Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Σχόλια εἰς τοὺς κανόνας τῶν ἁγίων πατέρων

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Κανόνες του αγίου Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως

Προλεγόμενα, τριανταεπτά κανόνες και ερωταποκρίσεις του αγίου Νικηφόρου Ομολογητού περί εκκλησιαστικής τάξεως, μοναχικού βίου και μυστηρίων.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 18 από 18

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ Ὁ ἐν Ἁγίοις Πατὴρ ἡμῶν Νικηφόρος ὁ Ὁμολογητής, ὤντας πρότερον Ἀσηκρίτης, ὕστερον γέγονε Μοναχός, εἶτα κατέστη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ τῶν Βασιλέων Νικηφόρου.

Σταυρακίου τε καὶ Μιχαὴλ τοῦ Ῥαγκαβέ, ἐν ἔτει 815, κατὰ τῶν Ἀθηνῶν Μελέτιον (Ἐκκλ. ἱστορ. τόμ. βʹ. σελ. 259), διάδοχος ἀμέσως γενόμενος τοῦ θρόνου μετὰ τὸν θεῖον Ταράσιον τὸν ἐν τῇ ζʹ. Συνόδῳ. Ἐδιώχθη δὲ ἀπὸ τὸν θρόνον παρὰ τοῦ εἰκονομάχου Λέοντος τοῦ Ἀρμενίου, καὶ ὡς Ἅγιος ἑορτάζεται κατὰ τὴν ιγʹ. Μαρτίου καὶ βʹ. τοῦ Ἰουνίου μηνός, καὶ ὅρα εἰς τὸν ἐκεῖσε Συναξαριστήν.

Τοῦ ἐν Ἁγίοις Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ὁμολογητοῦ Κανόνες, ἐκ τῶν ἐκκλησιαστικῶν αὐτοῦ Συντάξεων καὶ τῶν σὺν αὐτῷ Ἁγίων Πατέρων, τριακονταεπτὰ μεταφρασμένοι εἰς τὸ ἁπλοῦν. ΚΑΝΩΝ Αʹ Ἀνίσως ἐν ἀγνοίᾳ πλυθῇ ἅγιον Ἀντιμίνσιον, δὲν ἀποβάλλει τὸν ἁγιασμόν, οὐδὲ ἀκάθαρτον γίνεται διὰ τί ἐπλύθη.

ΚΑΝΩΝ Βʹ Ὁ δίγαμος δὲν εὐλογεῖται μὲ στέφανα, ἀλλὰ καὶ ἐπιτιμᾶται νὰ μὴ μεταλάβῃ δύω χρόνους, ὁ δὲ τρίγαμος χρόνους τρεῖς.

ΚΑΝΩΝ Γʹ Ὅποιος μείνει εἰς τὸν νάρθηκα τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ ἀνάγκην καὶ εἰς ὀλίγον καιρόν, δὲν κατακρίνεται. Ἐὰν ὅμως πολυκαιρίσῃ εἰς αὐτόν, αὐτὸς μὲν νὰ ἐκβάλλεται ἀπὸ ἐκεῖ μὲ ἐπιτίμια, ἡ δὲ Ἐκκλησία νὰ λαμβάνῃ πάλιν τὰ ἐδικά της δίκαια, δηλ. τὸ νὰ μὴ γίνεται οἶκος κοινὸς καὶ ἀδιάφορος.

ΚΑΝΩΝ Δʹ Πρέπει νὰ δέχωνται αἱ ὑπὲρ τῆς ψυχῆς γινόμεναι ἐλεημοσύναι ἐκείνων ὁποῦ ἀπέθανον, χωρὶς νὰ κάμουν διαθήκην καὶ διάταξιν περὶ τῶν πραγμάτων τους· πλήν, ἀνίσως καὶ αὐτοὶ ὅταν ἦσαν ζωντανοί, εἶχον σκοπὸν καὶ θέλησιν νὰ γένουν διὰ λόγου των αἱ τοιαῦται ἐλεημοσύναι, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, ἐὰν ἤθελον νὰ ἐλεοῦν.

ΚΑΝΩΝ Εʹ Ἀνίσως τύχῃ ὁ Εὐαγγελισμὸς τῇ μεγάλῃ εʹ. ἢ τῇ μεγάλῃ ϛʹ. δὲν ἁμαρτάνομεν ἀνίσως τότε καταλύσωμεν κρασὶ καὶ ὀψάρια.

ΚΑΝΩΝ Ϛʹ Ὅποιος ἔχει εὐχὴν Ἡγουμένου Πρεσβύτερος, οὗτος ἠμπορεῖ νὰ χειροτονήσῃ Ἀναγνώστην καὶ Ὑποδιάκονον εἰς τὸ Μοναστήριόν του.

