτεροι, ἢ Διάκονοι ζητήσουν ἄσπρα, ἢ ἄλλο εἶδος ἀπὸ ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἤθελε μεταδώσουν τὰ θεῖα Μυστήρια, χάριν τῆς Μεταλήψεως. Ὁ δὲ δʹ. τῆς ζʹ. ἀφορίζει τὸν Ἐπίσκοπον ὁποῦ ἀφορίσει τινὰ Κληρικόν του, ἢ ἀργήσει, ἢ ναὸν Θεοῦ κλείσει, δι’ ἀπαίτησιν ἀργυρίου ἢ ἄλλου εἴδους τινός. Ὅρα καὶ τὴν συγκατάβασιν ὁποῦ μεταχειρίζεται ὁ μέγας Βασίλειος περὶ τῶν Σιμωνιακῶν εἰς τὴν γʹ. ὑποσημείωσιν τοῦ ϛʹ. αὐτοῦ Κανόνος.»

ΚΑΝΩΝ Λʹ. «Εἴ τις Ἐπίσκοπος κοσμικοῖς ἄρχουσι χρησάμενος, δι’ αὐτῶν ἐγκρατὴς Ἐκκλησίας γένοιτο, καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω. Καὶ οἱ κοινωνοῦντες αὐτῷ πάντες.»

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος ὁ Κανὼν παρομοίως μὲ τὸν ἀνωτέρω διπλᾶ παιδεύει ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ ἁμάρτημα, λέγων· Ὅποιος Ἐπίσκοπος ἤθελε μεταχειρισθῇ ἄρχοντας κοσμικούς, καὶ διὰ μεσιτείας αὐτῶν πάρῃ κᾀμμίαν Ἐπισκοπήν, ἢ Μητρόπολιν, ἂς καθαίρηται ἐν ταυτῷ, καὶ ἂς ἀφορίζηται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν. Ὁμοίως καὶ ὅσοι ἤθελαν συγκοινωνήσουν μὲ αὐτὸν Κληρικοί, εἴτε οἱ χειροτονήσαντες αὐτὸν δηλαδὴ Ἀρχιερεῖς, εἴτε Πρεσβύτεροι, ἢ Διάκονοι, ἢ Ὑποδιάκονοι, ἢ Ἀναγνῶσται, ὅλοι λέγω, ἂς καθαιροῦνται ἀπὸ τὸν κλῆρον αὐτῶν, καὶ ἂς ἀφορίζωνται.

Συμφωνία. «Οἱ δὲ μεσιτεύσαντες αὐτοὶ ἄρχοντες, ὄχι μόνον ἀφορίζονται, ἀλλὰ καὶ ἀναθεματίζονται ἀπὸ τὸν βʹ. τῆς δʹ. ὡς εἴρηται. Καὶ μάλιστα ἂν ἡ χειροτονία αὕτη εἰς τὴν ὁποίαν ἐμεσίτευσαν, διὰ χρημάτων ἐγένετο. Ἐπειδὴ κατὰ τὸν γʹ. τῆς ζʹ. δὲν πρέπει οἱ κοσμικοὶ ἄρχοντες νὰ ψηφίζουν Ἐπισκόπους, ἢ Πρεσβυτέρους, ἢ Διακόνους, οὔτε οἱ ὄχλοι νὰ κάμνουν τὰς ἐκλογὰς τῶν ἱερωμένων, κατὰ τὸν ιγʹ. τῆς ἐν Λαοδικείᾳ (κατὰ προηγούμενον τρόπον δηλαδὴ), ἀλλὰ οἱ ὁμοταγεῖς Ἐπίσκοποι καὶ Ἱερεῖς.» Εἶπα κατὰ προηγούμενον τρόπον, ὅτι, δὲν ψηφίζουν οἱ λαϊκοί, ἐπειδή, κατὰ ἑπόμενον τρόπον, πρέπει νὰ ἐρωτῶνται καὶ αὐτοὶ ἂν συναινοῦσιν εἰς τὴν ψῆφον, ἢ ὅλοι, ἢ οἱ περισσότεροι (καὶ ὅρα εἰς τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ βʹ. Ἀποστολικοῦ Κανόνος, καὶ τοῦ εʹ. τῆς ἐν Λαοδικείᾳ), αʹ. δι’ ὅτι, ἂν αὐτοὶ ἔχουν νὰ ἀποδείξουν κατὰ τοῦ ὑποψηφίου κᾀμμίαν κατηγορίαν ἀληθῆ, πρέπει νὰ ἐμποδίζηται ἡ χειροτονία του, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ξαʹ. Ἀποστολικοῦ, καὶ βʹ. ἂν καὶ αὐτοὶ δὲν συναινοῦσιν εἰς τὴν ψῆφόν του, ἐνδέχεται νὰ μὴ δεχθοῦν τὸν Ἀρχιερέα ἐκεῖνον ὁποῦ ψηφίσει μόνη ἡ σύνοδος, καὶ ἐντεῦθεν νὰ ἀκολουθήσῃ σύγχυσις καὶ διαίρεσις μεταξὺ τῶν Ἀρχιερέων καὶ τῶν Χριστιανῶν· ἀγκαλὰ καὶ τὴν σήμερον δὲν ἐνεργεῖται, οὔτε αὐτὴ ἡ κατὰ ἑπόμενον τρόπον ἐρώτησις τῶν λαϊκῶν καὶ συναίνεσις. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν ξαʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΛΑʹ. «Εἴ τις Πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου Ἐπισκόπου, χωρὶς συναγάγει, καὶ θυσιαστήριον ἕτερον πήξει, μηδὲν κατεγνωκὼς τοῦ Ἐπισκόπου ἐν εὐσεβείᾳ, καὶ δικαιοσύνῃ, καθαιρείσθω, ὡς φίλαρχος. Τύραννος γάρ ἐστιν· ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ λοιποὶ Κληρικοί, καὶ ὅσοι ἂν αὐτῷ προσθῶνται, οἱ δὲ λαϊκοὶ ἀφοριζέσθωσαν». Ταῦτα δὲ μετὰ μίαν, καὶ δευτέραν, καὶ τρίτην παράκλησιν τοῦ Ἐπισκόπου, γινέσθω.

