Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Σχόλια εἰς τοὺς ἀποστολικοὺς κανόνας

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Κανόνες Θ΄-ΙΣΤ΄: Εκκλησιαστική ευταξία και μετακινήσεις κληρικών

Ανάλυση των κανόνων που αφορούν την παραμονή των πιστών έως το πέρας της θείας λειτουργίας, καθώς και την απαγόρευση της αυθαίρετης μετάβασης επισκόπων και λοιπών κληρικών σε άλλες επαρχίες.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 2 από 9

ΚΑΝΩΝ Θʹ. Πάντας τοὺς εἰσιόντας πιστούς, καὶ τῶν Γραφῶν ἀκούοντας, μὴ παραμένοντας δὲ τῇ προσευχῇ, καὶ τῇ ἀγίᾳ Μεταλήψει, ὡς ἀταξίαν ἐμποιοῦντας τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀφορίζεσθαι χρή.

Ἑρμηνεία. Καὶ οἱ δύω ἐξηγηταὶ τῶν ἱερῶν Κανόνων, ὁ Ζωναρᾶς, λέγω, καὶ ὁ Βαλσαμὼν ἑρμηνεύοντες τὸν παρόντα Ἀποστολικὸν κανόνα, συμφώνως λέγουσιν ὅτι, ὅσοι Χριστιανοὶ ἐμβαίνουσιν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅταν ἐπιτελῆται ἡ θεία λειτουργία, καὶ ἀκούουσι μὲν τὰς θείας Γραφάς, δὲν προσμένουσι δὲ μέχρι τέλους, μήτε μεταλαμβάνουν, αὐτοὶ πρέπει νὰ ἀφορίζωνται, ὡσὰν ὁποῦ προξενοῦσιν ἀταξίαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Καὶ ὁ μὲν Ζωναρᾶς λέγει αὐτολεξεί, «πάντας ὁ παρὼν Κανὼν ἀπαιτεῖ, τῆς ἁγίας ἐπιτελουμένης θυσίας, μέχρι τέλους προσκαρτερεῖν τῇ εὐχῇ καὶ τῇ ἁγίᾳ Μεταλήψει. Καὶ οἱ λαϊκοὶ γὰρ συνεχῶς μεταλαμβάνειν τότε ἀπῃτοῦντο.» Ὁ δὲ Βαλσαμών· «Ὁ τοῦ παρόντος Κανόνος διορισμὸς δριμύτατός ἐστιν· ἀφορίζει γὰρ τοὺς ἐκκλησιάζοντας, καὶ μὴ παραμένοντας μέχρι τέλους, μηδὲ μεταλαμβάνοντας.»

Συμφωνία. Συμφώνως μὲ τὸν παρόντα Κανόνα διορίζεται καὶ ὁ βʹ. τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ, λέγων, «ὅλοι ἐκεῖνοι ὁποῦ ἐμβαίνουσιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐν καιρῷ τῆς θείας λειτουργίας, καὶ ἀκούουσι μὲν τὰς Γραφάς, ἀποστρέφονται δὲ (ταὐτὸν εἰπεῖν δι’ εὐλάβειαν τάχα, καὶ ταπεινοφροσύνην ἀποφεύγουσι, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἀρίστου ἑρμηνευτοῦ Ζωναρᾶ), τὴν θείαν Μετάληψιν κατὰ ἀταξίαν τινά, οὗτοι, λέγω, ἂς ἀφορίζωνται. Τὴν συνέχειαν τῆς Μεταλήψεως βεβαιοῖ καὶ ὁ ξϛʹ. τῆς ϛʹ. προστάζων τοὺς Χριστιανοὺς εἰς ὅλην τὴν διακαινήσιμον ἑβδομάδα, νὰ σχολάζουσιν εἰς ψαλμοὺς καὶ ὕμνους, καὶ νὰ κατατρυφῶσι τὰ θεῖα μυστήρια. Ἀλλὰ δὴ καὶ ἐκ τοῦ γʹ. Κανόνος τοῦ ἁγίου Τιμοθέου ἡ συνέχεια τῆς Μεταλήψεως συμπεραίνεται. Εἰ γὰρ ἐκεῖνος συγχωρεῖ τὸν δαιμονιζόμενον νὰ μεταλαμβάνῃ, ὄχι ὅμως καθ’ ἑκάστην, ἀλλὰ κατὰ Κυριακὴν μόνον, (κᾂν ἐν ἄλλοις ἀντιγράφοις γέγραπται, κατὰ καιροὺς μόνον) ἑπόμενον εἶναι ὅτι οἱ μὴ δαιμονιζόμενοι συγχωροῦνται νὰ μεταλαμβάνουν ἀκόμη συχνότερον.» Τινὲς δὲ θέλουσιν, ὅτι, διὰ τοῦτο ὁ αὐτὸς Τιμόθεος, κανόνι γʹ. διορίζει, τὸ Σάββατον καὶ τὴν Κυριακὴν νὰ μὴ συνευρίσκωνται τὰ ἀνδρόγυνα ἐκ συμφώνου, διὰ νὰ μεταλάβουν δηλ. ἐπειδὴ τῷ τότε καιρῷ εἰς αὐτὰς μόνον τὰς ἡμέρας, ὡς εἴπομεν, ἐτελεῖτο ἡ θεία λειτουργία. Βεβαιοῖ δὲ τὴν γνώμην αὐτῶν ταύτην καὶ ὁ θεῖος Ἰουστῖνος, λέγων ἐν τῇ βʹ.

