Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Σχόλια εἰς τοὺς κανόνας τῶν ἁγίων πατέρων

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Κανόνες του Μεγάλου Βασιλείου: Γ' Κανονική Επιστολή

Κείμενο και ερμηνεία των κανόνων 51 έως 85 εκ της Γ' κανονικής επιστολής του Μεγάλου Βασιλείου περί διαφόρων επιτιμίων και αμαρτημάτων.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 7 από 18

Τοῦ αὐτοῦ πρὸς τὸν αὐτὸν Ἐπιστολὴ κανονικὴ γʹ, διῃρημένη εἰς Κανόνας λεʹ.

ΚΑΝΩΝ ΝΑʹ «Τὸ κατὰ Κληρικοὺς ἀδιαφόρως οἱ Κανόνες ἐξέθεντο, κελεύσαντες μίαν ἐπὶ τοῖς παραπεσοῦσιν ὁρίζεσθαι τιμωρίαν, τὴν ἔκπτωσιν τῆς ὑπηρεσίας, εἴτε ἐν βαθμῷ τυγχάνοιεν, εἴτε καὶ ἀχειροτονήτῳ ὑπηρεσίᾳ προσκαρτεροῖεν».

Ἑρμηνεία Διορίζει ὁ Κανὼν οὗτος, ὅτι οἱ Κανόνες παιδεύουσιν ἁμαρτάνοντας, τόσον τοὺς χειροθεσίαν ἔχοντας Κληρικούς, Ὑποδιακόνους δηλ., Διακόνους καὶ Πρεσβυτέρους, ὅσον καὶ τοὺς σφραγῖδα μόνην ἔχοντας Ἀρχιερατικήν, οἷον Ἀναγνώστας, Ψάλτας καὶ τοὺς κατωτέρω, μὲ μόνην τὴν ἔκπτωσιν τοῦ βαθμοῦ καὶ τῆς ὑπηρεσίας των, ὄχι μὲ βαρυτέραν παιδείαν τοὺς μεγαλητέρους, καὶ μὲ ἐλαφροτέραν τοὺς μικροτέρους, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ τοὺς δύω μὲ μίαν καὶ τὴν αὐτήν. Ὅρα καὶ τὸν κέ Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΝΒʹ «Ἡ τοῦ κυήματος κατὰ τὴν ὁδὸν ἀμελήσασα, εἰ μὲν δυναμένῃ περισώσασθαι κατεφρόνησεν, ἢ συγκαλύψειν ἐντεῦθεν τὴν ἁμαρτίαν νομίζουσα, ἢ καὶ ὅλως θηριώδει καὶ ἀπανθρώπῳ λογισμῷ χρησαμένη, ὡς ἐπὶ φόνῳ κρινέσθω. Εἰ δὲ οὐκ ἐδυνήθη περιστεῖλαι, καὶ διὰ ἐρημίαν καὶ ἀπορίαν τῶν ἀναγκαίων διεφθάρη τὸ γεννηθέν, συγγνωστὴ ἡ μήτηρ.»

Ἑρμηνεία Τοῦτον τὸν Κανόνα ἐξηγήσαμεν εἰς τὸν λγʹ. τοῦ αὐτοῦ Βασιλ. καὶ ὅρα τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ ἐκεῖ. Οὐδὲν γὰρ ἄλλο διαφέρει οὗτος ἐκείνου, εἰ μὴ ὅτι ἐκεῖνος μὲν εἶναι συντομώτερος, οὗτος δὲ εἶναι πλατύτερος.

ΚΑΝΩΝ ΝΓʹ «Ἡ χήρα δούλη τάχα οὐ μέγα ἔπταισεν ἑλομένη δεύτερον γάμον ἐν σχήματι ἁρπαγῆς, ὥστε οὐδὲν τούτου ἕνεκεν ἐγκαλεῖσθαι χρή. Οὐ γὰρ τὰ σχήματα κρίνεται, ἀλλ’ ἡ προαίρεσις. Δῆλον δὲ ὅτι τὸ τῆς διγαμίας μένει αὐτῇ ἐπιτίμιον».

Ἑρμηνεία Ἀνίσως κᾀμμία χήρα δούλη, ὑπεξουσία ὑπάρχουσα, καὶ θέλουσα νὰ δευτεροϋπανδρευθῇ, ἐσχηματίσθη ὅτι τὴν ἥρπασεν ὁ μέλλων λαβεῖν αὐτήν, δὲν ἔπταισε μεγάλως διὰ τοῦτο, οὐδὲ ὡς πορνεύσασα καταδικάζεται, ἐπειδὴ δὲν πρέπει νὰ θεωρῆται ἡ καθ’ ὑπόκρισιν ἐσχηματισμένη αὐτῆς ἁρπαγή, ἀλλ’ ἡ προαίρεσις αὐτῆς, ὅτι θέλουσα τῇ ἀληθείᾳ τὸν γάμον, ἔδωκε θεληματικῶς τὸν ἑαυτόν της εἰς τὸν ἁρπάσαντα, ὅθεν ἡ τοιαύτη μὲ μόνον τὸ ἐπιτίμιον τῆς διγαμίας κανονίζεται, δηλαδὴ ἕνα ἢ δύω χρόνους, ἐὰν ὅμως συγκατανεύσῃ εἰς τὸν γάμον αὐτῆς καὶ ὁ αὐθέντης της· χωρὶς γὰρ τῆς αὐτοῦ συγκατανεύσεως, πορνεία λογίζεται τὸ γινόμενον. Ὅρα καὶ τὸν ληʹ. τοῦ αὐτοῦ Βασιλ. καὶ τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ κζʹ. τῆς δʹ.

ΚΑΝΩΝ ΝΔʹ «Τὰς τῶν ἀκουσίων φόνων διαφορὰς πρὸ χρόνων οἶδα ἐπιστείλας τῇ θεοσεβείᾳ σου, κατὰ τὸ ἡμῖν δυνατόν, καὶ πλέον ἐκείνων οὐδὲν εἰπεῖν δύναμαι. Τῆς δὲ σῆς συνέσεώς ἐστι κατὰ τὸ ἰδίωμα τῆς περιστάσεως ἐπιτείνειν τὰ ἐπιτίμια, ἢ ὑφεῖναι».

Ἑρμηνεία Ἐν τῷ ηʹ. Κανόνι αὑτοῦ εἰπὼν ὁ θεῖος Βασίλειος περὶ διαφορᾶς φόνων ἑκουσίων τε καὶ ἀκουσίων, καὶ ἄλλο τι περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνα μὴ ἔχωντας νὰ εἰπῇ, συγχωρεῖ εἰς τὸν οἰκονομοῦντα τὴν μετάνοιαν τῶν ἀκουσίως φονευσάντων Πνευματικόν, ἡ νὰ αὐξάνῃ τὸ ἐπιτίμιον, ἢ νὰ τὸ ἐλαττώνῃ, κατὰ τὸ ἰδίωμα τῆς περιστάσεως, ἤγουν, κατὰ τὸν τρόπον καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ φόνου, καὶ κατὰ τὴν διάθεσιν τῆς μετανοίας τοῦ φονεύσαντος. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν ξϛʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΝΕʹ «Οἱ τοῖς λησταῖς ἀντεπεξιόντες, ἔξω μὲν ὄντες τῆς Ἐκκλησίας, εἵργονται τῆς κοινωνίας τοῦ ἀγαθοῦ, Κληρικοὶ δὲ ὄντες, τοῦ βαθμοῦ καθαιροῦνται. Πᾶς γάρ, φησιν, ὁ λαβὼν μάχαιραν, ἐν μαχαίρᾳ ἀποθανεῖται».