Ἑρμηνεία. Τάξις συνέχει καὶ τὰ οὐράνια, καὶ τὰ ἐπίγεια, κατὰ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον. Πρέπει λοιπὸν ἡ εὐταξία, καὶ πανταχοῦ μὲν νὰ φυλάττηται ὡς συνεκτικὴ καὶ σωστική, μάλιστα δὲ εἰς τοὺς ἐκκλησιαστικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν χρέος νὰ γνωρίζωσιν ὁ καθεὶς τὰ ἰδικά των μέτρα, καὶ τὰ ὅρια τῆς οἰκείας τάξεως νὰ μὴ ὑπερβαίνουσιν. Ἀλλ’ οἱ μὲν Πρεσβύτεροι, καὶ Διάκονοι, καὶ Κληρικοὶ πάντες, νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὸν ἰδικόν τους Ἐπίσκοπον· οἱ δὲ Ἐπίσκοποι, εἰς τὸν ἰδικόν τους Μητροπολίτην· οἱ δὲ Μητροπολῖται, εἰς τὸν ἐδικόν τους Πατριάρχην. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παρὼν Ἀποστολικὸς Κανὼν διορίζεται οὕτως· Ὅποιος Πρεσβύτερος ἤθελε καταφρονήσῃ τὸν ἰδικόν του Ἐπίσκοπον, καὶ χωρὶς νὰ γνωρίσῃ αὐτὸν πῶς σφάλλει φανερὰ ἢ εἰς τὴν εὐσέβειαν, ἢ εἰς τὴν δικαιοσύνην: ταὐτὸν εἰπεῖν, χωρὶς νὰ γνωρίσῃ αὐτὸν πῶς εἶναι φανερά, ἢ αἱρετικός, ἢ ἄδικος, ἤθελε συμμαζώνῃ κατ’ ἰδίαν τοὺς Χριστιανούς, καὶ κτίσας ἄλλην ἐκκλησίαν ἤθελε λειτουργῇ εἰς αὐτὴν ξεχωριστά, χωρὶς τὴν ἄδειαν καὶ γνώμην τοῦ Ἐπισκόπου του, ὁ τοιοῦτος ὡς φίλαρχος, ἂς καθαίρηται· ἐπειδὴ ὡς τύραννος μὲ βίαν καὶ τυραννίαν, ζητεῖ νὰ σφετερίσῃ τὴν ἀνήκουσαν ἐξουσίαν τῷ Ἐπισκόπῳ του. Ἀλλὰ καὶ ὅσοι μὲν ἄλλοι Κληρικοὶ συμφωνήσουν μὲ αὐτὸν εἰς τὴν τοιαύτην ἀποστασίαν, ἂς καθαίρωνται παρομοίως καὶ αὐτοί· ὅσοι δὲ λαϊκοί, ἂς ἀφορίζωνται.