ἀπολογίᾳ ὅτι «τῇ ἡμέρᾳ τοῦ ἡλίου, ἤγουν τῇ Κυριακῇ, ἐσυναθροίζοντο πάντες οἱ Χριστιανοὶ εἰς τὰς ἐκκλησίας (αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦτο καὶ Κυριακὰ ὠνομάζοντο), καὶ μετελάμβανον τὰ θεῖα μυστήρια. Ὅτι δὲ καὶ πάντοτε οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ συχνάζουν εἰς τὴν θείαν κοινωνίαν, βεβαιοῖ ἀπὸ τὴν Δύσιν ὁ θεῖος Ἀμβρόσιος, λέγων οὕτω. Βλέπομεν πολλοὺς ἀδελφοὺς νὰ συναθροίζωνται ἀμελέστερα εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ μάλιστα κατὰ τὰς Κυριακὰς νὰ μὴ ἦναι παρόντες εἰς τὰ μυστήρια. Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς κατηγορῶν τοὺς μὴ συνεχῶς μεταλαμβάνοντας, λέγει περὶ τοῦ μυστικοῦ ἄρτου· Ὁ Θεὸς ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τὸν ἄρτον τοῦτον καθημερινόν, καὶ ἡμεῖς ποιοῦμεν αὐτὸν ἐνιαύσιον. Ἀπὸ δὲ τῆς Ἀσίας, μάλιστα κατ’ ἐξαίρετον, ὁ θεῖος Χρυσόστομος ἀπαιτεῖ τοῦτο ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς.» Καὶ ἴδε ἐν τῷ προοιμίῳ τῆς εἰς τὴν πρὸς Ῥωμαίους ἑρμηνείας λόγῳ ηʹ. καὶ πρὸς Ἑβραίους λόγῳ ιηʹ. εἰς τὰς Πράξεις, καὶ ὁμιλίᾳ εʹ. τῆς αʹ. πρὸς Τιμόθεον, καὶ ὁμιλίᾳ ιζʹ. τῆς πρὸς Ἑβραίους, καὶ λόγῳ τῷ εἰς τοὺς τὰ πρῶτα Πάσχα νηστεύοντας, ὁμιλία γʹ. πρὸς Ἐφεσ. λόγῳ πρὸς τοὺς ἀπολιμπανομένους τῶν θείων συνάξεων, ὁμιλίᾳ κηʹ. τῆς αʹ. πρὸς Κορινθίους, λόγῳ εἰς τὸν μακάριον Φιλογόνιον, καὶ λόγῳ περὶ νηστείας.