ΚΑΝΩΝ Ζʹ Ἀνίσως τινὰς ἔζησεν ἐν ἀσωτίᾳ εἴκοσι χρόνους ἢ καὶ περισσότερον, ἔπειτα κάμῃ ἔργα ἀρετῆς, αὐτὸς δὲν πρέπει νὰ χειροτονῆται Ἱερεύς, ἐπειδὴ τὸ ἱερὸν εἶναι καθαρὸν καὶ ἀμόλυντον.

ΚΑΝΩΝ Ηʹ Ὅσα παιδία γεννηθοῦν μὲν ἀπὸ παλλακίδα, ἢ ἀπὸ διγάμους καὶ τριγάμους, ἀξίαν ὅμως ἔχουσι τῆς Ἱερωσύνης ζωήν, γίνονται Ἱερεῖς.

ΚΑΝΩΝ Θʹ Πρέπει νὰ μεταλαμβάνῃ ὁ Ἱερεὺς ἐκεῖνον ὁποῦ κινδυνεύει εἰς θάνατον καὶ ἀφ’ οὗ ἔφαγε.

ΚΑΝΩΝ Ιʹ Πρέπει νὰ κλίνῃ τινὰς γόνυ χάριν ἀσπασμοῦ ἐν τῇ Κυριακῇ καὶ ἐν ὅλῃ τῇ Πεντηκοστῇ, ὄχι ὅμως καὶ νὰ κάμνῃ τὰς συνήθεις γονυκλισίας.

ΚΑΝΩΝ ΙΑʹ Δὲν ἁμαρτάνει τινὰς ἀνίσως διὰ τρεῖς ἀνθρώπους ἐνταυτῷ προσκομίσῃ μίαν προσφοράν, ἢ ἀνάψῃ μίαν κανδήλαν.

ΚΑΝΩΝ ΙΒʹ Δὲν πρέπει ὁ Ἱερεὺς νὰ κάμνῃ σφραγίδα εἰς τὸ ἅγιον Ποτήριον ἐν τῇ εὐχῇ τοῦ σκευοφυλακείου.

ΚΑΝΩΝ ΙΓʹ Δὲν πρέπει χωρὶς θερμόν, ἤτοι ζέον, νὰ λειτουργήσῃ Ἱερεύς, πλὴν χωρὶς ἀνάγκης μεγάλης, καὶ ἐὰν ἐκεῖσε δὲν εὑρεθῇ τελείως θερμόν.

ΚΑΝΩΝ ΙΔʹ Πρέπει ὁ Μοναχὸς ἐκεῖνος ὁποῦ ῥίψει τὸ σχῆμα, ὅταν ἐπιστραφῇ καὶ μετανοήσῃ, νὰ ἐνδύεται πάλιν τὸ σχῆμα τὸ μοναχικὸν ὁποῦ ἐξεδύθη, χωρὶς ὅμως νὰ λέγωνται πάλιν εἰς αὐτὸν αἱ εὐχαὶ τοῦ σχήματος.

ΚΑΝΩΝ ΙΕʹ Πρέπει αἱ Καλογραῖαι νὰ ἐμβαίνουν εἰς τὸ ἅγιον βῆμα, διὰ νὰ ἀνάπτουν κηρὶ καὶ κανδήλαν, καὶ διὰ νὰ σαρόνουσιν αὐτό.

ΚΑΝΩΝ ΙϚʹ Δὲν πρέπει οἱ Μοναχοὶ νὰ κάμνουσι δουλείας γεωργικὰς εἰς τὴν μεγάλην Τεσσαρακοστήν, καὶ διὰ τὴν πρόφασιν αὐτὴν καὶ αἰτίαν νὰ καταλύουν κρασὶ καὶ λάδι, ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι γαστριμαργίας ἀποτελέσματα.

ΚΑΝΩΝ ΙΖʹ Διὰ τρεῖς αἰτίας εἶναι συγχωρημένον εἰς τὸν Μοναχὸν νὰ φεύγῃ ἀπὸ τὸ Μοναστήριόν του, αʹ. ἀνίσως ὁ Ἡγούμενος εἶναι αἱρετικός, βʹ. ἀνίσως ἐμβαίνουν γυναῖκες εἰς τὸ Μοναστήριον, καὶ γʹ. ἀνίσως μανθάνωσιν εἰς τὸ Μοναστήριον παιδία κοσμικὰ γράμματα, ἐπειδὴ εἶναι ἄτοπον μὲ τὸ μέσον τῶν παιδίων τούτων νὰ φανερώνωνται εἰς τοὺς κοσμικοὺς ὅσα γίνονται εἰς τὸ Μοναστήριον. Ὅρα καὶ τὸν καʹ. τῆς ζʹ.