Ἑρμηνεία Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι οἱ θανατόνοντες τοὺς κατ’ ἐπάνω των ἐρχομένους κλέπτας, λαϊκοὶ μὲν ὄντες, τρεῖς χρόνους ἀπέχουσι τῶν Μυστηρίων, ὡς μὴ καὶ αὐτοὶ τὰς χεῖρας καθαρὰς ἔχοντες δηλαδή, κατὰ τοὺς ἐν πολέμῳ φονεύοντας, κατὰ τὸν Βαλσαμῶνα καὶ Ζωναρᾶν Ἱερωμένοι δὲ ὄντες καὶ Κληρικοὶ καθαιροῦνται, ἐπειδὴ κατὰ τὸν τοῦ Κυρίου λόγον, πάντες οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρᾳ ἀποθανοῦνται. Ὅρα δὲ ὅτι μάχαιραν καὶ θάνατον ὀνομάζει ὁ Ἅγιος τὴν στέρησιν τῆς Κοινωνίας καὶ τὴν καθαίρεσιν, ἐπειδὴ ταῦτα, κοντὰ εἰς τοὺς φρονίμους καὶ γνωστικούς, θανατηφόρος ἀληθῶς τιμωρία λογίζονται. Ὅρα καὶ τὸν ξϛʹ.

Ἀποστολικόν, ὅρα καὶ τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ ιγʹ. τοῦ αὐτοῦ Βασιλείου.

ΚΑΝΩΝ ΝϚʹ «Ὁ ἑκουσίως φονεύσας, καὶ μετὰ τοῦτο μεταμεληθείς, εἴκοσιν ἔτη ἀκοινώνητος ἔσται τοῦ Ἁγιάσματος. Τὰ δὲ εἴκοσιν ἔτη οὕτως οἰκονομηθήσεται ἐπ’ αὐτῷ. Ἐν δʹ. ἔτεσι προσκλαίειν ὀφείλει ἔξω τῆς θύρας, ἐστὼς τοῦ εὐκτηρίου οἴκου, καὶ τῶν εἰσιόντων πιστῶν δεόμενος εὐχὴν ὑπὲρ αὐτοῦ ποιεῖσθαι ἐξαγορεύων τὴν ἰδίαν παρανομίαν. Μετὰ δʹ. εἰς τοὺς ἀκροωμένους δεχθήσεται, καὶ ἐν εʹ. ἔτεσι μετ’ αὐτῶν ἐξελεύσεται. Ἐν δὲ ζʹ. ἔτεσι μετὰ τῶν ἐν ὑποπτώσει προσευχόμενος ἐξελεύσεται. Ἐν δʹ. συστήσεται μόνον τοῖς πιστοῖς, προσφορᾶς δὲ οὐ μεταλήψεται. Πληρωθέντων δὲ τούτων, μεθέξει τῶν Ἁγιασμάτων.»

Ἑρμηνεία Ὁ παρὼν Κανὼν εἴκοσι χρόνους κανονίζει τὸν θεληματικῶς φονεύσαντα ἄνθρωπον, καὶ μετὰ ταῦτα μετανοήσαντα. Καὶ δʹ. μὲν χρόνους διορίζει αὐτὸν νὰ προσκλαίῃ, εʹ. νὰ ἀκροάζεται, καὶ εʹ. νὰ ἐκβαίνῃ ἔξω τῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς ἀκροωμένους ὁμοῦ, ζʹ. νὰ ὑποπίπτῃ, ηʹ. νὰ στέκεται μὲ τοὺς πιστούς, καὶ μετὰ ταῦτα πάντα νὰ μεταλαμβάνῃ. Ὅρα καὶ τὸν ξϛʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὸν ιαʹ. τῆς αʹ. καὶ τὴν ἐν τῷ τέλει ἰχνογραφίαν τοῦ Ναοῦ.

ΚΑΝΩΝ ΝΖʹ «Ὁ ἀκουσίως φονεύσας, ἐν δέκα ἔτεσιν ἀκοινώνητος ἔσται τῶν Ἁγιασμάτων. Οἰκονομηθήσεται δὲ ἐπ’ αὐτῷ τὰ δέκα ἔτη οὕτω· δύω μὲν ἔτη ἐν προσκλαύσει, τρία δὲ ἔτη ἐν ἀκροωμένοις διατελέσει, ἐν δʹ. ὑποπίπτων, καὶ ἐν ἐνιαυτῷ συσταθήσεται μόνον, καὶ τῷ ἑξῆς εἰς τὰ Ἅγια δεχθήσεται.»

Ἑρμηνεία Τὸν δὲ χωρὶς τὸ θέλημά του φονεύσαντα, δέκα χρόνους ἐμποδίζει ὁ παρὼν Κανὼν ἀπὸ τὰ θεῖα Μυστήρια, καὶ διορίζει αὐτὸν βʹ. νὰ προσκλαίῃ, γʹ. νὰ ἀκροάζεται, δʹ. νὰ ὑποπίπτῃ, καὶ αʹ. νὰ στέκεται μὲ τοὺς πιστούς, καὶ οὕτω νὰ μεταλαμβάνῃ. Ὅρα τὸν ξϛʹ. Ἀποστολικόν, τὸν ιαʹ. τῆς αʹ. καὶ τὴν ἰχνογραφίαν τοῦ Ναοῦ.

ΚΑΝΩΝ ΝΗʹ «Ὁ μοιχεύσας, ἐν ιεʹ. ἔτεσιν ἀκοινώνητος ἔσται τῶν Ἁγιασμάτων. Οἰκονομηθήσεται δὲ τὰ ιεʹ. ἔτη ἐπ’ αὐτῷ οὕτως. Ἐν δʹ. μὲν ἔτεσι προσκλαίων ἔσται, ἐν εʹ. δὲ ἀκροώμενος, ἐν τέσσαρσιν ὑποπίπτων, ἐν δυσὶ συνεστὼς ἄνευ Κοινωνίας».

Ἑρμηνεία. Τὸν μοιχὸν ὁ Κανὼν οὗτος ιεʹ. χρόνους κανονίζει νὰ ἀπέχῃ τῆς Κοινωνίας. Καὶ δʹ. μὲν νὰ προσκλαίῃ, εʹ. νὰ ἀκροᾶται, δʹ. νὰ ὑποπίπτῃ, βʹ. νὰ στέκεται μὲ τοὺς πιστοὺς καὶ οὕτω νὰ μεταλαμβάνῃ. Ὅρα καὶ τὸν κʹ. τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ.

ΚΑΝΩΝ ΝΘʹ «Ὁ πόρνος ἐν ἑπτὰ ἔτεσιν ἀκοινώνητας ἔσται τῶν Ἁγιασμάτων. Δύω προσκλαίων, καὶ δύω προσακροώμενος, καὶ δύω ὑποπίπτων, καὶ ἐν ἑνὶ συνεστὼς μόνον, τῷ ὀγδόῳ δὲ δεχθήσεται εἰς τὴν Κοινωνίαν».

Ἑρμηνεία Ὁ Κανὼν οὗτος κανονίζει τὸν πόρνον ἑπτὰ χρόνους νὰ ἀπέχῃ τῶν Μυστηρίων. Καὶ δύω μὲν νὰ προσκλαίῃ, δύω δὲ νὰ ἀκροᾶται, δύω νὰ ὑποπίπτῃ, ἕνα νὰ συνίσταται μὲ τοὺς πιστούς, καὶ εἰς τὸν ὄγδοον χρόνον νὰ μεταλαμβάνῃ. Ὁ Κανὼν οὗτος διορισμός ἐστιν ἴδιος τοῦ Βασιλείου καὶ ἐπιτίμιον, δι’ ὃ καὶ βαρύτερόν ἐστι. Καὶ ὅρα τὸν κβʹ. Κανόνα αὐτοῦ, καὶ τὴν εἰς ἐκεῖνον ὑποσημείωσιν.