Ἐν οἷς ὅρα πόσον ἀγωνίζεται, καὶ πόσα ῥητορεύει ἡ καλὴ ἐκείνη γλῶσσα, διὰ νὰ παρακινήσῃ τοὺς Χριστιανοὺς νὰ μεταλαμβάνωσιν, εἰς τὸν αὐτὸν καιρόν, καὶ ἀξίως, καὶ συνεχῶς. Ὅρα δὲ καὶ τὸν μέγαν Βασίλειον ἐπιστολῇ πρὸς Καισαρίαν Πατρικίαν, καὶ λόγῳ αʹ. περὶ βαπτίσματος. Ἀλλὰ καὶ ὅποιος δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰς εὐχὰς ὅλης τῆς θείας λειτουργίας, τάχα δὲν βλέπει φανερά, πῶς, ὅλαι αὐταὶ ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ νὰ μεταλαμβάνουσιν οἱ συναθροιζόμενοι Χριστιανοὶ εἰς τὴν λειτουργίαν, ὅσοι δηλαδὴ εἶναι ἄξιοι;

ΚΑΝΩΝ Ιʹ. Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κᾂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω.

Ἑρμηνεία. Τὸ ὄνομα, ἀκοινώνητος, ἔχει τρεῖς σημασίας. Διότι, ἢ δηλοῖ τὸν συνεστῶτα μὲν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, καὶ συμπροσευχόμενον μὲ τοὺς λοιποὺς Χριστιανούς, μὴ κοινωνοῦντα δὲ τὰ θεῖα Μυστήρια· ἢ δηλοῖ τὸν μήτε κοινωνοῦντα, μήτε συνιστάμενον καὶ προσευχόμενον μὲ τοὺς πιστοὺς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, ἀλλὰ ἀφοριζόμενον ἀπὸ αὐτούς, καὶ εὐγαίνοντα ἔξω τῆς ἐκκλησίας καὶ προσευχῆς. Ἢ τελευταῖον δηλοῖ, κάθε κληρικὸν ὁποῦ γένη ἀπὸ τὸν κλῆρον ἀκοινώνητος: Ἐπίσκοπον θετέον, ἀπὸ τοὺς συνεπισκόπους του, Πρεσβύτερον, ἀπὸ τοὺς συμπρεσβυτέρους του, ἢ Διάκονον, ἀπὸ τοὺς συνδιακόνους του, καὶ καθ’ ἑξῆς. Καὶ κάθε μὲν ἀκοινώνητος, ταὐτὸν εἰπεῖν ἀφωρισμένος ἀπὸ τοὺς πιστοὺς τοὺς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, εἶναι ἐνταυτῷ καὶ ἀκοινώνητος ἀπὸ τὰ Μυστήρια, κάθε δὲ ἀκοινώνητος ἀπὸ τὰ Μυστήρια, δὲν εἶναι ἀκοινώνητος καὶ ἀπὸ τὴν ὁμήγυριν τῶν πιστῶν. Καθὼς εἶναι οἱ καθαιρεθέντες κληρικοί, καὶ ἀπὸ τῶν μετανοούντων οἱ συνεστῶτες, οἱ ὁποῖοι, μήτε κοινωνοῦσι, μήτε τῆς Ἐκκλησίας ἐξέρχονται, ὡς οἱ κατηχούμενοι καθὼς εἴπομεν. Ὁ δὲ παρὼν Κανών, ἀκοινώνητον ἐκλαμβάνει κατὰ τὴν δευτέραν σημασίαν.

Δι’ ὃ καὶ λέγει· ὅποιος ἤθελε συμπροσευχηθῇ μὲ ἐκεῖνον ὁποῦ διὰ ἁμαρτίας ἀφωρίσθη ἀπὸ τὴν ὁμήγυριν, καὶ τὴν προσευχὴν τῶν πιστῶν, κἂν καὶ δὲν ἤθελε συμπροσευχηθῇ μέσα εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἀλλὰ μέσα εἰς οἶκον, ὁ τοιοῦτος, ἢ ἱερωμένος εἶναι, ἢ λαϊκός, ἂς ἀφορίζεται ὁμοίως μὲ ἐκεῖνον, ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, καὶ τὴν μετὰ τῶν Χριστιανῶν προσευχήν. Διατὶ αὐτὴ ἡ συγκοινωνία τῆς προσευχῆς, τὴν ὁποίαν κάμνει μὲ τὸν ἀφωρισμένον, γνωρίζωντας καὶ ἠξεύρωντας αὐτὸν τοιοῦτον, ἀποβλέπει εἰς ἀτιμίαν καὶ καταφρόνησιν τοῦ ἀφορίσαντος, καὶ διαβάλλει αὐτόν, ὡς ἀδίκως ἀφορίσαντα.

