Ἑρμηνεία.
Ἄλλο εἶναι Ἐπιπήδησις καὶ Ἐπίβασις, ἀπὸ μίαν ἐπαρχίαν εἰς ἄλλην, καὶ ἄλλο εἶναι μετάθεσις καὶ μετάβασις. Καὶ ἡ μὲν Ἐπιπήδησις εἶναι, ὅταν πλεονεκτικῶς, καὶ αὐτοπροαιρέτως κινούμενος ὁ Ἀρχιερεύς, ἀφήσῃ τὴν ἐπαρχίαν του (ἢ μὴ ἔχων ἐπαρχίαν σχολάζῃ) καὶ ἁρπάσῃ ἄλλην παραλόγως, ἥτις καὶ κατακρίνεται, καὶ εἰς κανονικὰ ὑπόκειται Ἐπιτίμια, κατὰ τὸν αʹ. καὶ βʹ. τῆς ἐν Σαρδικῇ. Ἡ δὲ μετάθεσις εἶναι, ὅταν διὰ μεγάλην ἀνάγκην, καὶ στηριγμὸν τῆς εὐσεβείας, ὑπὸ πολλῶν Ἐπισκόπων παρακαλούμενος ὁ Ἀρχιερεύς, μεταβῇ ἀπὸ μίαν ἐπαρχίαν εἰς ἄλλην, πρὸς περισσοτέραν Πνευματικὴν τῶν ἐπαρχιωτῶν ἐκείνης ὠφέλειαν, (καὶ τοῦτο δὲ ἴσως πρὸς καιρόν, καὶ ὄχι εἰς ὅλην του τὴν ζωὴν), ἥτις καὶ συγχωρεῖται κατά τινας οἰκονομίας. Ὅθεν καὶ ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι, δὲν εἶναι συγκεχωρημένον ὁ Ἐπίσκοπος νὰ ἀφίνῃ τὴν ἰδικήν του ἐπαρχίαν, πλεονεκτικῶς καὶ ἀπὸ λόγου του, χωρὶς κᾀμμίαν εὔλογον αἰτίαν, νὰ ἐπιπηδᾷ εἰς ἄλλην, κᾂν ἀναγκάζηται νὰ κάμῃ τοῦτο καὶ ἀπὸ ἄλλους. Τότε δὲ νὰ μεταβαίνῃ εἰς ἐπαρχίαν ἄλλην, μικροτέραν ἢ μεγαλητέραν, ἢ χηρεύουσαν, ὅταν ᾖναι κᾀμμία εὔλογος καὶ δικαία αἰτία, ὁποῦ τὸν βιάζει εἰς τοῦτο. Ἤγουν, ὅταν δύναται νὰ προξενήσῃ εἰς τοὺς χριστιανοὺς τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, περισσότερον κέρδος ψυχικόν, καὶ Πνευματικὴν ὠφέλειαν, μὲ τὸν εὐσεβῆ λόγον τῆς διδασκαλίας του, ἀπὸ ἄλλον τινά.