ΚΑΝΩΝ Ξʹ «Ἡ παρθενίαν ὁμολογήσασα καὶ ἐκπεσοῦσα τῆς ἐπαγγελίας, τὸν χρόνον τοῦ ἐπὶ τῆς μοιχείας ἁμαρτήματος ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τῆς καθ’ ἑαυτὴν ζωῆς πληρώσει. Τὸ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῶν βίον μοναζόντων ἐπαγγελλομένων καὶ ἐκπιπτόντων».

Ἑρμηνεία Ὁ Κανὼν οὗτος εἰς τὸ τῆς μοιχείας ἐπιτίμιον ὑποβάλλει, ἤτοι δεκαπέντε χρόνους κανονίζει τὰς Καλογραίας καὶ τοὺς Μοναχούς, ὁποῦ ἢ πορνεύσουν ἢ ὑπανδρευθοῦν. Ὅρα καὶ τὸν ιϛʹ. τῆς δʹ. καὶ τὸν ιθʹ. τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ.

ΚΑΝΩΝ ΞΑʹ «Ὁ κλέψας, εἰ μὲν ἀφ’ ἑαυτοῦ μεταμεληθεὶς κατηγορήσοι ἑαυτοῦ, ἐνιαυτὸν κωλυθήσεται μόνης τῆς κοινωνίας τῶν Ἁγιασμάτων, εἰ δὲ ἐλεγχθείη, ἐν δυσὶν ἔτεσι. Μερισθήσεται δὲ αὐτῷ ὁ χρόνος εἰς ὑπόπτωσιν καὶ σύστασιν, καὶ τότε ἀξιωθήσεται τῆς Κοινωνίας».

Ἑρμηνεία Ὁ παρὼν Κανών, τὸν μὲν κλέψαντα, καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ ἐξομολογηθέντα καὶ μετανοήσαντα, ἕνα μόνον χρόνον ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, τὸν δὲ φανερωθέντα ἀπὸ ἄλλους, ἢ πιασθέντα ἐπάνω εἰς τὴν κλεψίαν, ἕνα χρόνον κανονίζει νὰ ὑποπίπτῃ, καὶ ἄλλον ἕνα νὰ στέκεται μὲ τοὺς πιστούς, καὶ οὕτω νὰ μεταλαμβάνῃ. Ὅρα καὶ τὸν γʹ. Γρηγορίου Νεοκαισαρείας.

ΚΑΝΩΝ ΞΒʹ «Ὁ τὴν ἀσχημοσύνην ἐν τοῖς ἄῤῥεσιν ἐπιδεικνύμενος, τῷ χρόνῳ τοῦ ἐν τῇ μοιχείᾳ παρανομοῦντος οἰκονομηθήσεται».

Ἑρμηνεία Τὸν ἀρσενοκοίτην ὁ παρὼν Κανὼν ὁμοίως μὲ τὸν μοιχὸν κανονίζει, ἤτοι χρόνους ιεʹ. Ὅρα καὶ τὸν ζʹ. τοῦ αὐτοῦ Βασιλείου.

ΚΑΝΩΝ ΞΓʹ «Ὁ ἐν ἀλόγοις τὴν ἑαυτοῦ ἀσέβειαν ἐξαγορεύων, τὸν αὐτὸν χρόνον ἐξομολογούμενος, παραφυλάξεται».

Ἑρμηνεία Τὸν κτηνοβάτην ὁ παρὼν Κανὼν παρομοίως εἰς ιεʹ. χρόνους κανονίζει. Ὅρα καὶ τὸν ιϛʹ. τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ.

ΚΑΝΩΝ ΞΔʹ «Ὁ ἐπίορκος, ἐν δέκα ἔτεσιν ἀκοινώνητος ἔσται, δυσὶν ἔτεσι προσκλαίων, τρισὶν ἀκροώμενος, τέσσαρσιν ὑποπίπτων, ἐνιαυτὸν μόνον συνεστώς, καὶ τότε τῆς Κοινωνίας ἀξιούμενος».

Ἑρμηνεία Τὸν ἐπίορκον ὁ παρὼν Κανὼν εἰς δέκα χρόνους ἐμποδίζει ἀπὸ τὰ Μυστήρια, καὶ διορίζει, δύω μὲν νὰ προσκλαίῃ, τρεῖς δὲ νὰ ἀκροᾶται, τέσσαρας νὰ ὑποπίπτῃ, ἕνα νὰ στέκεται μὲ τοὺς πιστούς, καὶ ἔτσι νὰ μεταλαμβάνῃ. Ὁ ἐπίορκος δὲ οὗτος πρέπει νὰ νοηθῇ, ὅτι χωρὶς ἀνάγκην ἐπιώρκησεν.

Ὅρα τὸν ϙδʹ. τῇς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΞΕʹ «Ὁ γοητείαν ἢ φαρμακείαν ἐξαγορεύων, τὸν τοῦ φονέως χρόνον οἰκονομηθήσεται, οὕτως οἰκονομούμενος, ὡς ἐν ἑκάστῳ ἁμαρτήματι ἑαυτὸν ἐλέγξας».

Ἑρμηνεία Τὸν γόητα καὶ φαρμακὸν παρομοίως μὲ τὸν ἑκουσίως φονεύσαντα ὁ παρὼν Κανὼν ἐπιτιμᾷ. Ὅρα καὶ τὸν ξαʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΞϚʹ «Ὁ τυμβωρύχος ἐν δέκα ἔτεσιν ἀκοινώνητος ἔσται».

Ἑρμηνεία Ὁ παρὼν Κανὼν δέκα χρόνους ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν ἐκεῖνον ὁποῦ ἀνοίγει τοὺς τάφους, διὰ νὰ κλέψῃ τι κόσμιον ἀπὸ τὸ ἐνταφιασμένον σῶμα. Ὁ δὲ Νύσσης ἐν τῷ ζʹ. αὑτοῦ Κανόνι εἰς δύω διαιρῶν τὴν τυμβωρυχίαν, εἰς συγγνωστὴν καὶ ἀσύγγνωστον, συγγνωστὴν μὲν λέγει, ὅταν τινὰς μὴ πειράζων τὸν νεκρόν, παίρνῃ τὰς πέτρας ὁποῦ τυχὸν εἰς τὸν τάφον εὑρίσκονται, διὰ νὰ τὰς βάλῃ εἰς ἄλλου τινὸς κοινωφελεστέρου ἔργου οἰκοδομήν· ἀσύγγνωστον δὲ τυμβωρυχίαν ὀνομάζει, ὅταν τινὰς ἀνοίγῃ τοὺς τάφους διὰ νὰ πάρῃ ῥοῦχα, ἢ ἄλλο τι κόσμιον ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ τεθαμμένους νεκρούς, ἥτις αὕτη ὡς ἡ πορνεία ἐπιτιμᾶται, ἤτοι ἐννέα χρόνους.

Ὁ δὲ Νηστευτὴς τὸν τυμβωρύχον ἕνα χρόνον κανονίζει μετὰ ξηροφαγίας καὶ μετανοιῶν ἐν τῷ κθʹ. αὐτοῦ Κανόνι.

ΚΑΝΩΝ ΞΖʹ «Ἡ ἀδελφομιξία τὸν τοῦ φονέως χρόνον ἐξομολογήσεται».

Ἑρμηνεία Εἰς τοῦτον μὲν τὸν Κανόνα ὁ Ἅγιος κανονίζει τὸν σμίξαντα μὲ τὴν αὑτοῦ ἀδελφήν, ἀμφιθαλῆ οὖσαν, ἤτοι ἀπὸ τὸν αὐτὸν πατέρα καὶ μητέρα, ὡς φονέα ἑκούσιον, ἤτοι εἰς εἴκοσι χρόνους, κατὰ τὸν Ἀνώνυμον ἑρμηνευτὴν τῶν Κανόνων.