ΚΑΝΩΝ ΙΗʹ Ὅσοι Καλόγηροι εὑρίσκονται ὑποκάτω εἰς Κανόνα, πρέπει νὰ συντρώγουν μὲ τοὺς λοιποὺς Μοναχοὺς καὶ νὰ συνεύχωνται, καὶ νὰ τρώγουν καὶ εὐλογίαν, ἤτοι ἀντίδωρον, ὁμοῦ μὲ τὴν ἐξομολόγησίν τους.

ΚΑΝΩΝ ΙΘʹ Εἰς τὴν νηστείαν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τοῦ ἁγίου Φιλίππου [ἤτοι τοῦ σαρανταημέρου] πρέπει οἱ ἐν τῷ Μοναστηρίῳ καθήμενοι Μοναχοὶ νὰ τρώγουν μίαν φορὰν τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν δʹ. καὶ ϛʹ. Ὅσοι δὲ Μοναχοὶ εὑρίσκονται εἰς ἐργασίας, νὰ τρώγουν δύω φοραῖς, μετὰ τὴν ἕκτην ὥραν καὶ κατὰ τὸ ἑσπέρας.

ΚΑΝΩΝ Κʹ Ἀνίσως καὶ φθαρῇ Καλογραῖα ἀπὸ βαρβάρους καὶ ἀτάκτους ἀνθρώπους, καὶ ὁ προτερινὸς βίος της ἦτο καθαρός, νὰ κανονίζεται μόνον εἰς σαράντα ἡμέρας νὰ μὴ μεταλαμβάνη. Εἰ δὲ ὁ προτερινός της βίος ἦτο μεμολυσμένος, ὡς μοιχαλὶς κανονίζεται, ἤτοι τρεῖς χρόνους νὰ μὴ μεταλαμβάνῃ, κατὰ τὸν ιγʹ. Κανόνα τοῦ Νηστευτοῦ. Ὅρα καὶ τὸν βʹ. τοῦ Νεοκαισαρείας.

ΚΑΝΩΝ ΚΑʹ Ὅποιος, φοβούμενος νὰ μὴ τὸν πάρουν εἰς τὸ στράτευμα, ἢ κατὰ ἄλλην τινὰ πανουργίαν, ἐνδύθη τὸ σχῆμα τῶν Μοναχῶν περιγελῶντας αὐτό, οὗτος ἀφ’ οὗ ἐκδυθῇ τὸ σχῆμα, ὕστερον ἀπὸ τὸν φόβον καὶ τὴν ὑπόκρισιν ταύτην καὶ πανουργίαν, νὰ κανονίζεται τρεῖς τεσσαρακοστὰς ἡμερῶν νὰ μὴ μεταλάβῃ.

ΚΑΝΩΝ ΚΒʹ Ἀνίσως τινὰς Ἱερομόναχος νέος ὑπηρετῇ τὰς Καλογραίας, λειτουργῶν καὶ μεταλαμβάνων αὐτάς, δὲν πρέπει νὰ μεταλαμβάνωμεν ἀπ’ αὐτὸν τὰ θεῖα Μυστήρια.

ΚΑΝΩΝ ΚΓʹ Δὲν πρέπει ὁ Ἡγούμενος νὰ ἐκβάλῃ τὸ κουκούλιον τοῦ Καλογήρου καὶ ὑποτακτικοῦ του καὶ οὕτω νὰ τὸν διώκῃ ἀπὸ τὸ Μοναστήριον.

ΚΑΝΩΝ ΚΔʹ Δὲν πρέπει νὰ ἐμβάζῃ τινὰς εἰς τὸν οἶκόν του ἐκεῖνον τὸν Μοναχὸν ὁποῦ ῥίψῃ τὸ ἅγιον σχῆμα καὶ δὲν διορθόνεται, οὔτε νὰ τὸν χαιρετᾷ τινας. Ὅρα καὶ τὸν ιϛʹ. τῆς δʹ.

ΚΑΝΩΝ ΚΕʹ Ἀνίσως τινὰς ᾖναι ἀσθενὴς καὶ ζητῇ νὰ βαπτισθῇ, ἢ νὰ γένῃ Καλόγηρος, πρέπει χωρὶς ἀναβολὴν καιροῦ νὰ τοῦ δίδωμεν τὴν χάριν τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ σχήματος, καὶ νὰ μὴ τὸν ἐμποδίζωμεν ἀπὸ αὐτό. Ὅρα καὶ τὸν ιβʹ. τῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ.