Ταῦτα ὅμως νὰ γίνωνται, ἀφ’ οὗ ὁ Ἐπίσκοπος παρακινήσῃ μὲ γλυκάδα καὶ ἡμερότητα τρεῖς φοραῖς τοὺς ἀπ’ αὐτοῦ χωρισθέντας, νὰ λείψουν ἀπὸ τοιοῦτον κίνημα, καὶ αὐτοὶ σταθοῦν εἰς τὸ πεῖσμά των. Ὅσοι δὲ χωρίζονται ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπόν τους πρὸ συνοδικῆς ἐξετάσεως, διατὶ αὐτὸς κηρύττει δημοσίᾳ κᾀμμίαν κακοδοξίαν καὶ αἵρεσιν, οἱ τοιοῦτοι, ὄχι μόνον εἰς τὰ ἀνωτέρω ἐπιτίμια δὲν ὑπόκεινται, ἀλλὰ καὶ τὴν πρέπουσαν εἰς τοὺς ὀρθοδόξους τιμὴν ἀξιόνονται, κατὰ τὸν ιεʹ. τῆς αʹ. καὶ βʹ.

Συμφωνία. Συμφώνως, καὶ σχεδὸν μὲ τὰς αὐτὰς λέξεις ἀναφέρει τὸν Ἀποστολικόν, καὶ ὁ εʹ. τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ, τοῦτο μόνον προστιθείς, ὅτι, ἐὰν οἱ παρασυνάγωγοι αὐτοὶ ἱερωμένοι μετὰ τὴν καθαίρεσίν των, πάλιν ταράττωσι τὴν Ἐκκλησίαν, νὰ σωφρονίζωνται μὲ παιδείαν ἐξωτερικὴν (περὶ ἧς ὅρα τὴν αʹ. ὑποσημ. τοῦ κζʹ. Ἀποστολικοῦ). Καὶ ὁ ιηʹ. τῆς δʹ. καὶ λδʹ. τῆς ϛʹ. καθαιροῦσι τοὺς Κληρικοὺς ὁποῦ κάμουσι συνωμοσίαν, καὶ φατρίαν κατὰ τοῦ Ἐπισκόπου των, καὶ τῶν συγκληρικῶν αὐτῶν. Ὁ δὲ ϛʹ. καθαιρεῖ τοὺς βαπτίζοντας, ἢ λειτουργοῦντας εἰς εὐκτηρίους οἴκους, παρὰ γνώμην τοῦ Ἐπισκόπου των. Ὅρα καὶ τὸν ξβʹ. τῆς ἐν Καρθαγένῃ. Οὐ μόνον δὲ οὗτος, ἀλλὰ καὶ ὁ ιγʹ. τῆς πρωτοδευτέρας Κανών, καθαιρεῖ τὸν Πρεσβύτερον καὶ Διάκονον ἐκεῖνον, ὁποῦ διὰ κᾄποια ἐγκλήματα τοῦ Ἐπισκόπου του, ἤθελε χωρισθῇ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν αὐτοῦ, καὶ τὸ ὄνομά του δὲν ἤθελεν ἀναφέρῃ, κατὰ τὸ σύνηθες, ἐν ταῖς ἱεραῖς τελεταῖς, πρὸ τοῦ νὰ γένῃ περὶ τῶν ἐγκλημάτων αὐτοῦ συνοδικὴ ἐξέτασις. Ὁμοίως καὶ Ἐπίσκοπος καθαίρεται, ἐὰν κατὰ τοῦ ἰδίου Μητροπολίτου τολμήσῃ τοιοῦτόν τι, κατὰ τὸν ιδʹ. τῆς αὐτῆς αʹ. καὶ βʹ. Καὶ Μητροπολίτης ὡσαύτως καθαίρεται, ἐὰν χωρίσῃ τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τοῦ οἰκείου Πατριάρχου, κατὰ τὸν ιεʹ. τῆς αὐτῆς. Κατὰ δὲ τὸν ϛʹ. τῆς ἐν Γάγγρᾳ, καὶ ιʹ. καὶ ιαʹ. τῆς Καρθ.

οἱ ἀπὸ τοῦ Ἐπισκόπου αὐτῶν χωρισθέντας Πρεσβύτεροι, ὄχι μόνον καθαιροῦνται, ἀλλὰ καὶ τῷ ἀναθέματι ὑποβάλλονται.

Ταῦτα μὲν ἐῤῥέθησαν διὰ ἐκείνους ὁποῦ χωρίζονται ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπόν τους διὰ πρόφασιν ἐγκλημάτων τινῶν. Ὁ δὲ αʹ. τοῦ μεγάλου Βασιλείου μὲ ἀργίαν μόνον προσωρινὴν τῆς ἱερωσύνης, παιδεύει τοὺς παρασυναγώγους ἱερεῖς.