ΚΑΝΩΝ ΙΑʹ. Εἴτις καθῃρημένῳ, Κληρικὸς ὤν, Κληρικῷ συνεύξηται, καθαιρείσθω καὶ αὐτός.

Ἑρμηνεία. Κατὰ δύω τρόπους δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ὁ παρὼν Κανών. Εἰ μὲν γὰρ τό, συνεύξηται λαμβάνεται ἀντὶ τοῦ συλλειτουργήσῃ, τὸ νόημα ὅλον τοῦ Κανόνος εἶναι τοῦτο. Ὅποιος κληρικὸς συλλειτουργήσῃ ἐν γνώσει μὲ καθῃρημένον κληρικόν, ἂς καθαίρεται καὶ αὐτὸς ὁμοίως μὲ ἐκεῖνον· (ὃ καὶ μᾶλλον ὀρθότερον)· εἰδὲ τό, συνεύξηται δηλοῖ κατὰ τὴν κυριολεξίαν του, τὸ νὰ συμπροσευχηθῇ: ἡ ἔννοια τοῦ Κανόνος εἶναι αὕτη. Ὅποιος κληρικὸς συμπροσευχηθῇ ἐν γνώσει μὲ τὸν κληρικὸν ἐκεῖνον ὁποῦ ὄχι μόνον ἐκαθῃρέθη, ἀλλὰ καὶ ἀπετόλμησεν ὕστερα ἀπὸ τὴν καθαίρεσιν νὰ ἐνεργήσῃ τι τῶν τοῦ κλήρου, ἢ καὶ ἐκαθῃρέθη μὲν διὰ ἁμαρτήματα ἀπὸ τὸ κληρικάτον του, μετὰ δὲ τὴν καθαίρεσιν, πάλιν πεσὼν εἰς τὰ αὐτὰ ἁμαρτήματα, ἀφωρίσθη καὶ ἀπὸ τὴν ὁμήγυριν ἀκόμη καὶ προσευχὴν τῶν πιστῶν, ὁ τοιοῦτος λέγω, ἂς καθαίρεται ὁμοίως μὲ ἐκεῖνον.

ΚΑΝΩΝ ΙΒʹ. Εἴ τις Κληρικός, ἢ Λαϊκὸς ἀφωρισμένος, ἤτοι ἄδεκτος, ἀπελθὼν ἐν ἑτέρᾳ πόλει προσδεχθῇ, ἄνευ γραμμάτων συστατικῶν, ἀφοριζέσθω, καὶ ὁ δεξάμενος, καὶ ὁ δεχθείς.

Ἑρμηνεία. Ἄλλος εἶναι ὁ ἀφωρισμένος, καὶ ἄλλος ὁ ἄδεκτος. Ὁ μὲν γὰρ ἀφωρισμένος, χωρίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν προσευχὴν τῶν πιστῶν. Ὁ δὲ ἄδεκτος, διὰ πολλοὺς τρόπους ἀπὸ τὸν Ἀρχιερέα δὲν δέχεται. Ὁ παρὼν λοιπὸν Κανὼν ἐνθυμηθεὶς καὶ τοὺς δύω ὁμοῦ, μόνον περὶ τοῦ ἀδέκτου ἀναφέρει ἐδῶ. Δι’ ὅ, καὶ τό, ἤτοι, δὲν εἶναι ἐξηγηματικὸν τοῦ ἀφωρισμένου, ἀλλὰ μόριον διαζευτικόν, ὁποῦ διακρίνει τὸν ἀφωρισμένον ἀπὸ τὸν ἄδεκτον. Ὅθεν ὁρίζει οὕτως· Ἀνίσως κληρικὸς ἢ λαϊκὸς γένουν ἄδεκτοι ἀπὸ τὸν Ἀρχιερέα τους· (ὁ μὲν λαϊκὸς ἴσως, διότι ἐκατηγορήθη ἀπὸ αὐτὸν διὰ κανένα σφάλμα· ὁ δὲ κληρικός, διότι ἐζήτει νὰ χειροτονηθῇ, καὶ ὁ Ἀρχιερεὺς ἐξετάσας τὰ κατ’ αὐτόν, εὗρε κἄποιας ἀμφιβολίας, διὰ τὰς ὁποίας δὲν τὸν ἐδέχθη εἰς χειροτονίαν) ἔπειτα ὑπάγουν εἰς ἄλλην πολιτείαν, καὶ ἤθελαν δεχθοῦν ἀπὸ τὸν ἐκεῖσε Ἀρχιερέα, χωρὶς νὰ ἔχουν γράμματα τοῦ Ἀρχιερέως των, συστατικὰ καὶ τῆς πίστεως, καὶ τῆς ζωῆς, καὶ τῆς χειροτονίας, μάλιστα δὲ τῆς κατηγορηθείσης αὐτῶν ὑπολήψεως, ἂς ἀφορίζεται καὶ ὁ Ἀρχιερεὺς ὁποῦ τοὺς ἐδέχθη ἔτσι, καὶ αὐτοὶ ὀποῦ τοιουτοτρόπως ἐδέχθησαν ἀπὸ αὐτόν. Ἐκεῖνος μέν, διατὶ παρὰ τοὺς Κανόνας, χωρὶς γραμμάτων ἐδέχθη αὐτούς, οὗτοι δέ, ἡ διατὶ δὲν ἐφρόντισαν νὰ λάβουν συστατικὰ τῆς ὑπολήψεως αὑτῶν γράμματα, ἢ διατὶ εἰπόντες ψεύματα, ἠπάτησαν τὸν Ἐπίσκοπον καὶ τοὺς ἐδέχθη.