ΚΑΝΩΝ ΚϚʹ Δὲν πρέπει ὁ Ἱερομόναχος νὰ λειτουργῇ χωρὶς νὰ φορῇ μανδύαν.

ΚΑΝΩΝ ΚΖʹ Πρέπει ὁ Πνευματικός, ἐκείνους ὁποῦ ἐξομολογοῦνται εἰς αὐτὸν κρυφὰ ἁμαρτήματα, νὰ τοὺς ἐμποδίζῃ μὲν ἀπὸ τὴν θείαν Κοινωνίαν, νὰ τοὺς ἀφίνῃ ὅμως νὰ ἐμβαίνουν μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ νὰ μὴ φανερώνῃ τὰς ἁμαρτίας των, ἀλλὰ νὰ τοὺς συμβουλεύῃ μὲ πρᾳότητα νὰ μένουν εἰς τὴν μετάνοιαν καὶ προσευχήν, καὶ νὰ οἰκονομῇ τὰ ἐπιτίμια ὁποῦ πρέπουν εἰς τὸν καθ’ ἕνα κατὰ τὴν προαίρεσίν του.

ΚΑΝΩΝ ΚΗʹ Οἱ μοιχοί, καὶ οἱ κτηνοβάται, καὶ οἱ φονεῖς καὶ οἱ ἄλλοι τοιοῦτοι, ἐὰν ἀφ’ ἑαυτοῦ των ἐξομολογηθοῦν τὴν ἁμαρτίαν ὁποῦ ἔκαμαν, κρυφὴν οὖσαν εἰς τοὺς πολλούς, ἐμποδίζονται μὲν ἀπὸ τὴν θείαν Κοινωνίαν, καὶ τὸν Κανόνα τῶν ἁμαρτιῶν τους δέχονται· ἐμβαίνοντες δὲ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, νὰ στέκωνται ἕως εἰς τὴν εὐχὴν τῶν κατηχουμένων, καὶ ἔπειτα νὰ εὐγαίνουν.

Ἐὰν ὅμως ᾖναι φανερὰ εἰς τοὺς ἄλλους τὰ ἁμαρτήματά των, τότε νὰ κανονίζωνται κατὰ τοὺς νόμους τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι νὰ μὴ ἐμβαίνουν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ νὰ στέκωνται μὲ τὴν τάξιν τῶν ἔξω τῆς πύλης τοῦ ναοῦ προσκλαιομένων, καὶ τῶν ἐν τῷ νάρθηκι ἀκροωμένων.

ΚΑΝΩΝ ΚΘʹ Ἀνίσως τινὰς κοσμικὸς ἐξομολογηθῇ τὰς ἁμαρτίας του μὲ τὸ θέλημά του, ὁ Πνευματικὸς δύναται νὰ κάμῃ οἰκονομίαν εἰς αὐτόν.

ΚΑΝΩΝ Λʹ Μὲ τὴν ἄδειαν τοῦ Ἀρχιερέως κάμνει σταυροπήγιον καὶ ὁ Ἱερεύς. Ὅρα καὶ τὸν λαʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΛΑʹ Δὲν πρέπει τινὰς Ἱερεὺς νὰ μεταλαμβάνῃ ἐκείνους ὁποῦ παίρνουν διάφορα, μήτε νὰ συντρώγῃ μὲ αὐτούς, ἐὰν ἐπιμένουν εἰς αὐτὴν τὴν παρανομίαν.

ΚΑΝΩΝ ΛΒʹ Πρέπει νὰ νηστεύουν οἱ Μοναχοὶ τὴν Τετράδα καὶ Παρασκευὴν τῆς Τυροφάγου, καὶ ἀφ’ οὗ ἀπολύσει ἡ προηγιασμένη λειτουργία (ἐγίνετο γὰρ τότε προηγιασμένη εἰς αὐτὰς τὰς ἡμέρας, καθὼς καὶ ὁ Θεσσαλονίκης Συμεὼν τοῦτο λέγει, καὶ ὅρα τὸν μθʹ. τῆς ἐν Λαοδικείᾳ) νὰ τρώγωσι τυρί, ὅπου ἂν ἐπιχωριάζωσιν, ἤτοι ὅπου τύχῃ νὰ εὑρίσκωνται, εἰς ἀναίρεσιν τῆς αἱρέσεως τῶν Ἰακωβιτῶν καὶ τῶν Τετραδιτῶν.