Συμφωνία Εἰς δὲ τὸν οεʹ. εἰς ἕνδεκα χρόνους κανονίζει τὸν σμίξαντα μὲ τὴν ἑτεροθαλῆ αὑτοῦ ἀδελφήν, ἤτοι τὴν ἀπὸ πατέρα μόνον, ἢ τὴν ἀπὸ μητέρα μόνον οὖσαν, λέγων, ὅτι πρὸ τοῦ νὰ χωρισθῇ ἀπὸ τὴν ἀθέμιτον πρᾶξιν αὐτήν, μέσα εἰς Ἐκκλησίαν νὰ μὴ ἔμβη, μετὰ δὲ τὸ χωρισθῆναι νὰ προσκλαίῃ τρεῖς χρόνους, νὰ ἀκροάζεται τρεῖς χρόνους, νὰ ὑποπίπτῃ τρεῖς χρόνους, καὶ δύω χρόνους νὰ στέκεται μὲ τοὺς πιστοὺς χωρὶς νὰ μεταλαμβάνῃ, καὶ οὕτω λοιπὸν νὰ ἀξιοῦται τῆς Κοινωνίας. Ὁ δὲ Νηστευτὴς εἰς γʹ. ἔτη κανονίζει τὸν τῇ ἰδίᾳ ἐπιμιγέντα ἀδελφῇ μετὰ ξηροτροφίας καὶ μετανοιῶν, ἐν τῷ ιδʹ. αὐτοῦ Κανόνι.

ΚΑΝΩΝ ΞΗʹ «Ἡ τῆς ἀπειρημένης συγγενείας εἰς γάμον ἀνθρώπων σύστασις, εἰ φωραθείη, ὡς ἐν ἁμαρτήμασιν ἀνθρώπων γινομένη, τὰ τῶν μοιχῶν ἐπιτίμια δέξεται».

Ἑρμηνεία Γενικῶς ὁ Κανὼν οὗτος ἐπιτιμᾷ κάθε γάμον ὁποῦ γένῃ εἰς συγγενὲς πρόσωπον, ἐμποδισμένον ὑπὸ τοῦ νόμου, μὲ τὸ ἐπιτίμιον τῶν μοιχῶν, χωριζομένου δηλονότι τοῦ τοιούτου γάμου πρότερον, καὶ οὕτως ἐπιτιμωμένου. Φαίνεται δέ, ὅτι μὲ τὸ ἐλαφρότερον ἐπιτίμιον τῆς μοιχείας τῶν πρὸ αὐτοῦ Πατέρων ἐπιτιμᾷ ὁ Βασίλειος ἐδῶ τοὺς ἀθεμίτους γάμους, ἤτοι ἑπτὰ μόνον χρόνους (περὶ οὗ ὅρα τὸν κʹ. τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ, καὶ κβʹ. τοῦ αὐτοῦ Βασιλείου), καὶ ὄχι μὲ τὸ ἰδικόν του βαρύτερον, εἰς ιεʹ. δηλ. χρόνους, ἐπειδὴ προϊὼν εἰς τὸν οηʹ. αὑτοῦ Κανόνα, ἑπτὰ χρόνους κανονίζει τὸν δύω ἀδελφὰς λαμβάνοντα.

ΚΑΝΩΝ ΞΘʹ «Ἀναγνώστης, ἐὰν τῇ ἑαυτοῦ μνηστῇ πρὸ τοῦ γάμου συναλλάξειεν, ἐνιαυτὸν ἀργήσας, εἰς τὸ ἀναγινώσκειν δεχθήσεται, μένων ἀπρόκοπος, κλεψιγαμήσας δὲ ἄνευ μνηστείας, παυθήσεται τῆς ὑπηρεσίας. Τὸ αὐτὸ καὶ ὑπηρέτης».

Ἑρμηνεία Ἐὰν Ἀναγνώστης τινὰς σμίξῃ μὲ τὴν ἀῤῥαβωνιστικήν του πρὸ τῆς τελεσιουργίας τοῦ γάμου, κᾀκείνης θελούσης (τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸ συναλλάξειεν), ἕνα χρόνον κανονίζεται ἀπὸ τὸν παρόντα Κανόνα νὰ ἀργῇ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν του, ἔπειτα δέχεται πάλιν εἰς τὸ νὰ ἀναγινώσκῃ, εἰς μεγαλήτερον ὅμως βαθμὸν δὲν ἀναβιβάζεται, ἤτοι οὔτε Διάκονος, οὔτε Πρεσβύτερος γίνεται, διατὶ ἐμικροψύχησε καὶ δὲν ἐκαρτέρεσε νὰ τελεσθῇ ὁ γάμος. Ἐὰν δὲ σμίξῃ μὲ γυναῖκα, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν ἀῤῥαβωνιαστικήν, νὰ παύῃ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, κᾂν καὶ τυχὸν ἔδωσε λόγον εἰς αὐτὴν πρὸ τῆς μίξεως, διὰ νὰ τὴν πάρῃ γυναῖκα, κᾂν καὶ μετὰ τὴν μίξιν ἔλαβεν αὐτὴν εἰς γυναῖκά του (τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸ κλεψιγαμήσας)· τοῦτο δὲ τὸ ἴδιον ἐπιτίμιον νὰ λαμβάνῃ καὶ ὅποιος ἄλλος ὑπηρέτης τῆς Ἐκκλησίας κάμῃ αὐτὸ (περὶ οὗ ὅρα τὴν τοῦ ιεʹ. τῆς ϛʹ. ὑποσημείωσιν), ἢ Ψάλτης εἶναι, ἢ θυρωρός. Ὅρα καὶ τὸν κϛʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ Οʹ «Διάκονος ἐν χείλεσι μιανθείς, καὶ μέχρι τούτου ἡμαρτηκέναι ὁμολογήσας, τῆς λειτουργίας ἐπισχεθήσεται. Τοῦ δὲ μετέχειν τῶν Ἁγιασμάτων μετὰ τῶν Διακόνων ἀξιωθήσεται, τὸ αὐτὸ δὲ καὶ Πρεσβύτερος. Εἰ δέ τι πλέον τούτου φωραθείη ἡμαρτηκώς, ἐν οἵῳ ἂν εἴη βαθμῷ, καθαιρεθήσεται».

Ἑρμηνεία Διορίζεται ὁ παρὼν Κανών, ὅτι ἀνίσως Διάκονος τινὰς μιανθῇ μὲ τὰ χείλη, ἤγουν φθάσῃ ἕως εἰς ἐμπαθὲς καὶ ἐρωτικὸν φίλημα μόνον γυναικὸς (μίασμα γὰρ καὶ ἀκαθαρσία τοῦτό ἐστι ψυχῆς· διότι ἂν μόνη ἡ συγκατάθεσις πρὸς τὴν ἁμαρτίαν μολύνῃ καὶ μιαίνῃ τὴν ψυχήν, πολλῷ μᾶλλον τὸ ἐμπαθὲς φίλημα), ἄν, λέγω, Διάκονος τοῦτο ποιήσῃ καὶ ἐξομολογηθῇ, ὅτι ἕως τούτου μόνον ἥμαρτε, νὰ ἀργεύεται μὲν πρὸς καιρὸν ἀπὸ τὴν διακονίαν του, ἐν ὅσῳ δὲ καιρῷ εὑρίσκεται ἀργός, νὰ μεταλαμβάνῃ ὁμοῦ μὲ τοὺς λοιποὺς ἀνεπιτιμήτους Διακόνους ἐντὸς τοῦ βήματος.

Τοῦτο τὸ ἴδιον ἐπιτίμιον νὰ λαμβάνῃ καὶ ὁ Ἱερεὺς ὁποῦ ἁμαρτήσῃ παρομοίως μέχρι μόνου ἐμπαθοῦς φιλήματος. Εἰ δὲ καὶ περισσότερόν τι ἀπὸ τὸ ἐμπαθὲς φίλημα ἤθελεν ἁμαρτήσει Ἱερεὺς ἢ Διάκονος, συγκυλισμὸν τυχόν, ἢ καὶ συνουσίαν, καὶ ὁμολογήσει αὐτό, νὰ καθαίρηται καὶ ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος.