ΚΑΝΩΝ ΙΓʹ. Εἰ δὲ ἀφωρισμένος εἴη, ἐπιτεινέσθω αὐτῷ ὁ ἀφορισμὸς ὡς ψευσαμένῳ, καὶ ἀπατήσαντι τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ.

Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανὼν ἡνωμένος εἶναι μὲ τὸν ιβʹ. Κανόνα, καὶ κατὰ τὴν ἔννοιαν, καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ φράσιν. Ἐπειδὴ ἐκεῖνος μέν, ὡς εἴπομεν, ὡμίλησε περὶ κληρικοῦ, καὶ λαϊκοῦ τοῦ ἀδέκτου. Οὗτος δὲ ὁμιλεῖ περὶ κληρικοῦ, καὶ λαϊκοῦ ἀφωρισμένου, οὕτω λέγων· Ἀνίσως κληρικός, ἢ λαϊκὸς εἶναι ἀφωρισμένοι ἀπὸ τὸν Ἀρχιερέα των, πηγαίνοντες δὲ εἰς ἄλλον τόπον, κρύψουν καὶ δὲν ὁμολογήσουν, ὅτι εἶναι ἀφωρισμένοι, καὶ διὰ τὸ κρύψιμον αὐτό, ἤθελαν δεχθοῦν ἀπὸ τὸν Ἀρχιερέα τοῦ τόπου ἐκείνου, ὅστις δὲν ἤξευρε τὸν ἀφορισμόν· εἰς τοὺς τοιούτους ἂς αὐξήσῃ περισσότερον ὁ ἀφορισμός, ἐπειδὴ εἶπον ψεύματα, καὶ ἐγέλασαν τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὸν Ἀρχιερέα τοῦ τόπου ἐκείνου.

ΚΑΝΩΝ ΙΔʹ. Ἐπίσκοπον μὴ ἐξῆναι καταλείψαντα τὴν ἑαυτοῦ παροικίαν, ἑτέρᾳ ἐπιπηδᾷν, κᾂν ὑπὸ πλειόνων ἀναγκάζηται, εἰμή τις εὔλογος αἰτία ᾖ ἡ τοῦτο βιαζομένη αὐτὸν ποιεῖν, ὡς πλέον τι κέρδος δυναμένου αὐτοῦ τοῖς ἐκεῖσε, λόγῳ εὐσεβείας συμβάλλεσθαι.

Καὶ τοῦτο δὲ οὐκ ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ κρίσει πολλῶν Ἐπισκόπων καὶ παρακλήσει μεγίστῃ.