ΚΑΝΩΝ ΛΓʹ Ὅποιος ἔχει παλλακὴν καὶ δὲν θέλει οὔτε νὰ τὴν ἀφήσῃ, οὔτε νὰ τὴν εὐλογηθῇ ὡς γυναῖκά του, δὲν πρέπει νὰ δεχώμεθα τὰς προσφορὰς ὁποῦ φέρει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, τῆς ὁποίας τοὺς νόμους διὰ τῶν ἔργων ὑβρίζει καὶ καταφρονεῖ. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν κεʹ. τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ, καὶ τὸν ηʹ. Θεοφίλου, καὶ τὸν ιζʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΛΔʹ Ἀνίσως τινὰς Μοναχὸς ῥίψῃ τὸ ἅγιον σχῆμα, καὶ κρεοφαγήσῃ, καὶ λάβῃ γυναῖκα, πρέπει ὁ τοιοῦτος νὰ ἀναθεματίζεται· ἐὰν δὲ ἐπιστραφῇ, καὶ στανικῶς νὰ ἐνδύνεται τὸ σχῆμα, καὶ μέσα εἰς Μοναστήριον νὰ ἐγκλείεται. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν ιϛʹ. τῆς δʹ.

ΚΑΝΩΝ ΛΕʹ Ὅποιος κᾂν μίαν μόνην φορὰν ἐπόρνευσε, δὲν πρέπει νὰ γίνεται Ἱερεύς, κᾂν καὶ ἀφῆκε τὴν ἁμαρτίαν. Λέγει γὰρ ὁ μέγας Βασίλειος, ὅτι ὁ τοιοῦτος κᾂν νεκροὺς ἀναστήσῃ, Ἱερεὺς δὲν γίνεται.

ΚΑΝΩΝ ΛϚʹ Ὅταν ὁ Ἀπόστολος λέγῃ· «Εἴ τις ἀδελφὸς ὀνομαζόμενος πόρνος, τῷ τοιούτῳ μηδὲ συνεσθίειν» φαίνεται ὅτι λέγει, ὄχι ἐκεῖνον ὁποῦ ἠξεύρει ἕνας ἢ δύω ὅτι πορνεύει, ἀλλὰ ἐκεῖνον ὁποῦ ἠξεύρουν ὅλοι πορνεύοντα, καὶ ὡς τοιοῦτον ὀνομαζόμενον ἀπὸ ὅλους, ἐπειδὴ ὅσα ἁμαρτήματα γίνονται ἀναίσχυντα καὶ μὲ κοινὸν σκάνδαλον, αὐτὰ ἔχουν καὶ περισσοτέραν παιδείαν ἀπὸ τὰ κρυφίως γινόμενα.

ΚΑΝΩΝ ΛΖʹ Ἐὰν γεννήσῃ γυναῖκα καὶ τὸ βρέφος κινδυνεύῃ νὰ ἀποθάνῃ, τριῶν ἢ πέντε ἡμερῶν ὄν, τὸ μὲν βρέφος ἂς βαπτίζεται, ἄλλη δὲ γυναῖκα βαπτισμένη καὶ καθαρὰ πρέπει νὰ βυζάνῃ τὸ βρέφος, καὶ ἡ μητέρα του δὲν πρέπει οὔτε νὰ ἐμβαίνῃ ἐκεῖ ὀποῦ εἶναι τὸ παιδίον, οὔτε ὅλως νὰ τὸ πιάνῃ, ἕως ὁποῦ μετὰ τεσσαράκοντα ἡμέρας νὰ καθαρισθῇ τελείως, καὶ νὰ λάβῃ παρὰ τοῦ Ἱερέως εὐχήν.

Εἰσὶ δὲ καὶ ἄλλοι 7. Κανόνες οἱ κατωτέρω, ἐν μὲν τοῖς χειρογράφοις βιβλίοις τοῦ Ὄρους μὴ εὑρισκόμενοι, ἐν δὲ τῷ βʹ. τόμῳ τῶν Πρακτικῶν σελ. 918. καὶ ἐν τῇ βίβλῳ τῇ καλουμένῃ Γιοῦρις Γραικορωμαίων σελ. 196. τοῖς τετυπωμένοις, γεγραμμένοι.

ΚΑΝΩΝ Αʹ Δὲν πρέπει τινὰς χωρὶς ἀνάγκην καὶ βίαν νὰ περιπατῇ τὴν Κυριακήν.

ΚΑΝΩΝ Βʹ Δὲν πρέπει νὰ δεχώμεθα τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ Παύλου, καὶ τὰ λεγόμενα Βροντολόγια καὶ Σεληνοδρόμια καὶ Καλανδαλόγια, ἐπειδὴ ὅλα εἶναι ἀκάθαρτα.

ΚΑΝΩΝ Γʹ Δὲν πρέπει νὰ δεχώμεθα τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ Ἔσδρα καὶ Ζωσιμᾶ, καὶ τὰ δύω μαρτύρια τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, καὶ τὰ δύω μαρτύρια τῶν ἁγίων Μαρτύρων Κηρύκου καὶ Ἰουλίττης, καὶ τὴν βίβλον Μάρκου καὶ Διαδόχου, ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι ἀπόβλητα καὶ ἄδεκτα.