ΚΑΝΩΝ ΟΑʹ «Ὁ συνεγνωκὼς ἑκάστῳ τῶν προειρημένων ἁμαρτημάτων καὶ μὴ ὁμολογήσας, ἄλλ’ ἐλεγχθείς, τοῦ τοσούτου χρόνου, εἰς ὃν ὁ ἐργάτης τῶν κακῶν ἐπιτετίμηται, καὶ αὐτὸς ἔσται ἐν ἐπιτιμίῳ».

Ἑρμηνεία Ἀφ’ οὗ ὁ Ἅγιος εἶπε περὶ ἁμαρτημάτων Πρεσβυτέρων, Διακόνων καὶ τῶν λοιπῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τώρα εἰς τοῦτον τὸν Κανόνα λέγει ὅτι, ὅποιος ἠξεύρει ὅτι οὗτοι πάντες ἁμαρτάνουσι, καὶ δὲν ὁμολογήσει τοῦτο μυστικῶς εἰς τὸν Ἀρχιερέα διὰ νὰ διορθώσῃ αὐτούς, ἢ καὶ αὐτὸς δυνάμενος νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν μὲ μυστικὴν ὑπόμνησιν, σκεπάζει τοῦτο καὶ σιωπᾷ, ἐὰν οὗτος, λέγω, φανερωθῇ μετὰ ταῦτα, ὅτι ἤξευρε μέν, ἐσιώπα δὲ καὶ ἐσκέπαζε ταῦτα, νὰ κανονίζεται καὶ αὐτὸς ἐξίσου, τόσον καιρὸν νὰ ἀπέχῃ τῆς Κοινωνίας, ὅσον καιρὸν ἐκανονίσθη καὶ ὁ τὴν ἐγνωσμένην ὑπ’ αὐτοῦ ἁμαρτίαν ποιήσας. Ὅρα καὶ τὸν κεʹ. τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ, καὶ τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ γʹ. τοῦ Θαυματουργοῦ Γρηγορίου.

ΚΑΝΩΝ ΟΒʹ «Ὁ μάντεσιν ἑαυτὸν ἐπιδοὺς ἤ τισι τοιούτοις, τὸν χρόνον τῶν φονέων καὶ αὐτὸς ἐπιτιμηθήσεται».

Ἑρμηνεία Ὁ παρὼν Κανὼν κανονίζει, ὡς τοὺς ἑκουσίως φονεύσαντας, ἤτοι εἴκοσι χρόνους, κατὰ τὸν Ἀνώνυμον ἑρμηνευτήν, ἐκείνους ὁποῦ δώσουν ὅλως διόλου τὸν ἑαυτόν τους εἰς τοὺς μάντεις καὶ τοὺς τοιούτους γόητας ἀνθρώπους. Ὅρα καὶ τὸν ξαʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΟΓʹ «Ὁ τὸν Χριστὸν ἀρνησάμενος καὶ παραβὰς τὸ τῆς σωτηρίας Μυστήριον, ἐν παντὶ τῷ χρόνῳ τῆς ζωῆς αὑτοῦ προσκλαίειν ὀφείλει καὶ ἐξομολογεῖσθαι χρεωστεῖ ἐν τῷ καιρῷ, ᾧ ἐκβαίνει τοῦ βιοῦν, τῶν Ἁγιασμάτων ἀξιούμενος, πίστει τῆς παρὰ Θεοῦ φιλανθρωπίας».

Ἑρμηνεία Ὁ παρὼν Κανὼν ἀορίστως κάθε χριστιανὸν ὁποῦ ἀρνηθῇ τὸν Χριστὸν (θεληματικῶς δηλ.) κανονίζει ὅλην του τὴν ζωὴν νὰ μὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ ἔξω τῆς θύρας τῆς Ἐκκλησίας νὰ προσκλαίῃ, καὶ μόνον εἰς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του νὰ μεταλαμβάνῃ τὰ θεῖα Μυστήρια.

Ὅρα καὶ τὸν ιαʹ. τῆς αʹ.

ΚΑΝΩΝ ΟΔʹ «Ἐὰν μέντοι ἕκαστος τῶν ἐν τοῖς προγεγραμμένοις ἁμαρτήμασι γενομένων, σπουδαῖος γένηται, ἐξομολογούμενος, ὁ πιστευθεὶς παρὰ τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας λύειν καὶ δεσμεῖν, εἰ φιλανθρωπότερος γένοιτο, τὸ ὑπερβάλλον τῆς ἐξομολογήσεως ὁρῶν τοῦ ἡμαρτηκότος εἰς τὸ ἐλαττῶσαι τὸν χρόνον τῶν ἐπιτιμίων, οὐκ ἔστι καταγνώσεως ἄξιος, τῆς ἐν ταῖς Γραφαῖς ἱστορίας γνωριζούσης ἡμῖν, τοὺς μετὰ μείζονος πόνου ἐξομολογουμένους, ταχέως τὴν τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν καταλαμβάνειν».

Ἑρμηνεία Ἀπαριθμήσας ὁ Ἅγιος διαφόρους χρόνους ἐπιτιμίου, ἀνήκοντας πρὸς διάφορα ἁμαρτήματα, τελευταῖον εἰς τοῦτον τὸν Κανόνα τὸ πᾶν ἀφιερόνει εἰς τὸν Ἀρχιερέα καὶ πνευματικόν, τοὺς λύειν καὶ δεσμεῖν τοὺς ἁμαρτωλοὺς τὴν ἐξουσίαν ἔχοντας, καὶ λέγει ὅτι, ἂν βλέπουν τοὺς ἁμαρτήσαντας μὲ θερμότητα καὶ προθυμίαν μετανοοῦντας, δὲν εἶναι ἀξιοκατηγόρητοι, ἂν ὀλιγοστεύσουν εἰς αὐτοὺς τοὺς χρόνους τῶν ἐπιτιμίων, ἐπειδὴ ἡ θεία Γραφὴ μᾶς διδάσκει, ὅτι ὀγλίγωρα φθάνει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἐκείνους, ὁποῦ μὲ μεγαλήτερον πόνον τῆς καρδίας μετανοοῦν, τὸ ὁποῖον μάλιστα ἠκολούθησεν εἰς τὸν Ἐζεκίαν καὶ Μανασσῆν. Ὅρα καὶ τὸν ιβʹ. τῆς αʹ.

ΚΑΝΩΝ ΟΕʹ «Ὁ ἀδελφῇ ἰδίᾳ ἐκ πατρός, ἢ ἐκ μητρὸς συμμιανθείς, εἰς οἶκον προσευχῆς μὴ ἐπιτρεπέσθω συμπαρεῖναι, ἕως ἂν ἀποστῇ τῆς παρανόμου καὶ ἀθεμίτου πράξεως. Μετὰ δὲ τὸ ἐλθεῖν εἰς συναίσθησιν τῆς φοβερᾶς ἁμαρτίας, τριετίαν προσκλαιέτω, τῇ θύρᾳ τῶν εὐκτηρίων οἴκων παρεστώς, καὶ δεόμενος τοῦ λαοῦ εἰσιόντος ἐπὶ τὴν προσευχήν, ὥστε ἕκαστον μετὰ συμπαθείας ὑπὲρ αὐτοῦ ἐκτενεῖς ποιεῖσθαι πρὸς Κύριον τὰς δεήσεις. Μετὰ δὲ τοῦτο ἄλλην τριετίαν εἰς ἀκρόασιν μόνην παραδεχθήτω, καὶ ἀκούων τῆς Γραφῆς καὶ τῆς διδασκαλίας, ἐκβαλλέσθω καὶ μὴ καταξιούσθω προσευχῆς. Ἔπειτα, εἴπερ μετὰ δακρύων ἐξεζήτησεν αὐτὴν καὶ προσέπεσε τῷ Κυρίῳ μετὰ συντριμμοῦ καρδίας καὶ ταπεινώσεως ἰσχυρᾶς, δεδόσθω αὐτῷ ὑπόπτωσις ἐν ἄλλοις τρισὶν ἔτεσιν, καὶ οὕτως ἐπειδὰν τοὺς καρποὺς τῆς μετανοίας ἀξίους ἐπιδείξηται, τῷ δεκάτῳ ἔτει εἰς τὴν πιστῶν εὐχὴν δεχθήτω, χωρὶς Προσφορᾶς, καὶ δύω ἔτη συστὰς εἰς τὴν εὐχὴν τοῖς πιστοῖς· οὕτω λοιπὸν καταξιούσθω τῆς τοῦ ἀγαθοῦ Κοινωνίας».