Ἑρμηνεία. Ἄλλο εἶναι Ἐπιπήδησις καὶ Ἐπίβασις, ἀπὸ μίαν ἐπαρχίαν εἰς ἄλλην, καὶ ἄλλο εἶναι μετάθεσις καὶ μετάβασις. Καὶ ἡ μὲν Ἐπιπήδησις εἶναι, ὅταν πλεονεκτικῶς, καὶ αὐτοπροαιρέτως κινούμενος ὁ Ἀρχιερεύς, ἀφήσῃ τὴν ἐπαρχίαν του (ἢ μὴ ἔχων ἐπαρχίαν σχολάζῃ) καὶ ἁρπάσῃ ἄλλην παραλόγως, ἥτις καὶ κατακρίνεται, καὶ εἰς κανονικὰ ὑπόκειται Ἐπιτίμια, κατὰ τὸν αʹ. καὶ βʹ. τῆς ἐν Σαρδικῇ. Ἡ δὲ μετάθεσις εἶναι, ὅταν διὰ μεγάλην ἀνάγκην, καὶ στηριγμὸν τῆς εὐσεβείας, ὑπὸ πολλῶν Ἐπισκόπων παρακαλούμενος ὁ Ἀρχιερεύς, μεταβῇ ἀπὸ μίαν ἐπαρχίαν εἰς ἄλλην, πρὸς περισσοτέραν Πνευματικὴν τῶν ἐπαρχιωτῶν ἐκείνης ὠφέλειαν, (καὶ τοῦτο δὲ ἴσως πρὸς καιρόν, καὶ ὄχι εἰς ὅλην του τὴν ζωὴν), ἥτις καὶ συγχωρεῖται κατά τινας οἰκονομίας. Ὅθεν καὶ ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι, δὲν εἶναι συγκεχωρημένον ὁ Ἐπίσκοπος νὰ ἀφίνῃ τὴν ἰδικήν του ἐπαρχίαν, πλεονεκτικῶς καὶ ἀπὸ λόγου του, χωρὶς κᾀμμίαν εὔλογον αἰτίαν, νὰ ἐπιπηδᾷ εἰς ἄλλην, κᾂν ἀναγκάζηται νὰ κάμῃ τοῦτο καὶ ἀπὸ ἄλλους. Τότε δὲ νὰ μεταβαίνῃ εἰς ἐπαρχίαν ἄλλην, μικροτέραν ἢ μεγαλητέραν, ἢ χηρεύουσαν, ὅταν ᾖναι κᾀμμία εὔλογος καὶ δικαία αἰτία, ὁποῦ τὸν βιάζει εἰς τοῦτο. Ἤγουν, ὅταν δύναται νὰ προξενήσῃ εἰς τοὺς χριστιανοὺς τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, περισσότερον κέρδος ψυχικόν, καὶ Πνευματικὴν ὠφέλειαν, μὲ τὸν εὐσεβῆ λόγον τῆς διδασκαλίας του, ἀπὸ ἄλλον τινά.

Πλήν, καὶ τοῦτο νὰ μὴ τὸ κάμῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ του, δηλαδὴ μὲ κίνημα ἰδικόν του, ἀλλὰ νὰ τὸ κάμῃ μὲ κρίσιν, καὶ ψῆφον πολλῶν Ἐπισκόπων, καὶ μὲ μεγάλην παρακάλεσιν, καὶ ἀξίωσιν. Ἀνάγνωθι καὶ τοὺς ἐν τῷ περιθορίῳ συμφώνους Κανόνας.

ΚΑΝΩΝ ΙΕʹ. «Εἴ τις Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τῶν Κληρικῶν, ἀπολείψας τὴν ἑαυτοῦ παροικίαν, εἰς ἑτέραν ἀπέλθῃ, καὶ παντελῶς μεταστάς, διατρίβει ἐν ἄλλῃ, παρὰ γνώμην τοῦ ἰδίου Ἐπισκόπου, τοῦτον κελεύομεν μηκέτι λειτουργεῖν.

Εἰ μάλιστα, προσκαλουμένου αὐτὸν τοῦ Ἐπισκόπου αὐτοῦ ἐπανελθεῖν, οὐχ ὑπήκουσεν, ἐπιμένων τῇ ἀταξίᾳ, ὡς λαϊκὸς μέντοι ἐκεῖσε κοινωνείτω.»