ΚΑΝΩΝ Δʹ Δὲν πρέπει νὰ ἐργάζεταί τινας τὴν διακαινήσιμον ἑβδομάδα, οὐδὲ νὰ ψάλλῃ τὸν Ἄμωμον εἰς τὸ Σάββατον τῆς ἀπολυσίμου, οὐδὲ πρέπει νὰ φυλάττῃ τινὰς τὰς πέμπτας.

ΚΑΝΩΝ Εʹ Ὅποιος θανατώσει τὸν πατέρα του θεληματικῶς, νὰ κανονίζεται χρόνους τριάντα πέντε.

ΚΑΝΩΝ Ϛʹ Κατὰ ἀνάγκην καὶ Μοναχὸς ἰδιώτης καὶ ἀνίερος βαπτίζει παιδίον, ὁμοίως καὶ Διάκονος.

ΚΑΝΩΝ Ζʹ Τὰ ἀβάπτιστα νήπια ὅταν δὲν ἦναι παρὼν Ἱερεύς, πρέπει νὰ τὰ βαπτίζῃ ὅποιος τύχῃ, κᾂν καὶ ὁ ἴδιος πατὴρ αὐτῶν, ἢ ἄλλος οἱοσδήποτε ἄνθρωπος, μόνον νὰ ᾖναι Χριστιανός, καὶ δὲν ἁμαρτάνει. Ἐρωτήσεις τινῶν Μοναχῶν ἀσκουμένων ἔξω τῆς πόλεως καὶ Ἀποκρίσεις εἰς ταύτας, παρὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἁγίας Συνόδου· Πατριάρχου μὲν ὄντος Νικολάου, βασιλεύοντος δὲ Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ, μεταφρασμέναι εἰς τὸ ἁπλοῦν.

Ἐρώτησις Αʹ Πρέπει νὰ ἐμβαίνῃ Μοναχὸς εἰς τὸ ἅγιον θυσιαστήριον; τοῦτο γὰρ ἐμποδίζει ὁ ξθʹ. καὶ ὁ λγʹ. Κανὼν τῆς ϛʹ. ὅστις δὲν συγχωρεῖ νὰ ψάλλῃ, ἢ νὰ ἀναγινώσκῃ ἐπὶ τοῦ ἄμβωνος κᾀνένας ὁποῦ νὰ μὴ ἔχῃ σφραγίδα, ἢ κᾀνένας Μοναχός. Ὁμοίως καὶ ὁ ιεʹ. τῆς ἐν Λαοδικείᾳ, καὶ τῆς ζʹ. ὁ ιδʹ.

Ἀπόκρισις Τὸ μὲν νὰ κάμνῃ ὁ Μοναχός, τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ἀναγνώστου ἐπὶ τοῦ ἄμβωνος, χωρὶς χειροθεσίαν, εἶναι ἐμποδισμένον, τὸ δὲ νὰ ἐμβαίνῃ εἰς τὸ ἅγιον βῆμα διὰ νὰ ἅπτῃ κηρία καὶ κανδήλας ἐκεῖνος ὁ Μοναχὸς ὁποῦ δὲν εἶναι εἰς κᾀνένα ἔγκλημα ὑπεύθυνος, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐμποδίζεται διὰ τὴν σεμνότητα τοῦ μοναχικοῦ σχήματος.

Ἐρώτησις Βʹ Πρέπει νὰ μὴ κλίνῃ τινὰς γόνυ ἐν τῷ Σαββάτῳ, καθὼς δὲν κλίνει ἐν τῇ Κυριακῇ καὶ ἐν τῇ Πεντηκοστῇ;

Ἀπόκρισις Ἀπὸ τὸν Κανόνα μὲν τοῦτον δὲν ἐμποδίσθη οἱ πολλοὶ ὅμως μὲ τὸ νὰ μὴ ἀκολουθῇ νηστεία εἰς τὸ Σάββατον, ἀκολούθως οὐδὲ γόνυ κλίνουσι.

Ἐρώτησις Γʹ Πρέπει νὰ νηστεύωμεν τὴν νηστείαν τοῦ Αὐγούστου;

Ἀπόκρισις Ἦτο πρότερον ἡ νηστεία τοῦ Αὐγούστου, ὕστερον δὲ μετετέθη διὰ νὰ μὴ συμπίπτῃ μὲ τὰς νηστείας τῶν ἐθνικῶν, τὰς ὁποίας κάμνουν εἰς τὸν καιρὸν τοῦτον· ὅμως καὶ τώρα πολλοὶ ἄνθρωποι νηστεύουσι τὴν νηστείαν ταύτην.