Ἑρμηνεία Τοῦτον τὸν Κανόνα ἑρμηνεύσαμεν εἰς τὸν ξζʹ. τοῦ αὐτοῦ Βασιλείου, καὶ ὅρα τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ ἐκεῖ.

ΚΑΝΩΝ ΟϚʹ «Ὁ αὐτὸς τύπος καὶ περὶ τῶν τὰς νύμφας ἑαυτῶν λαμβανόντων».

Ἑρμηνεία Παρομοίως μὲ τὸν σμίξαντα μὲ τὴν ἑτεροθαλῆ του ἀδελφήν, ὁ παρὼν Κανὼν κανονίζει τὸν λαβόντα εἰς γυναῖκα τὴν νύμφην του, ἤτοι ἕνδεκα χρόνους, καὶ μὲ τὴν αὐτὴν οἰκονομίαν τῶν χρόνων, πρότερον δηλαδὴ χωριζομένου τοῦ ἀθεμίτου γάμου. Ὁ δὲ Νηστευτὴς ἐν τῷ ιεʹ. αὐτοῦ Κανόνι δύω χρόνους τὸν τοιοῦτον κανονίζει μετὰ ξηροφαγίας καὶ μετανοιῶν.

ΚΑΝΩΝ ΟΖʹ «Ὁ μέντοι καταλιμπάνων τὴν νομίμως συναφθεῖσαν αὐτῷ γυναῖκα, καὶ ἑτέραν ἀγόμενος, κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου ἀπόφασιν, τῷ τῆς μοιχείας ὑπόκειται κρίματι. Κεκανόνισται δὲ παρὰ τῶν Πατέρων ἡμῶν, τοὺς τοιούτους ἐνιαυτὸν προσκλαίειν, διετίαν ἐπακροᾶσθαι, τριετίαν ὑποπίπτειν, τῷ ἑβδόμῳ συνίστασθαι τοῖς πιστοῖς, καὶ οὕτω τῆς Προσφορᾶς καταξιοῦσθαι, ἐὰν μετὰ δακρύων μετανοήσωσι».

Ἑρμηνεία Ὁ Κανὼν οὗτος αὐτολεξεὶ ἐρανίσθη ἀπὸ τὸν πζʹ. τῆς ϛʹ. Κανόνα, καὶ ὅρα τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ ἐκεῖ.

ΚΑΝΩΝ ΟΗʹ «Ὁ αὐτὸς κρατείτω τύπος καὶ ἐπὶ τῶν δύω ἀδελφὰς λαμβανόντων εἰς συνοικέσιον, εἰ καὶ κατὰ διαφόρους χρόνους».

Ἑρμηνεία Παρομοίως μὲ τὸν ἀφήσαντα τὴν γυναῖκά του καὶ λαβόντα ἄλλην, κανονίζει ὁ παρὼν Κανὼν ἐκεῖνον ὁποῦ, ἀφ’ οὗ ἀποθάνῃ ἡ γυναῖκά του, πάρῃ τὴν ἀδελφήν της, ταὐτὸν εἰπεῖν, ἐκεῖνον ὁποῦ πάρῃ δύω ἀδελφάς, ἑπτὰ χρόνους δηλαδή, οἵτινες ἐπιτίμιόν ἐστι τῆς μοιχείας ὡρισμένον παρὰ τῶν παλαιῶν.

ΚΑΝΩΝ ΟΘʹ «Οἱ δὲ ταῖς μητρυιαῖς ἑαυτῶν ἐπιμαινόμενοι, τῷ αὐτῷ ὑπόκεινται Κανόνι, ᾧ καὶ οἱ ταῖς ἑαυτῶν ἀδελφαῖς ἐπιμαινόμενοι.»

Ἑρμηνεία Ὁ παρὼν Κανὼν κανονίζει τοὺς σμίξαντας μὲ τὰς μητρυιάς των μὲ τὸν ὅμοιον Κανόνα τῶν σμιξάντων μὲ τὰς ἰδίας των ἀδελφάς, δηλ. εἰ μὲν τὰς ἐξ ἑνὸς πατρὸς καὶ μητρὸς οὔσας, εἴκοσι χρόνους, κατὰ τὸν ξζʹ. εἰ δὲ μὲ τὰς ἀπὸ δύω πατέρας ἢ μητέρας οὔσας ἀδελφάς, ἕνδεκα χρόνους, κατὰ τὸν οεʹ. τοῦ αὐτοῦ Βασιλείου.

ΚΑΝΩΝ Πʹ «Τὴν πολυγαμίαν οἱ Πατέρες ἀπεσιώπησαν, ὡς κτηνώδη καὶ παντελῶς ἀλλοτρίαν τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων. Ἡμῖν δὲ παρίσταται πλέον τι πορνείας εἶναι τὸ ἁμάρτημα, δι’ ὃ εὔλογον τοὺς τοιούτους ὑποβάλλεσθαι τοῖς Κανόσι, δηλ. ἐνιαυτὸν προσκλαύσαντας, καὶ ἐν τρισὶν ὑποπεσόντας, οὕτω δεκτοὺς εἶναι».

Ἑρμηνεία Πολυγαμίαν φαίνεται νὰ ἐννοῇ ἐδῶ ὁ Κανὼν τὴν τριγαμίαν· οὕτω γὰρ οἱ Πατέρες τὸν τρίτον γάμον ὠνόμασαν, κατὰ τὸν δʹ. τοῦ ἰδίου Βασιλείου. Λέγει λοιπὸν ὁ Κανών, ὅτι τὸν τρίτον τοῦτον γάμον οἱ προγενέστεροι Πατέρες ἀπεσιώπησαν, μὴ διορίσαντες περὶ αὐτοῦ νόμον καὶ ὅρον τινά, ἢ ἐπιτίμιον (τριγαμίας γὰρ νόμος οὐκ ἔστιν, οὔτε νόμῳ τρίτος γάμος ἄγεται, κατὰ τὸν νʹ. τοῦ αὐτοῦ Βασιλείου), ἐπειδὴ καὶ ὁ γάμος οὗτος εἶναι ἴδιος τῶν κτηνῶν, καὶ ἀλλότριος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Κοντὰ δὲ εἰς ἡμᾶς φαίνεται καὶ μεγαλήτερον ἁμάρτημα ἀπὸ τὴν πορνείαν.

Ὅθεν καὶ εἶναι πρέπον οἱ τοιοῦτοι τριτογαμήσαντες, ἕνα μὲν χρόνον νὰ προσκλαίουν καὶ τρεῖς νὰ ὑποπίπτουν, καὶ οὕτω νὰ μεταλαμβάνουν. Ὅρα καὶ τὸν γʹ. τῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ.