Ἑρμηνεία. Ὁ ϛʹ. Κανὼν τῆς δʹ. συνόδου προστάζει νὰ μὴ χειροτονῆται Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, ἢ ἄλλος τις Κληρικὸς ἁπλῶς καὶ ἀορίστως εἰς κάθε ἐκκλησίαν, ἀλλὰ διωρισμένος εἰς ἐκκλησίαν πόλεως, ἢ χωρίου, ἢ εἰς μοναστήριον. Ὅποιος λοιπὸν ἀπὸ αὐτοὺς μὲ τοιοῦτον τρόπον χειροτονηθῇ, διορίζει ὁ παρὼν Ἀποστολικός, νὰ μὴ ἀφίνῃ τὴν ἰδικήν του διωρισμένην ἐκκλησίαν, καὶ νὰ πηγαίνῃ εἰς ἄλλην ξένης ἐπαρχίας, χωρὶς τὴν γνώμην, καὶ ἀπολυτικὴν ἐπιστολὴν τοῦ ἰδικοῦ του Ἐπισκόπου. Εἰ δὲ καὶ τοῦτο ἤθελε κάμῃ, προστάζομεν νὰ μὴ ἐνεργῇ εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἐκείνην κᾀνένα λειτούργημα τῆς Ἱερωσύνης, ἢ τοῦ κλήρου, καὶ μάλιστα ἀνίσως τὸν ἐπροσκάλεσεν ὁ Ἐπίσκοπός του νὰ ἐπιστρέψῃ, αὐτὸς δὲ μένοντας εἰς τὴν ἀταξίαν, καὶ τὸ πεῖσμά του, δὲν ἔκαμεν ὑπακοὴν εἰς τὸ νὰ ἐπιστρέψῃ. Ὡσὰν λαϊκὸς ὅμως ἂς συμπροσεύχεται μὲ τοὺς χριστιανοὺς ἐκείνης τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἂς μεταλαμβάνῃ ὁμοῦ μὲ αὐτούς. Ἀνάγνωθι καὶ τοὺς ἐν τῷ περιθορίῳ Κανόνας.

ΚΑΝΩΝ ΙΣΤʹ. Εἰ δὲ ὁ Ἐπίσκοπος, παρ’ ᾧ τυγχάνουσι, παρ’ οὐδὲν λογισάμενος τὴν καθ’ αὑτῶν ὁρισθεῖσαν ἀργίαν, δέξηται αὐτοὺς ὡς Κληρικούς, ἀφοριζέσθω, ὡς διδάσκαλος ἀταξίας.

Ἑρμηνεία. Μόνος ὁ τῆς Καρχηδόνος Ἐπίσκοπος ἔχει τὴν ἄδειαν ἐξ ἀρχαίου ἔθους νὰ λαμβάνῃ ὅθεν θέλει (πάντως δὲ ἐκ τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ Ἐπισκόπων) Κληρικούς, καὶ νὰ τοὺς συναριθμῇ εἰς τὰς ἐκκλησίας τῆς ἰδικῆς του ἐπαρχίας, κατὰ τὸν ξδʹ. Κανόνα τῆς αὐτῆς συνόδου, εἰς δὲ τοὺς ἄλλους Ἐπισκόπους, ποτὲ δὲν δίδεται μία τοιαύτη ἄδεια. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παρὼν Ἀποστολικὸς κανών, ἐξηρτημένος ὄντας ἀπὸ τὸν ἀνωτέρω Κανόνα, καὶ κατὰ τὴν φράσιν καὶ κατὰ τὸ νόημα, λέγει. «Εἰ δὲ καὶ ὁ Ἐπίσκοπος, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ἐπαρχίαν εὑρίσκονται οἱ ξένοι αὐτοὶ Κληρικοί, καὶ μ’ ὅλον ὁποῦ ἠξεύρει, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἀργοί, κατὰ τοὺς Κανόνας, ὑπὸ τοῦ Ἀρχιερέως των, ὅμως ἤθελε καταφρονήσῃ τὴν ἀργίαν ταύτην, καὶ δεχθῇ τούτους ὡσὰν Κληρικούς, ἐνεργοῦντας τὰ τοῦ κλήρου αὐτῶν δηλ. ὁ τοιοῦτος, λέγω, Ἐπίσκοπος, ἂς ἀφορίζεται, ἐπειδὴ γίνεται διδάσκαλος ἀταξίας, καὶ σκανδάλων.» Ἀνάγνωθι καὶ τοὺς ἐν τῷ περιθορίῳ συμφώνους Κανόνας.