Ἐρώτησις Δʹ Πρέπει νὰ μεταλαμβάνῃ ἐκεῖνος ὁποῦ δαιμονίζεται; διότι ὁ μὲν Τιμόθεος ἄλλως εἶπε, καὶ οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι ἄλλως, καὶ οἱ μεταγενέστεροι ἄλλως.

Ἀπόκρισις Ἀνίσως μέν τινας ἐνοχλῆται ἀπὸ τὸν μαῦρον χυμὸν τόσον πολλά, ὥστε ὁποῦ φαίνεται ἐκ τούτου πῶς εἶναι δαιμονισμένος, δὲν ἐμποδίζεται νὰ μεταλάβῃ. Ἀνίσως δέ τινας τῇ ἀληθείᾳ δαιμονίζεται, δὲν δύναται νὰ μεταλάβῃ, ἐπειδὴ κᾀμμίαν κοινωνίαν δὲν ἔχει τὸ φῶς μὲ τὸ σκότος.

Ἐρώτησις Εʹ Ἂν πρέπῃ ἀδιαφόρως καὶ ὡς θέλει νὰ τρώγῃ ὁ Ἱερεὺς τὰ προσφερόμενα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, προσφορὰς δηλ. καὶ νάματα, καὶ ἂν πρέπῃ νὰ τρώγῃ ταῦτα ὡσὰν τὸν κοινὸν ἄρτον, καὶ τί πρέπει νὰ κάμνῃ ὅταν αἱ τοιαῦται προσφοραὶ καὶ τὰ νάματα συναχθοῦν πολλά;

Ἀπόκρισις Τὰ κομμάτια ὁποῦ μείνουν ἀπὸ τὴν ὑψωθεῖσαν προσφορὰν δὲν πρέπει νὰ τρώγωνται εἰς ἄλλον τόπον, πάρεξ εἰς μόνην τὴν Ἐκκλησίαν, ἕως ὁποῦ νὰ ἐξοδευθοῦν ὅλα, ὅσα καὶ ἂν ᾖναι. Τὰ δὲ κομμάτια ὁποῦ μείνουν ἀπὸ τὰς ἄλλας προσφορὰς ὁποῦ δὲν ὑψώθησαν, πρέπει νὰ τρώγωνται καὶ ἔξω τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι ὅμως μαζὴ μὲ γάλα καὶ τυρὶ καὶ ὀψάρια θετέον, ὡσὰν ὁ κοινὸς ἄρτος, ἀλλὰ μοναχὰ χωρὶς ἄλλο φαγητόν.

Ἐρώτησις Ϛʹ Ἀνίσως τινὰς κουρευθῇ Μοναχὸς εἰς ὅποιον τόπον καὶ ἂν ᾖναι, ἔπειτα βλάπτεται ἐκεῖ ψυχικῶς, καὶ θέλωντας νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ ἐκεῖ διὰ τὴν βλάβην, λάβῃ δεσμὸν ἀπὸ τὸν Προεστῶτα νὰ μὴ φύγῃ, αὐτὸς τί πρέπει νὰ κάμνῃ; νὰ καταφρονήσῃ τὴν ψυχικὴν βλάβην ὁποῦ λαμβάνει, ἢ νὰ καταφρονήσῃ τὸν δεσμὸν τοῦ Προεστῶτος;

Ἀπόκρισις Πρέπει νὰ λέγῃ πρῶτον εἰς τὸν Προεστῶτα τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν βλάπτεται, καὶ ἂν ἡ βλάβη αὕτη καὶ ὁ ψυχικὸς κίνδυνος ᾖναι φανερός, πρέπει νὰ ἀναχωρῇ ἀπὸ ἐκεῖ, καὶ νὰ μὴ φροντίζῃ διὰ τὸν δεσμὸν τοῦ Προεστῶτος.

Ἐρώτησις Ζʹ Ἐὰν θετέον ἔνας Ἡγούμενος ἀποθαίνωντας, ἄφησεν ἄλλον Ἡγούμενον ἀντὶ διὰ λόγου του, δοὺς εἰς αὐτὸν δεσμὸν νὰ μὴ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὸ Μοναστήριον ἐκεῖνο, ὕστερον ὁ τοιοῦτος διάδοχος τοῦ Ἡγουμένου ἐκείνου, ἐλεγχόμενος ὑπὸ τῆς συνειδήσεως ὡς ἀσθενὴς καὶ ἀδύνατος νὰ διοικῇ τὸ Μοναστήριον, ἀνεχώρησε· τί λοιπὸν πρέπει οὗτος νὰ κάμῃ διὰ τὸν δεσμὸν αὐτόν;

Ἀπόκρισις Ὁ δεσμὸς αὐτὸς εἶναι ἄλογος, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατος. Ὅθεν ἐκεῖνος, ὁποῦ ἐδέθη ἀπὸ αὐτόν, λύεται, ἐὰν ὑπάγῃ εἰς Ἀρχιερέα καὶ φανερώσῃ τὰ κατ’ αὐτόν.