ΚΑΝΩΝ ΠΑʹ «Ἐπειδὴ πολλοὶ ἐν τῇ τῶν Βαρβάρων καταδρομῇ παρέβησαν τὴν εἰς Θεὸν πίστιν, ὅρκους ἐθνικοὺς τελέσαντες, καὶ ἀθεμίτων τινῶν γευσάμενοι τῶν ἐν τοῖς εἰδώλοις, τοῖς μαγικοῖς προσενεχθέντων αἰτοῖς· οὗτοι κατὰ τοὺς ἤδη παρὰ τῶν Πατέρων ἐξενεχθέντας νόμους καὶ Κανόνας οἰκομείσθωσαν. Οἱ μὲν γὰρ ἀνάγκην χαλεπὴν ἐκ βασάνων ὑπομείναντες καὶ μὴ φέροντες τοὺς πόνους, καὶ ἑλκυσθέντες πρὸς τὴν ἄρνησιν, ἐν τρισὶν ἔτεσιν ἄδεκτοι ἔστωσαν, καὶ ἐν δυσὶν ἀκροάσθωσιν, καὶ ἐν τρισὶν ὑποπεσόντες, οὕτω δεκτοὶ γενέσθωσαν εἰς τὴν Κοινωνίαν. Οἱ δὲ ἄνευ ἀνάγκης μεγάλης προδόντες τὴν εἰς Θεὸν πίστιν, καὶ ἁψάμενοι τῆς τραπέζης τῶν δαιμονίων, καὶ ὀμόσαντες ὅρκους ἑλληνικούς, ἐκβαλλέσθωσαν μὲν ἐν τρισὶν ἔτεσι καὶ δυσὶν ἀκροάσθωσαν, ἐν ὑποπτώσει δὲ εὐξάμενοι ἐν τρισὶν ἔτεσι, καὶ ἐν ἄλλοις τρισὶ συστάντες τοῖς πιστοῖς εἰς τὴν δέησιν, οὕτω δεκτοὶ ἔστωσαν τῇ τοῦ ἀγαθοῦ Κοινωνίᾳ».

Ἑρμηνεία Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι ὅσοι πιασθέντες ἐν τῇ τῶν Βαρβάρων καταδρομῇ, καὶ ἀρνηθέντες τὴν εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεὸν πίστιν, ἔκαμαν ὅρκους ἑλληνικούς, ὀμόσαντες δηλ. εἰς τοὺς παρ’ ἐκείνων πιστευομένους Θεοὺς μὲ τὴν ὁμοίαν τῶν Ἑλλήνων διάθεσιν, καὶ ἔφαγον βρώματα, ὁποῦ προσεφέρθησαν εἰς τὰ εἴδωλα μὲ μαγικὰς τέχνας καὶ τελετάς, οὗτοι οἰκονομοῦνται κατὰ τοὺς Κανόνας τῶν Πατέρων (ἴσως τῶν ἐν Ἀγκύρᾳ). Καὶ ὅσοι μὲν βασανισθέντες σφοδρῶς, καὶ μὴ ὑποφέροντες τοὺς πόνους, ἠρνήθησαν, τρεῖς χρόνους νὰ μὴ δέχωνται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ ἔξω τῆς θύρας νὰ προσκλαίουν, δύω νὰ ἀκροῶνται, καὶ τρεῖς νὰ ὑποπίπτουν, τρεῖς νὰ στέκωνται μὲ τοὺς πιστούς, καὶ οὕτω νὰ μεταλαμβάνουν. Ὅρα καὶ τὸν ιδʹ. τῆς αʹ. καὶ τὸν δʹ. καὶ εʹ. τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ.

ΚΑΝΩΝ ΠΒʹ «Περὶ δὲ τῶν ἐπιορκησάντων, εἰ μὲν ἐκ βίας καὶ ἀνάγκης παρέβησαν τοὺς ὅρκους, κουφοτέροις ὑπόκεινται ἐπιτιμίοις, ὥστε μετὰ ἓξ ἔτη πάντως αὐτοὺς δεκτοὺς εἶναι. Οἱ δὲ ἄνευ ἀνάγκης προδόντες τὴν ἑαυτῶν πίστιν, ἐν δυσὶν ἔτεσι προσκλαύσαντες, καὶ ἐν δυσὶν ἀκροασάμενοι, καὶ ἐν πέμπτῳ ἐν ὑποπτώσει εὐξάμενοι, καὶ ἐν δυσὶν ἄλλοις ἄνευ προσφορᾶς εἰς τὴν κοινωνίαν τῆς προσευχῆς παραδεχθέντες, οὕτω τελευταῖον ἀξιόλογον δηλ. μετάνοιαν ἐπιδειξάμενοι, ἀποκατασταθήσονται εἰς τὴν Κοινωνίαν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ».

Ἑρμηνεία Ἐπειδὴ εἰς τὸν ξδʹ. αὑτοῦ Κανόνα ὁ Ἅγιος οὗτος ἀπροσδιορίστως ἐκανόνισε τὸν ἐπίορκον δέκα χρόνους, τώρα εἰς τοῦτον τὸν Κανόνα κάμνει διαίρεσιν τῶν ἐπιόρκων, καὶ τοὺς μὲν ἐξ ἀνάγκης καὶ βίας ἐπιορκήσαντας εἰς ἓξ χρόνους κανονίζει, τοὺς δὲ χωρὶς ἀνάγκην προδόντας τὴν πίστιν αὐτῶν, ἤτοι ἐπιορκήσαντας (ἐπειδὴ πᾶς ὅρκος εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ γίνεται, καὶ ἀκολούθως πᾶς ὁ τοῦτον παραβαίνων, τὴν εἰς τὸν Θεὸν πίστιν αὐτοῦ παραβαίνει) εἰς ἕνδεκα χρόνους κανονίζει· δύω μὲν νὰ προσκλαίουν, δύω νὰ ἀκροῶνται, πέντε νὰ ὑποπίπτουν, δύω νὰ συνίστανται, καὶ οὕτω νὰ μεταλαμβάνουν. Ὅρα καὶ τὸν ϙδʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΠΓʹ «Οἱ καταμαντευόμενοι, καὶ ταῖς συνηθείαις τῶν ἐθνῶν ἐξακολουθοῦντες, ἢ εἰσάγοντές τινας εἰς τοὺς ἑαυτῶν οἴκους ἐπὶ ἀνευρέσει φαρμακειῶν καὶ καθάρσει, ὑπὸ τὸν Κανόνα πιπτέτωσαν τῆς ἑξαετίας, ἐνιαυτὸν προσκλαύσαντες, καὶ ἐνιαυτὸν ἀκροασάμενοι, καὶ ἐν τρισὶν ἔτεσιν ὑποπίπτοντες, καὶ ἐνιαυτὸν συστάντες ἐν τοῖς πιστοῖς, οὕτω δεχθήσονται».

Ἑρμηνεία Ὁ παρὼν Κανὼν αὐτολεξεὶ εἶναι ἐρανισμένος ἀπὸ τὸν κδʹ. τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ, καὶ ὅρα τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ ἐκεῖ. Τοῦτο μόνον διαφέρει ἀπὸ ἐκεῖνον, καθ’ ὅτι, ἐκεῖνος μὲν εἰς πέντε χρόνους, καὶ τούτους κατὰ διάφορον τρόπον οἰκονομεῖ, οὗτος δὲ εἰς ἓξ χρόνους κανονίζει τοὺς μαντευομένους, ἕνα μὲν χρόνον νὰ προσκλαίουν, ἕνα νὰ ἀκροῶνται, τρεῖς νὰ ὑποπίπτουν, ἕνα νὰ στέκουν μὲ τοὺς πιστούς, καὶ οὕτω νὰ μεταλαμβάνουν. Ὅρα δὲ ὅτι καὶ τοὺς μάντεις καὶ φαρμακοὺς ὡς φονεῖς ἐκανόνισεν ἐν τῷ ζʹ. ὁ Ἅγιος, μὲ τὸ ἐδικόν του ἐπιτίμιον δηλ. ἐνταῦθα δὲ ἐλαφρὰ αὐτοὺς ἐκανόνισε, κατὰ τὰ ἐπιτίμια τῶν προτέρων Πατέρων. Ὅρα καὶ τὸν ξαʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΠΔʹ «Πάντα δὲ ταῦτα γράφομεν, ὥστε τοὺς καρποὺς δοκιμάζεσθαι τῆς μετανοίας. Οὐ γὰρ πάντως τῷ χρόνῳ κρίνομεν τὰ τοιαῦτα, ἀλλὰ τῷ τρόπῳ τῆς μετανοίας προσέχομεν. Ἐὰν δὲ δυσαποσπάστως ἔχουσι τῶν ἰδίων ἐθνῶν, ταῖς ἡδοναῖς τῆς σαρκὸς μᾶλλον δουλεύειν θελήσωσιν, ἢ τῷ Κυρίῳ, καὶ τὴν κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον ζωὴν μὴ παραδέχωνται, οὐδεὶς ἡμῖν πρὸς αὐτοὺς κοινὸς λόγος. Ἡμεῖς γὰρ ἐν λαῷ ἀπειθεῖ καὶ ἀντιλέγοντι δεδιδάγμεθα ἀκούειν, ὅτι σώζων, σῶζε τὴν σαυτοῦ ψυχήν».

Ἑρμηνεία Ἀφ’ οὗ ὁ Ἅγιος διαφόρους χρόνους διαφόρων ἐπιτιμίων διώρισεν, ἐπιφέρει καὶ τὸν παρόντα Κανόνα, ὅτι πρέπει νὰ δοκιμάζωνται οἱ καρποὶ τῆς μετανοίας, ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν θεωροῦμεν τὰ ἐπιτίμια εἰς μόνους τοὺς τόσους, ἢ τόσους χρόνους, ἀλλὰ προσέχομεν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν μετανοούντων.

Ὥστε δηλ. ἂν μὲν προθύμως μετανοοῦν, νὰ ἐλαττόνωνται οἱ χρόνοι, ἂν δὲ ἀμελῶς, νὰ αὐξάνωνται. Ἐὰν δὲ ἁμαρτάνοντες, δὲν θέλουν νὰ κάμουν ἀποχὴν τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἡδονῶν τους, οὔτε θέλουν νὰ ζοῦν κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον ὡς χριστιανοί, ἀλλὰ ἀπειθοῦσι καὶ ἀντιλέγουσι, τότε ἡμεῖς οἱ τῶν ψυχῶν αὐτῶν οἰκονόμοι Ἀρχιερεῖς καὶ Πνευματικοὶ δὲν πρέπει νὰ συγκοινωνῶμεν εἰς τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ παραιτοῦμεν αὐτούς. Ἀκούομεν γὰρ τῆς θείας Γραφῆς ὁποῦ λέγει· Σώζων, σῶζε τὴν σεαυτοῦ ψυχήν, ἤτοι, βλέπε μὴ κολάσῃς καὶ τὴν ψυχὴν τὴν ἰδικήν σου, συγκοινωνῶν μὲ τοὺς ἀδιορθώτους ἁμαρτωλούς.

ΚΑΝΩΝ ΠΕʹ «Μὴ τοίνυν καταδεξώμεθα συναπόλλυσθαι τοῖς τοιούτοις, ἀλλὰ φοβηθέντες τὸ βαρὺ κρίμα, καὶ τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς ἀνταποδόσεως τοῦ Κυρίου πρὸ ὀφθαλμῶν λαβόντες, μὴ θελήσωμεν ἁμαρτίαις ἀλλοτρίαις συναπόλλυσθαι. Εἰ γὰρ μὴ ἐπαίδευσεν ἡμᾶς τὰ φοβερὰ τοῦ Κυρίου, μηδὲ αἱ τηλικαῦται πληγαὶ εἰς αἴσθησιν ἡμᾶς ἤγαγον, ὅτι διὰ τὴν ἀνομίαν ἡμῶν ἐγκατέλιπεν ἡμᾶς ὁ Κύριος, καὶ παρέδωκεν ἡμᾶς εἰς χεῖρας· Βαρβάρων, καὶ ἀπήχθη αἰχμάλωτος εἰς τοὺς πολεμίους ὁ λαός, καὶ παρεδόθη τῇ διασπορᾷ· διότι ταῦτα ἐτόλμων οἱ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ περιφέροντες· εἰ μὴ ἔγνωσαν μηδὲ συνῆκαν, ὅτι διὰ ταῦτα ἦλθεν ἐφ’ ἡμᾶς ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, τίς ἡμῖν κοινὸς πρὸς τούτους λόγος; ἀλλὰ διαμαρτύρασθαι αὐτοῖς νυκτὸς καὶ ἡμέρας καὶ δημοσίᾳ καὶ ἰδίᾳ ὀφείλομεν, συναπάγεσθαι δὲ αὐτῶν ταῖς πονηρίαις μὴ παραδεχώμεθα, προσευχόμενοι μάλιστα μὲν κερδῆσαι αὐτούς, καὶ ἐξελέσθαι τῆς παγίδος τοῦ πονηροῦ· ἐὰν δὲ τοῦτο μὴ δυνηθῶμεν, σπουδάσωμεν τὰς γοῦν ἑαυτῶν ψυχὰς τῆς αἰωνίου κατακρίσεως περισώσασθαι»·

Ἑρμηνεία Οὗτος ὁ Κανὼν παραινετικός ἐστι πρὸς τοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ Πνευματικούς, παρακαλῶν αὐτοὺς καὶ λέγων. Τὸ λοιπὸν πρέπει ἡμεῖς οἱ τῶν ψυχῶν οἰκονόμοι νὰ φοβηθῶμεν τὴν κρίσιν καὶ ἀνταπόδοσιν τοῦ Κυρίου, νὰ μὴ συγκολαζώμεθα μὲ τὰς ξένας ἁμαρτίας τῶν τοιούτων ἀμετανοήτων καὶ ἀδιορθώτων ἁμαρτολῶν, μεταχειριζόμενοι εἰς αὐτοὺς ὑπερβολικὴν συγκατάβασιν· διότι, ἀνίσως οἱ τὰς τοιαύτας ἁμαρτίας τολμῶντες νὰ κάμνουν Χριστιανοί, δι’ αὐτὰς ἐγκατελείφθησαν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἐσκλαβώθησαν εἰς τοὺς Βαρβάρους, καὶ εἰς αἴσθησιν νὰ ἔλθουν δὲν ἐδυνήθησαν, οὔτε ἐγνώρισαν, ὅτι διὰ τὰς ἀνομίας αὐτῶν ἦλθεν εἰς αὐτοὺς ἡ τόσον μεγάλη πληγή, καὶ ἡ τόση ὀργὴ τοῦ Θεοῦ· ἄν, λέγω, τόσα κακὰ δὲν ἐδυνήθησαν νὰ διορθώσουν αὐτούς, ποίαν λοιπὸν κοινωνίαν θέλομεν ἔχει ἡμεῖς μὲ τοιοῦτον λαὸν σκληροτράχηλον; βέβαια οὐδεμίαν. Ὅθεν χρέος μὲν ἔχομεν νὰ τοὺς διδάσκωμεν καὶ νὰ τοὺς ἐλέγχωμεν καθημερινῶς, καὶ κοινῶς καὶ κατ’ ἰδίαν, καὶ νὰ παρακαλοῦμεν τὸν Θεὸν διὰ νὰ τοὺς ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὴν παγίδα τοῦ διαβόλου· ἂν δὲ δὲν δυνηθῶμεν αὐτοὺς νὰ ἐλευθερώσωμεν, πρέπει νὰ μὴ συγκρημνιζώμεθα καὶ ἡμεῖς μὲ τὰς πονηρίας των, ἀλλὰ κᾂν τὸν ἑαυτόν μας νὰ σπουδάσωμεν διὰ νὰ λυτρώσωμεν ἀπὸ τὴν αἰώνιον κόλασιν.