Ἐρώτησις Ηʹ Πρέπει ἐκεῖνος ὁ Ἱερεὺς ὁποῦ καθαιρεθῇ διὰ ἐγκλήματά του Κανονικά, ἢ θεληματικῶς παραιτήσῃ τὴν Ἱερωσύνην, κατηγορούμενος ὑπὸ τῆς οἰκείας συνειδήσεως, νὰ λέγῃ τό, Εὐλογητὸς ὁ Θεός; ἢ τό, Χριστὸς ὁ ἀληθηνός; ἢ νὰ θυμιάζῃ μὲ θυμιατόν; ἢ νὰ μεταλαμβάνῃ μέσα εἰς τὸ βῆμα;

Ἀπόκρισις Ὄχι. Ταῦτα πάντα δὲν πρέπει νὰ ἐνεργῇ οὔτε ὁ ἕνας, οὔτε ὁ ἄλλος, ἀλλὰ θέλει ταχθῇ εἰς τὸν τόπον τῶν λαϊκῶν.

Ἐρώτησις Θʹ Τί θέλει νὰ εἰπῇ ἐκεῖνο ὁποῦ λέγει ὁ μέγας Βασίλειος εἰς τὰ μικρὰ ἐπιτίμια, Κατὰ τὴν ἀναλογίαν καὶ διαφορὰν τοῦ σφάλματος, ἤγουν τὸ «Ἔστω ἀπ’ εὐλογίας;»

Ἀπόκρισις Τὸ νὰ ὑστερῆταί τινας τῆς διδομένης εὐλογίας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.

Ἐρώτησις Ιʹ Πρέπει νὰ τρώγουν ὑψωμένας προσφορὰς ἐκεῖνοι ὁποῦ εἶναι ἐμποδισμένοι νὰ μὴ μεταλαμβάνουν;

Ἀπόκρισις Εἰς τὸν βίον τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Συκεώτου εὑρίσκομεν γεγραμμένον, ὅτι εἶναι ἐμποδισμένοι οἱ τοιοῦτοι καὶ ἀπὸ τὸ νὰ τρώγουν τὰς τοιαύτας προσφοράς. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν ιηʹ. Νικηφόρου.

Ἐρώτησις ΙΑʹ Πρέπει νὰ κανονίζῃ τινὰς τοὺς μετανοοῦντας κατὰ τὸ Κανονικόν, ἤγουν τοὺς Κανόνας τοῦ Νηστευτοῦ;

Ἀπόκρισις Τὸ Κανονικὸν αὐτὸ ἐπειδὴ μεταχειρίζεται πολλὴν συγκατάβασιν, πολλοὺς ἀπώλεσε. Διὰ τοῦτο οἱ γνῶσιν ἔχοντες τοῦ καλοῦ, καὶ τοῦτο μὴ φυλάττοντες, πρέπει νὰ διορθωθοῦν.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ὑπόλοιπον ἦτο νὰ προσθέσωμεν εἰς τὴν παροῦσαν βίβλον καὶ χωριστήν τινα διδασκαλίαν πρὸς τὸν Πνευματικόν, περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐξομολογήσεως, ὁμοίως καὶ χωριστὴν συμβουλὴν πρὸς τὸν μετανοοῦντα, τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ ἐξομολογῆται καὶ νὰ μετανοῇ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ τοιαύτην διδασκαλίαν καὶ τοιαύτην συμβουλὴν πρότερον φιλοπονήσαντες, εἴδομεν αὐτὰς ἤδη τυπωθείσας χάριτι Χριστοῦ, ὁμοῦ μὲ τοὺς Κανόνας τοῦ θείου Νηστευτοῦ· διὰ τοῦτο περιττὸν ἐκρίναμέν το καὶ ἐδῶ νὰ τὰς τυπώσωμεν δεύτερον. Ὅθεν οἱ ἀγοράζοντες τὸ παρόν, ἂς ἀγοράσωσι καὶ τὸ Ἐξομολογητάριον ἐκεῖνο, διὰ τί εἶναι τῇ ἀληθείᾳ ἀναγκαῖον εἰς αὐτοὺς καὶ ψυχωφελέστατον.